Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly considered all evidence and rejected inadmissible arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Second Instance Court of Larissa's decision of 47/2005. The appellants argued that the lower court failed to consider notarized certificates and failed to properly evaluate evidence regarding the discharge of the plaintiff's claim. The court found that the lower court had explicitly noted the notarized certificates and correctly rejected the claim of debt discharge based on insufficient proof and the nature of the payment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when the lower court has properly considered all evidence presented and the appellant's arguments regarding the non-consideration of evidence or the substantive judgment are not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 708 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 708/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1)X1 και 2) X2 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Κοψαχείλη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 232/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 47/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Απριλίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 6 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ένορκες βεβαιώσεις που λαμβάνονται ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου είναι αποδεικτικά μέσα διαφορετικά από τους μάρτυρες και τα έγγραφα.
Συνεπώς, το δικαστήριο, για να μην καταλείπεται αμφιβολία για το αν λήφθησαν υπόψη πρέπει να τις μνημονεύει ιδιαιτέρως. Στην αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, μέρος πρώτο, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της, καίτοι προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, τις 1591 και 1592/7-10-2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Λάρισας Σοφίας Γιαννακοπούλου-Μπάτη, οι οποίες είχαν ληφθεί νόμιμα, το συμφωνητικό ....
με την .... ΟΕ, ως και τις ένορκες προανακριτικές καταθέσεις των .... και .... . Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση από τους διαδίκους, ενώ ρητά γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη οι 1591 και 1592/7-10-2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Λάρισας Σοφίας Γιαννακοπούλου.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ.11 ΚΠολΔ ως άνω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Aπό το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που όριζε στο δεύτερο εδάφιό του (προ της διαγραφής του από το νόμο 2915/2001, που ισχύει από 1.1.2002 για υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση είχε προσδιοριστεί πριν από την ημερομηνία αυτή), ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα ως αληθινά, χωρίς να διατάξει γι΄ αυτά απόδειξη, είναι φανερό, ότι ο λόγος αυτός δεν δημιουργείται, όπου, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση με παρεμπίπτουσα απόφασή του να διατάξει απόδειξη και αποφαίνεται βάσει των προαποδεικτικώς προσκομιζομένων από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος, δεύτερο μέρος της αναιρέσεως ότι το Εφετείο δέχθηκε τα όσα ισχυρίστηκε ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να διατάξει απόδειξη, με μόνη τη μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρά του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν είχε κατά νόμο τέτοια υποχρέωση (άρθρ. 524 παρ. 1 σε συνδ. με το άρθρο 270 παρ. 6 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, προ της αντικαταστάσεώς των με τα άρθρα 16 παρ. 3 και 12 του ν.2915/2001 αντίστοιχα).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 28/1997, Ολ.ΑΠ 30/1997).
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει δύο προφορικών συμβάσεων, εκ των οποίων η πρώτη καταρτίσθηκε το Μάϊο 1997 και η δεύτερη το Νοέμβριο 1997 ο ενάγων συμφώνησε στη Λάρισα με τους εναγομένους, εργολάβους δημοσίων έργων, και ανέλαβε ως υπεργολάβος με μηχανήματα και εργαλεία ιδιοκτησίας του, να εκτελέσει τις χωματουργικές εργασίες στα εξής έργα α) στη συντήρηση του αγροτικού δρόμου .....
στη διάστρωση κοινοτικών δρόμων εντός των κοινοτήτων .... και ..... και στη διαμόρφωση αγροτικών δρόμων των παραπάνω κοινοτήτων, με βάση την πρώτη συμφωνία και β) στην ανέγερση τυροκομείου, ιδιοκτησίας .... , στην κοινότητα .... , με βάση τη δεύτερη συμφωνία.
Συνεπώς απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο πρώτος λόγος της έφεσης με τον οποίο διατείνεται ο εκκαλών-εναγόμενος Χ2 ότι δεν νομιμοποιείται παθητικώς στην έγερση της ένδικης αγωγής, εφόσον και ο ίδιος στην χωρίς όρκο εξέτασή του στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου Δικαστηρίου, εμμέσως πλην σαφώς, συνομολόγησε ότι από κοινού με το δεύτερο εναγόμενο X1 , προήλθαν σε συμφωνία με τον ενάγοντα για την εκτέλεση των προαναφερομένων έργων (βλ.
πρακτικά πρωτόδικης δίκης...) Εξάλλου αποδείχθηκε ότι στην εκτέλεση των παραπάνω έργων, πλην των άλλων, απασχολήθηκε ως οδηγός και ο ..... , μάρτυρας του ενάγοντος, ο οποίος απεβίωσε ήδη την 25-9-2002. Περαιτέρω από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση της επίδικης οφειλής στον ενάγοντα, δεδομένου ότι, από τα επικαλούμενα με τις προτάσεις τους έγγραφα (ήτοι αποδείξεις X2 για καταβολή μετρητών στον ενάγοντα, εξοφλητικά τιμολόγια του τελευταίου), ουδέν προσκομίσθηκε, πλην της υπ' αριθμ. ....
επιταγής της ΕΤΕ, εκδόσεως X2 , ποσού 6.350.000 δραχμών, το οποίο αποδέχεται ότι εισέπραξε ο ενάγων στις 22-10-1997. H καταβολή όμως του εν λόγω ποσού στον ενάγοντα δεν αποδεικνύει εξόφληση της επίδικης οφειλής, εφόσον, πρόκειται περί ποσού διπλασίου του αιτουμένου με την αγωγή, κατεβλήθη ενωρίτερον από την παράδοση των επίδικων έργων (στις 23-11-1997) και αφορά προφανώς σε άλλες εργασίες που εξετέλεσε ο ενάγων, αφού, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην ανωμοτί εξέτασή του στο πρωτόδικο δικαστήριο o εκκαλών X2 , "η συμφωνία με τον ενάγοντα Ψ1 ήταν για πολλά έργα" (βλ.
πρακτικά δίκης). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της έφεσης με τον οποίο παραπονούνται οι εκκαλούντες ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε τη νομίμως προταθείσα ένσταση αυτών περί εξοφλήσεως της επίδικης απαίτησης του ενάγοντος. Τέλος απορριπτέος κρίνεται και ο τρίτος λόγος της έφεσης με το οποίο υποστηρίζουν οι εκκαλούντες ότι έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος εφόσον ο τελευταίος ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε, όπως π.χ.
τιμολόγιο προς τον πρώτο εκκαλούντα Χ1, που εξετέλεσε το πρώτο έργο και προς την εταιρία .... ΟΕ, η οποία εξετέλεσε το δεύτερο έργο, αν και οχλήθηκε επανειλημμένως, δεδομένου ότι τα προσκομισθέντα από τον ενάγοντα αποδεικτικά στοιχεία, ήταν ικανά να δημιουργήσουν πλήρη δικανική πεποίθηση στο Δικαστήριο για την κρινόμενη διαφορά".
Με αυτά που δέχθηκε η πληττόμενη απόφαση περιέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, σε σχέση με τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του δεύτερου των αναιρεσειόντων και ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός περί εξοφλήσεως της επίδικης απαίτησης με την .... -τραπεζική επιταγή.
Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ ως άνω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται ισχυρισμοί από τους αναιρεσείοντες για να καταδειχθεί η εσφαλμένη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.4.2005 αίτηση των X1 και X2 για αναίρεση της 47/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννεακοσίων εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ