Legislator Case Law & Legislation
708/2014 AI generated

Supreme Court suspends appeal to await Full Bench ruling on equal pay for public sector employees.

Case Number 708/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court suspended the appeal filed by the Public Deposits and Loans Fund against a multi-member court decision. The fund argued that a specific salary increase was a general raise for all public employees, violating constitutional equality principles. The court deferred judgment because the core issue of whether this increase applies universally was already referred to the Full Bench for a definitive ruling.

Legislator headnote

AI generated

Art. 249 para. 1 lit. a) C.Pol.D.; Art. 4 § 1 Constitution; The Supreme Court may suspend an appeal when the appeal's outcome depends on a question of general importance already referred to the Full Bench to ensure uniformity and avoid contradictory decisions.

Keywords

AI generated
suspension of appeal Full Bench referral constitutional equality public sector salary uniformity of jurisprudence general salary increase C.Pol.D. Art. 249

Cited Legislation

AI generated
Art. 249 para. 1 lit. a) C.Pol.D.
Art. 4 § 1 Constitution
3016/2002, 24 § 2 και 28 § 4 ν.
Art. 14 § 3 Law 3016/2002
Art. 24 § 2 Law 3205/2003
Art. 28 § 4 Law 3205/2003

Cited Case Law

AI generated
Full Bench Decision 2233/2013

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 708 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 708/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Μπανάκου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Β., κατοίκου ... 3) Β. Β. του Ε., κατοίκου ..., 4) Α. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 5) Α. Φ. του Π., κατοίκου ... 6) Α. Μ. του Χ., κατοίκου ... 7) Α. Μ. του Φ., κατοίκου ..., 8) Κ. Δ. του Π., κατοίκου ... και 9) Κ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 678/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1159/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-9-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 10-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών … με αριθ. .../28-6-2013, ...'/27-6-2013, .../27-6-2013, .../ 2-7-2013, ...'/2-7-2013, .../27-6-2013, .../27-6-2013 και .../27-6-2013, καθώς και την με αριθ. .../ 3-7-2013 της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών … (με τις στην συνέχεια αυτών, στις αντίστοιχες περιπτώσεις, αποδείξεις παραλαβής δικογράφων των αρμοδίων αστυνομικών υπαλλήλων και βεβαιώσεις αποστολής με συστημένες επιστολές εγγράφων ειδοποιήσεων), ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, σε κάθε έναν αναιρεσίβλητο, που όμως δεν εμφανίσθηκαν, ούτε έλαβαν μέρος καθοιονδήποτε τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, παρά την απουσία τους το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθ. 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή ενμέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή την διάρρηξη μίας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπάγγελτα ή ύστερ' από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης, εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από την διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.

Από την διατύπωση και τον σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη παρά την μη ρητή αναφορά της στο άρθ. 573 § 1 ΚΠολΔ μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων (αφού η απαρίθμηση στο άρθ. 573 δεν είναι αποκλειστική) προκύπτει, ότι εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται, ενόλω ή ενμέρει, από την επίλυση του νομικού ζητήματος που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την γένεση του επιδίκου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος, θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο επί της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων ύστερα από έφεση αυτών, με την προσβαλλομένη 1159/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει (α) ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος, 13 ν. 2738/1999, 14 ν. 3016/2002, 24 § 2 και 28 § 4 ν. 3205/2003 δέχθηκε, ότι η επίδικη παροχή των 176 ευρώ, που προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων που δεν λάμβαναν πρόσθετες παροχές, έχοντας, όμως, χορηγηθεί με πολλές ΚΥΑ σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και οι οποίοι αποδεδειγμένα δεν πληρούσαν την παραπάνω προϋπόθεση και βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές σχέσεις, και έχοντας διατηρηθεί, σύμφωνα με τα άρθ. 28 § 4 και 24 § 2 ν. 3205/2003 (παρά την κατάργηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 και των σε εκτέλεση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ), ως προσωπική διαφορά και μετά την 1-1-2004 (μειουμένη ανάλογα με τις μελλοντικές αυξήσεις τους), ενώ σύμφωνα με το άρθ. 2 § 3 ν. 3336/2005 χορηγήθηκε και σε όσους διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν και μετά ταύτα σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν ήδη η παροχή αυτή ως προσωπική διαφορά, απέκτησε (η ένδικη παροχή των 176 ευρώ μηνιαίως) τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και έτσι κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτήν (την οποία μόνο από 1-1-2004 και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή, σύμφωνα με το άρθ. 14 ν. 3016/2002, ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης), ως εκ τούτου δε λόγω της πλήρους αποδέσμευσης και αυτονόμησης της παροχής αυτής, αποτελούσης πλέον γενική μισθολογική παροχή, από το είδος, την φύση και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας, είναι ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του άρθ. 14 ν. 3016/2002, με τυχόν άλλες καταβαλλόμενες παροχές που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας και δεν παρεμποδίζουν, επομένως, την γέννηση της αξίωσης για την καταβολή της παροχής αυτής (β) με βάση την ως άνω ερμηνεία έκρινε στην συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι η μη χορήγηση στους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες, οι οποίοι υπηρετούν ως υπάλληλοι του αναιρεσείοντος εναγομένου ΝΠΔΔ "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενοι στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (που καθιερώθηκε με το ν. 2470/1997 και στην συνέχεια με το ν. 3205/2003), της επίδικης παροχής του άρθ. 14 ν. 3016/2002 (ύψους αρχικά 88 και στην συνέχεια 176 ευρώ), αν και την δικαιούνταν, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2006 και ως προσωπική διαφορά, η οποία (παροχή) έχει προσλάβει τον χαρακτήρα γενικής προσαύξησης των αποδοχών τους, συνιστά άνιση μεταχείριση αυτών και παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και ότι την γένεση της αξίωσής τους για την ένδικη παροχή δεν εμποδίζει η καταβολή σ' αυτούς της αποζημίωσης του ενοποιημένου λογαριασμού ΔΙΒΕΕΤ (άρθ. 24 § 9 ν. 1884/1990), αφού η παροχή αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της εργασίας τους και επομένως καταφανώς ετεροειδής με την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση, ως εκ τούτου δε οι παροχές αυτές είναι ανεπίδεκτες αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθ. 14 § 3 ν. 3016/ 2002.

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε ενμέρει την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της και επεδίκασε στους ενάγοντες για την αιτία αυτή τα εκεί αναφερόμενα ποσά. Την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει το αναιρεσείον με αμφότερους τους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος, 13 ν. 2738/1999 14 ν. 3016/2002, 24 § 2 και 28 § 4 ν. 3205/2003, προβάλλοντας μάλιστα την ειδικότερη αιτίαση (με τον 1ο λόγο αναίρεσης) ότι εσφαλμένα έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι η επίδικη παροχή απώλεσε τον χαρακτήρα της ως οικονομικής ενίσχυσης των χαμηλόμισθων μόνο υπαλλήλων και αποτελεί πλέον γενική προσαύξηση των τακτικών αποδοχών όλων των υπαλλήλων, που αμείβονται σύμφωνα με το ενιαίο μισθολόγιο του δημόσιου τομέα (χωρίς δηλ.

την ως άνω προϋπόθεση). Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού αναίρεσης εξαρτάται από το ζήτημα της, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος), επέκτασης της χορήγησης της επίδικης παροχής (176 ευρώ) σε κατηγορίες υπαλλήλων, υπαγομένων στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμειβομένων σύμφωνα με αυτό, ως μόνης προϋπόθεσης για την χορήγησή της, εξομοιουμένης (της παροχής αυτής) με προσαύξηση του μισθού τους, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους ή μη και ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη παροχή, μικρότερη, ίση ή ανώτερη των 176 ευρώ, ή η χορήγησή της εξαρτάται και από την συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων των άρθ. 14 ν. 3016/ 2002 και 24 § 2 ν. 3205/2003, μη εξομοιουμένης με μισθό, και προς αυτήν συμψηφίζεται οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή (επίδομα κ.λπ.), ως η ανωτέρω, το οποίο, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση, αλλά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ, έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 2233/2013 απόφαση του Β1' Τμήματος, έχει δε ορισθεί δικάσιμος προς συζήτηση η 10-4-2014.

Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής (αναστολής) κατ' άρθ. 249 ΚΠολΔ έκδοσης απόφασης για την ένδικη αίτηση αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει την έκδοση απόφασης επί της από 11-9-2012 αίτησης του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" για αναίρεση της 1159/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 2233/2013 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ