Supreme Court partially allows appeal against appealable judgment for excess damages awarded to one defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final judgment from the Piraeus Court of Appeal. The appellants argued the lower court erred in finding liability based on specific damage percentages and awarded excessive damages. The court rejected arguments regarding contradictions in evidence and vague claims but found the lower court had awarded 50,000 euros in additional damages beyond what was requested.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559(9) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when a court rules on matters not requested or rules on more than requested, specifically including the award of damages exceeding the amount claimed by the plaintiff.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 708 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 708/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "HONDURAS MARITIME INSPECTION" (ΟΝΔΟΥΡΑΣ ΜΑΡΙΤΑΙΜ ΙΝΣΠΕΚΣΙΟΝ), νηογνώμονος της Ονδούρας, η οποία εδρεύει στην Τεγκουσιγκάλπα Ονδούρας και 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Χλούπη.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάριο Παυλάκη και 3) Ψ3, ο οποίος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Μάριος Παυλάκης ο οποίος δήλωσε ότι ο 3ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 16/10/2007 όπως προκύπτει απ'τη προσκομισθείσα ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Μαρωνείας Κομοτηνής Νομού Ροδόπης ....και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του 1) Ψ3Α (2ος αναιρεσίβλητος) και 2) Ψ3Β, οι οποίοι παρίστανται και τους εκπροσωπώ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3450/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 908/2006 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/12/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 11/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προκειμένη δίκη επί της από 21-12-2006 αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία διεκόπη εξαιτίας του γνωστοποιηθέντος θανάτου του τρίτου από τους αναιρεσιβλήτους Ψ3, που συνέβη στις 16-10-2007, ήτοι μετά την άσκηση της εν λόγω αιτήσεως, νομίμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 του Κ.Πολ.Δ., επαναλαμβάνεται με ρητή δήλωση , καταχωρηθείσα στα πρακτικά αυτού του Δικαστηρίου, από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος, Ψ3Β και Ψ3Α, των οποίων η ιδιότητα αυτή δεν αμφισβητήθηκε από τους αναιρεσείοντες.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαστήριο θεωρείται ότι επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και όταν, παρά τον γενόμενο μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δέχεται εν όλω ή εν μέρει αυτήν (αγωγή) σαν να ήταν στο σύνολό της καταψηφιστική.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την ένδικη αγωγή τους ζήτησαν, μετά την παραδεκτή με τις προτάσεις μερική μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, στην 1η εξ αυτών 50.000 ευρώ ως αποζημίωση για στέρηση της διατροφής της συνεπεία του θανόντος σε ναυτικό ατύχημα συζύγου της και 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, και στους 2ο και 3ο το ποσό των 50.000 ευρώ στον καθένα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και β) να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν επίσης εις ολόκληρον ο καθένας, στην 1η εξ αυτών το ποσό των 160.000 ευρώ ως αποζημίωση για τη στέρηση της διατροφής της και το ποσό των 250.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στον δεύτερο το ποσό των 250.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και στον 3ο το ποσό των 150.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, επίσης, λόγω ψυχικής οδύνης.
Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, δέχτηκε αυτήν εν μέρει και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στην πρώτη των εναγόντων 77. 352 ευρώ ως αποζημίωση για στέρηση της διατροφής της και 44.020 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στους δε δεύτερο και τρίτο εξ αυτών 44.020 και 23.477 ευρώ αντιστοίχως, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Έτσι, το Εφετείο με τα να επιδικάσει καταψηφιστικώς στην πρώτη των εναγόντων το επιπλέον των 50.000 ευρώ ποσό για στέρηση διατροφής, το οποίο είχε μετατρέψει σε αναγνωριστικό, επιδίκασε σ' αυτήν περισσότερα από όσα ζήτησε και κατά συνέπεια, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και "αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αναρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47...". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ως άνω λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου, όχι δε και όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως, που υπάγεται κατά το άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ, στην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.
ΑΠ 3/1991, 30/1995). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο Πειραιώς εσφαλμένα δέχτηκε ότι το πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς ήταν αρμόδιο να δικάσει τη διαφορά μολονότι αυτή υπαγόταν στην αρμοδιότητα του ναυτικού τμήματος του ιδίου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα δε συνιστά λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 55 Κ.Πολ.Δ., ή άλλον του ιδίου άρθρου (ειδικότερα δε από τους επικαλούμενους από τους αναιρεσείοντες αριθμούς 2, 4 και 15).
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 10, 11, 12, 14, και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι απαραδέκτως θεώρησε ως μη ασκηθείσα την αγωγή κατά το μέρος που αφορούσε την τετάρτη ενάγουσα, μετά την παραίτηση ως προς αυτήν από το δικόγραφο της αγωγής, εξαιτίας του θανάτου της που συνέβη πριν από την άσκηση της εν λόγω αγωγής, είναι απαράδεκτος, προεχόντως για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, καθόσον αυτοί δεν βλάπτονται από τη σχετική διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Ως "αίτηση", στην οποία το δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί, διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ.9 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, είναι κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε μορφή, που αποτελεί δε κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία.
Οι διαδικαστικές αιτήσεις μπορούν να ιδρύσουν το λόγο αυτόν μόνο όταν είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο της ουσίας και όχι όταν αυτές υπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία. Στις τελευταίες αυτές αιτήσεις περιλαμβάνεται και η κατά το άρθρο 169 Κ.Πολ.Δ. αίτηση του εναγομένου ή του διαδίκου κατά του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο, για παροχή από τον αντίδικό του εγγυοδοσίας ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, καθόσον το δικαστήριο, όπως από το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής (που ορίζει ότι "το δικαστήριο...μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα....αν αυτό κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος...."), προκύπτει, αποφαίνεται χωρίς καμία δέσμευση για την παραδοχή ή μη της εν λόγω αιτήσεως.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του με στοιχ. Α', με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι άφησε την παραδεκτώς προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες αίτηση για παροχή εγγυοδοσίας ως προς τα προκαλούμενα από την άσκηση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων του ενδίκου μέσου της εφέσεως, δικαστικά έξοδα, αδίκαστη, είναι απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του με στοιχ.
ΙΙ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο κακώς δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή για το λόγο ότι αυτή δεν κοινοποιήθηκε στην πρώτη από τους αναιρεσείοντες, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι η μη επίδοση της αγωγής δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο, για τη θεμελίωση του οποίου απαιτείται να εχώρησε ερημοδικία κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και όχι σε προηγούμενη συζήτηση στον πρώτο ή στο δεύτερο βαθμό, προϋπόθεση η οποία δε συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, η συζήτηση στο Εφετείο έγινε αντιμωλία των διαδίκων. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του με στοιχ. Γ', με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι άφησε αδίκαστη την προβληθείσα ένσταση ελλείψεως κατά τόπο αρμοδιότητας ως προς την πρώτη των αναιρεσειόντων, είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον η κατά τόπον αναρμοδιότητα του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ή οποιονδήποτε άλλο λόγο αναιρέσεως.
Από τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ κατά την οποία "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση", προκύπτει ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή της παραγραφής αυτής είναι η παρέλευση χρονικού διαστήματος πέντε ετών από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου σε αποζημίωση.
Επομένως, για την κατά το άρθρο 262 παρ, 1 Κ.Πολ.Δ. πληρότητα της σχετικής περί πενταετούς παραγραφής ενστάσεως , δεν αρκεί η αναφορά ότι από το ζημιογόνο γεγονός μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε ο χρόνος της παραγραφής αλλά είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται εναρκτήριος της παραγραφής αυτής χρόνος δηλαδή εκείνος κατά τον οποίο ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου σε αποζημίωση.
Διαφορετικά ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αόριστος. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, ως αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., νοείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, όχι δε και οι ενστάσεις ή αντενστάσεις, οι οποίες εμπίπτουν στον από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου λόγο αναιρέσεως. "Πράγματα" δε κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Για να ιδρυθεί όμως ο σχετικός αναιρετικός λόγος θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς δεν ιδρύει τον λόγο αυτόν η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσείοντες επανέφεραν τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό ότι από το χρόνο που κατά την αγωγή εκδηλώθηκε η αμελής συμπεριφορά του δεύτερου των αναιρεσειόντων και σε κάθε περίπτωση από τις 17-1-1998 που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα και ο εξαιτίας αυτού θάνατος του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων μέχρι την άσκηση της αγωγής, παρήλθε πενταετία και πλέον,του ατυχήματος. Ο ισχυρισμός αυτός ως ένσταση παραγραφής ήταν απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφερόταν ο χρόνος που οι ενάγοντες έλαβαν γνώση του υπόχρεου σε αποζημίωση.
Συνεπώς η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σ' αυτόν δεν ιδρύει τον εκτιμώμενο ως από τον αριθμό 8 και όχι 9 (όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. τέταρτο λόγο αναιρέσεως (στοιχ. Β'), ο οποίος κατόπιν αυτού πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι η ευθύνη για αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.
Εξάλλου, με τη Διεθνή Σύμβαση για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής, που καταρτίστηκε το έτος 1974 και τροποποιήθηκε ακολούθως με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου των ετών 1978 και 1988, και κυρώθηκε η μεν αρχική με το ν. 1045/1980 και οι τροποποιήσεις της με τους ν. 1159/1981 και 2208/1994 αντίστοιχα, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι α) από την έναρξη ισχύος της απαγορεύεται ο απόπλους των υπό Ελληνική ή ξένη σημαία πλοίων, που υπάγονται στις διατάξεις της και ανήκουν σε χώρες που μετέχουν ή μη στη Σύμβαση, εφόσον δεν πληρούν τους όρους αυτής, β) ο έλεγχος και η επιθεώρηση των πλοίων θα διενεργούνται από όργανα της Αρχής, η οποία μπορεί να αναθέτει τους ελέγχους και τις επιθεωρήσεις είτε σε επιθεωρητές διορισμένους για το σκοπό αυτό είτε σε αναγνωρισμένους απ' αυτήν οργανισμούς, και γ) η κατάσταση του πλοίου και του εξοπλισμού του πλοίου θα διατηρείται σύμφωνα με τις διατάξεις των Κανονισμών ώστε να εξασφαλίζεται ότι τούτο από κάθε άποψη θα παραμένει ικανό να εκτελεί πλόες χωρίς κίνδυνο για το ίδιο ή τους επιβαίνοντες σ' αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής. οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων και τα εξής: ότι στις 17-1-1998 απεβίωσε σε ναυάγιο του υπό Σημαία Ονδούρας πλοίου "........" που έλαβε χώρα στα διεθνή ύδατα πλησίον της ......., ο σύζυγος της πρώτης, πατέρας του δεύτερου και γιος του τρίτου Γ1, που υπηρετούσε στο πλοίο αυτό ως ναύτης και ότι το ναυάγιο αυτό συνακόλουθα δε και ο θάνατος του ανωτέρω οφείλεται στην αναξιοπλοϊα του εν λόγω πλοίου, για την οποία υπεύθυνη ήταν λόγω της ιδιότητάς της ως νηογνώμονος αυτού η πρώτη των αναιρεσειόντων καθώς και αμελή συμπεριφορά του δευτέρου εξ αυτών εκπροσώπου της πρώτης και επιθεωρητή, υπεύθυνου για την έκδοση των πιστοποιητικών αξιοπλοϊας, της αμέλειάς του, συνισταμένης στο ότι δεν είχε εκτελέσει σωστές επιθεωρήσεις στο πλοίο και δε είχε φροντίσει να γίνουν οι δέουσες επισκευές στα κακοσυντηρημένα ελάσματα του σκάφους, που παρουσίαζαν υπερβολικές φθορές και διατρήσεις, στα δίκτυα και τις αντλίες απάντλησης υδάτων από το πλοίο, που δε λειτουργούσαν σωστά, στις ηλεκτρογεννήτριες του πλοίου, που παρουσίαζαν συνεχείς βλάβες και στη μη σωστή στεγανοποίηση των καπακιών των αμπαριών.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή στην οποία γινόταν επαρκής αναφορά στην αμελή συμπεριφορά του δεύτερου των αναιρεσειόντων-οργάνου της πρώτης εξ αυτών, η οποία και συνδέεται, κατά τα εκτιθέμενα, αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα δηλαδή το ναυάγιο του πλοίου και τον εντεύθεν θάνατο του Γ1, ήταν πλήρως, ως προς τα σημεία αυτά, ορισμένη και συνεπώς το Εφετείο ορθώς δεν την απέρριψε ως αόριστη.
Έτσι, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. σκέλος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 2, 335, 338,340 και 346 του ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο της ουσίας, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, έχει υποχρέωση, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών περιστατικών, που ασκούν αμέσως ή εμμέσως ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, να λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου ( δηλαδή τα υποστατά και έγκυρα), με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός, ενώ συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394.
Αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. είναι, μεταξύ άλλων, και τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή τα συμπεράσματα που συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Τεκμήρια δε μπορούν να συναχθούν και από δικαστικές ποινικές αποφάσεις και βουλεύματα, ακόμη και αν έχουν εξαφανισθεί κατά παραδοχή ενδίκου μέσου, καθώς και από πραγματογνωμοσύνη άλλης δίκης πολιτικής ή ποινικής.
Έτσι, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, και συγκεκριμένα το υπ' αριθμ. 212/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο έχει ήδη αναιρεθεί με την υπ' αριθμ. 1269/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβ.), καθώς και την από .......
έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διενεργήθηκε στα πλαίσια της ποινικής δίκης αλλά ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους, είναι αβάσιμος διότι τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), επιτρέπονταν από το νόμο να συνεκτιμηθούν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενόψει του ότι δεν απαγορευόταν το εμμάρτυρο μέσο αποδείξεως.
Κατά το άρθρο 926 ΑΚ "αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία". Η διάταξη αυτή αφορά στην εσωτερική σχέση των εν λόγω προσώπων απέναντι στο ζημιωθέντα, καθιερώνοντας ευθύνη εις ολόκληρον, η δε παρ. 2 ρυθμίζει την περίπτωση που η ζημία προήλθε από τις αυτοτελείς ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) περισσοτέρων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, χωρίς να μπορεί όμως να εξακριβωθεί ποια από αυτές προκάλεσε στην πραγματικότητα τη ζημία.
Ενώ δηλαδή κάθε μια από τις πράξεις των περισσοτέρων προσώπων ήταν πρόσφορη να προκαλέσει μόνη της ολόκληρη τη ζημία, δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποιος είναι ο πραγματικός πρόξενος ζημίας και ποιο το ποσοστό συμβολής του καθένα στο ζημιογόνο αποτέλεσμα. Στην τελευταία αυτή παράγραφο δεν υπάγονται ο προστήσας και ο προστηθείς (άρθρ. 922 και 914 ΑΚ), διότι αυτοί ενεχόμενοι παράλληλα, εμπίπτουν στη ρύθμιση του δεύτερου εδαφίου της πρώτης παραγράφου του εν λόγω άρθρου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε και τα εξής: Από τα περιστατικά που προεκτέθηκαν, ανεξάρτητα από τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα των διαχειριστών της πλοιοκτήτριας, το επίμαχο ναυάγιο οφείλεται και στην ανωτέρω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του δευτέρου των εναγομένων, τον οποίο προέστησε στην υπηρεσία της η πρώτη από αυτούς, συνισταμένη στο ότι αυτός παρέλειψε, μολονότι είχε ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση (ενόψει των όσων σημειώθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη),να ενεργήσει στο πλοίο κανονική, πλήρη και ουσιαστική επιθεώρηση, να διαπιστώσει την ελαττωματική κατάστασή του, να προκαλέσει την αποκατάσταση των φθορών και ελλείψεών του και να αρνηθεί να χορηγήσει τα πιστοποιητικά αξιοπλοϊας πριν από την αποκατάσταση αυτών.
Η συμπεριφορά δε αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ναυάγιο και τις συνέπειες του, αφού εξαιτίας των παραπάνω πράξεων και παραλείψεών του παρέμεινε ουσιαστικά αδιερεύνητη η αξιοπλοϊα του πλοίου και συνέχισε τούτο τα ταξίδια του μέχρι την 17-1-1998, οπότε βυθίστηκε και πνίγηκαν τα επτά μέλη του πληρώματος, αποτέλεσμα που χωρίς την περιγραφόμενη συμπεριφορά του δεν θα επερχόταν, αφού χωρίς τα κατά νόμο πιστοποιητικά αξιοπλοϊας δε θα μπορούσε το πλοίο να εκτελεί πλόες.
Ενόψει τούτων και δεδομένου ότι στην προκειμένη υπόθεση συντρέχει περίπτωση ευθύνης εις ολόκληρον περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή των εδώ εναγομένων, της πλοιοκτήτριας και του εκπροσώπου της, των οποίων οι διαδοχικές και πρόσφορες προς τούτο πράξεις και παραλείψεις προκάλεσαν το επίδικο ναυάγιο, χωρίς όμως να εξακριβωθεί τίνος η πράξη προξένησε πράγματι το ζημιογόνο αποτέλεσμα, οι ενάγοντες δικαιούνται να επιδιώξουν την ικανοποίηση των ενδίκων αξιώσεών τους στρεφόμενοι κατά των εναγομένων, εφόσον το δικαίωμά τους κατά της πλοιοκτήτριας και του εκπροσώπου της ασκήθηκε αλλά δεν έχει ικανοποιηθεί.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσεως καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας του δεύτερου των εναγομένων προστηθέντος από την πρώτη (νηογνώμονα του πλοίου) στην επέλευση του ναυαγίου και δεν αποτελεί αντίφαση προς τούτο η παραδοχή "χωρίς όμως να εξακριβωθεί τίνος (από τους πολλούς διαδοχικά ενεργήσαντες), η πράξη επέφερε τη ζημία", αφού αυτή, δεν αίρει την εξ αδικοπραξίας ευθύνη των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, γιατί η μη διακρίβωση τίνος η πράξη ή παράλειψη από τους πλείονες διαδοχικά ενεργήσαντες ή παραλείψαντες επέφερε πράγματι τη ζημία, ασκεί επιρροή μόνο στην εις ολόκληρον ή μη ευθύνη αυτών έναντι του ζημιωθέντος.
Επομένως, ο έκτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του για την υπαιτιότητα του δευτέρου των εναγομένων, την προσκομισθείσα με επίκληση μελέτη παχυμετρήσεως που διενήργησε ο προηγούμενος νηογνώμονας του πλοίου Ε.Ν.
το έτος 1996, τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης , την έκθεση του λιμενικού ...... και τις καταθέσεις των μαρτύρων Ζ1 και Ζ2, είναι αβάσιμος διότι από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στον πρώτο βαθμό και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη τόσο τα προαναφερόμενα έγγραφα, όσο και οι μαρτυρικές καταθέσεις, Ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αυτού πιο πάνω εγγράφου, είναι απαράδεκτος λόγω της αντιφατικότητάς του με τον προηγούμενο από τον αριθμό 11 του αυτού άρθρου λόγο αναιρέσεως. Ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας της διεθνούς συμβάσεως της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα, είναι απαράδεκτος διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και σε τι συνίσταται η παραβίαση.
Κατά το μέρος δε που ο λόγος αυτός επιχειρείται να θεμελιωθεί στην αιτίαση "ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε πράγματα αντίθετα από αυτά που δέχτηκαν οι πραγματογνώμονες", είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση της εν λόγω πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τη έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δε συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σχετικά με την υπαιτιότητα του δεύτερου των εναγομένων στην επέλευση του ένδικου ναυαγίου, συνέπεια του οποίου υπήρξε ο θάνατος του Γ1, δέχτηκε ότι αυτή θεμελιώνεται και στο ότι ο εν λόγω εναγόμενος παρέλειψε να ελέγξει τις παχυμετρήσεις οι οποίες είχαν ληφθεί από τον Ε.Ν.
το Σεπτέμβριο του 1996 και σύμφωνα με τις οποίες, όπως ήδη σημειώθηκε, στην περιοχή του καταστρώματος, όπου δημιουργήθηκε κατά το ναυάγιο το ρήγμα, οι φθορές κατά το χρόνο εκείνο είχαν φθάσει τα 18, 6% με όριο φθοράς 20-25%. Οι παραδοχές αυτές δεν περιέχουν την επικαλούμενη με τον ίδιο πιο πάνω έβδομο λόγο αναιρέσεως αντίφαση, καθόσον το Εφετείο δέχτηκε ότι το αναφερόμενο ποσοστό φθοράς υπήρξε κατά το Σεπτέμβριο του 1996 και όχι κατά το χρόνο του ατυχήματος ώστε, ενόψει και του αναφερόμενου επίσης ως ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου φθοράς στην περιοχή του καταστρώματος, που είναι μεγαλύτερο, να δημιουργείται αντίφαση καθιστώσα ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας της επικαλούμενης αυτής αντιφάσεως, είναι αβάσιμος. Ο αυτός λόγος κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται ότι οι παραδοχές του Εφετείου σχετικά με τις πράξεις και παραλείψεις του δεύτερου εναγομένου στις οποίες θεμελιώνεται η υπαιτιότητά του, είναι αντίθετες με την από ........
μελέτη παχυμετρήσεως, την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ζ2, τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, και τα λοιπά προσκομισθέντα με επίκληση από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά στοιχεία, είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι αναφέρεται στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, το πόρισμα από την εκτίμηση του οποίου, όπως τούτο προαναφέρθηκε, εκτίθεται σαφώς.
Τέλος, απαράδεκτοι είναι και οι από τους αριθμούς 12 και 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως, λόγω της αοριστίας τους καθόσον αναφέρονται μόνο αριθμητικά χωρίς περαιτέρω καθορισμό των προβαλλόμενων αιτιάσεων. Μετά από αυτά, πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που επιδίκασε καταψηφιστικώς στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων το επιπλέον των 50.000 ευρώ ποσό και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 908/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ