Legislator Case Law & Legislation
707/2023 AI generated

Appeal against absent party's appeal dismissed; appeal against present party allowed due to improper acceptance of claims.

Case Number 707/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the second and third defendants who were absent from the trial, but allowed the appeal against the first defendant who was present. The court found that the lower court improperly accepted the first defendant's supplementary claims as admitted without proper proof, violating procedural rules regarding absent parties. Consequently, the case was remanded for retrial of the first defendant's appeal before a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 556, 558, 553, 559, 580, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: An appeal against an absent party is inadmissible if the decision can be challenged via default judgment; however, if the lower court improperly treats an absent party's claims as admitted without evidence, the appeal against the present party is admissible and the case must be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility absent party default improper acceptance of claims remand for retrial judicial costs new panel of judges

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 556, 558 of the Code of Civil Procedure
Article 553 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 24/1997
Supreme Court Case 15, 16/1996
Supreme Court Case 465/2019
Supreme Court Case 165/2022
Supreme Court Case 650/2019
Supreme Court Case 53/2019
Supreme Court Case 157/2018
Supreme Court Case 739/2021
Supreme Court Case 1091/2020
Supreme Court Case 1709/2018
Supreme Court Case 925/2018
Supreme Court Case 15/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 707 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 707/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Δ. του Γ., κατοίκου δημοτικού διαμερίσματος ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Περίδη, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Μ., κατοίκου δημοτικής περιφέρειας ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παπαγεωργίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Β. Λ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2010 αγωγή του ήδη α' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 296/2017 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-4-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο αναιρεσείων και ο α' αναιρεσίβλητος, παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος κατ' έφεση αντιδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους, όχι δε και κατά του ομοδίκου του ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1997, ΟλΑΠ 15, 16/1996, ΑΠ 465/2019). Επομένως, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η αίτηση αναιρέσεως του ενός από αυτούς δεν μπορεί να απευθύνεται κατά του ομοδίκου του, εκτός εάν η απόφαση περιέχει διάταξη υπέρ αυτούς η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 165/2022, ΑΠ 650/2019, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 157/2018). Απλή δε ομοδικία υφίσταται και μεταξύ των περισσοτέρων εναγομένων διεκδικητικής αγωγής (ΑΠ 165/2022, ΑΠ 739/2021, ΑΠ1091/2020, ΑΠ 1709/2018, ΑΠ 925/2018). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση η οποία έχει εκδοθεί ερήμην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.

Συνεπώς, κατά της απόφασης του Εφετείου που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας που λήγει είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ 15νθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκηση της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), με αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου (ΑΠ. 45/2020, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 2102/2017).

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (Ολ.ΑΠ 17/2013). Έτσι η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 197/2020, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 2102/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 12.1.2010 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, Γ. Π., στρεφόμενος κατά του αναιρεσείοντος Σ. Δ. και των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, Β.

Λ. και Κ. Σ., εξέθετε ότι με τα ... και ... συμβόλαια αγοραπωλησίας ποσοστών εξ αδιαιρέτου του τέως συμβολαιογράφου Ρόδου Σακελαρίου Μαΐλλη, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Κτηματολογίου Ρόδου ποσοστά εξ αδιαιρέτου ακινήτου, το οποίο απαρτίζεται από οικοδομή 16 τ.μ. και ακάλυπτο οικόπεδο 108 τ.μ.

και βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια … στην …., και δη ποσοστά 217, 75/1000 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου δυνάμει του πρώτου συμβολαίου και ποσοστό 1/4 των 129/1000 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του ως άνω δευτέρου συμβολαίου, περιήλθαν από τον Οργανισμό Διαχείρισης Κτημάτων Βακούφ Ρόδου στον ίδιο, ενώ τα λοιπά εξ αδιαιρέτου ποσοστά του ακινήτου δυνάμει των ως άνω συμβολαίων περιήλθαν στον αναιρεσείοντα, στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και στον δικαιοπάροχο του τρίτου των αναιρεσιβλήτων.

Επικαλούμενος δε ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος ότι αμέσως μετά την κατάρτιση των ως άνω συμβολαίων, με την από 8.8.1979 έγγραφη δήλωση των συγκυρίων του εν λόγω ακινήτου συμφωνήθηκε άτυπη διανομή, δυνάμει της οποίας αυτός έλαβε στην αποκλειστική κυριότητα και νομή του το ήδη υφιστάμενο επί της επίδικης μερίδας ισόγειο κτίσμα -αυτοτελές κατάστημα, το οποίο έτσι, ήδη χρησιμοποιούμενο από το έτος 1946 από τον πατέρα του ως εμποροραφείο, από το έτος 1979 νεμόταν και κατείχε και εκμεταλλεύονταν αποκλειστικά ο ίδιος με την εκμίσθωσή του σε τρίτους και την είσπραξη των μισθωμάτων και την παραχώρησή του κατά χρήση στη σύζυγο του, που το χρησιμοποιούσε ως κατάστημα τουριστικών ειδών και λαϊκής τέχνης μέχρι το έτος 1998, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι σύμφωνα με τη διάταξη 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού (άρθρο 2 παρ. 1 και 8 του Ν. 510/1947 με το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ ο Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου) συντρέχει στο πρόσωπο του αποκλειστικά νόμιμος χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής για τη κτήση κυριότητας με χρησικτησία επί τμήματος ακινήτου επιφανείας 26 τ.μ., νομικής φύσεως "βακούφ διτελές μη γνήσιο και ήδη "μουλκ ελευθέρας ιδιοκτησίας", που βρίσκεται στη ….

Στην ….., επικουρικά δε λόγω της νομικής φύσεως αυτού ως "βακούφ διτελές μη γνήσιο να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει περίπτωση κτήσεως της ωφέλιμης κυριότητας αυτού με δεκαετή κτητική παραγραφή. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε ερήμην των εναγομένων η 157/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία απέρριψε την κύρια βάση της ως μη νόμιμη και την επικουρική βάση της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής από τον πρώτο αναιρεσίβλητο (ενάγοντα) Γ. Π. εκδόθηκε ερήμην των εφεσιβλήτων η προσβαλλόμενη 296/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μετά δε την κράτηση και εκδίκαση της υποθέσεως, το Εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή κατά την επικουρική της βάση και αναγνώρισε ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του ενάγοντος, ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου ο νόμιμος χρόνος κτητικής παραγραφής για την απόκτηση της ωφέλιμης κυριότητας επί του ακινήτου.

Όπως προκύπτει από την 3856Γ'/10.4.2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου, με έδρα το Πρωτοδικείο Ρόδου, Α. Κ., η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 10.4.2018, με την επιμέλεια του εκκαλούντος, πρώτου αναιρεσιβλήτου, στον ήδη αναιρεσείοντα. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα η από 22.4.2018 ανακοπή ερημοδικίας και επ'αυτής εκδόθηκε η 272/10.12.2018 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία την δέχθηκε τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν με το αιτιολογικό ότι δεν πιθανολογήθηκε η συνδρομή ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, που να δικαιολογεί την εξαφάνισή της.

Η απορριπτική της ανακοπής ερημοδικίας ως άνω απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου επιδόθηκε με την επιμέλεια του πρώτου αναιρεσίβλητου σε όλους τους διαδίκους, ήτοι στον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με την από την 5077Γ/26.3.2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου με έδρα το Πρωτοδικείο Ρόδου, Α.

Κ., και στους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, σύμφωνα με την 5076 Γ/26.3.2019 έκθεση επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας και την 8824Β/21.3.2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθήνας, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθήνας, Ε. Σ. Κ. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά στρέφεται κατά της 296/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που έκανε δεκτή την έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου, χωρίς να έχει έννομη επιρροή το γεγονός ότι δεν στρέφεται και κατά της 272/2018 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την κατ'αυτής ανακοπή ερημοδικίας που άσκησε ο αναιρεσείων, εφόσον αυτή αφορούσε μόνο τη μη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του ίδιου που να δικαιολογούν την εξαφάνισή της.

Άλλωστε η επίδοση της ερήμην αποφάσεως σχετίζεται μόνο με την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία και πραγματικά ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα και όχι της προθεσμίας ασκήσεως της αναιρέσεως, η οποία αρχίζει και ως προς αυτήν, ήτοι την 296/2017 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, από την επίδοση της ως άνω 272/2018 απορριπτικής της ανακοπής ερημοδικίας αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου.

Με βάση τα παραπάνω, εφόσον η ως άνω απορριπτική της ανακοπής ερημοδικίας 272/2018 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα από τον πρώτο αναιρεσίβλητο στις 26.3.2019 και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 23.4.2019, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των 30 ημερών, αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ και θα ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.ΠολΔ), απορριπτομένων των περί απαραδέκτου ασκήσεως αυτής ισχυρισμών του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που περιέχονται στις κατατεθειμένες προ εικοσαημέρου προτάσεις του από τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Όμως η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απαραδέκτως απευθύνεται και κατά των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων Β. Λ. και Κ. Σ., απλών ομοδίκων του αναιρεσείοντος, ως εναγομένων της διεκδικητικής αγωγής που άσκησε κατ'αυτών ο πρώτος αναιρεσίβλητος, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, δεν περιέχει διάταξη που να ωφελεί τους αναιρεσίβλητους αυτούς και συγχρόνως να βλάπτει τον αναιρεσείοντα, ώστε να δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του ίδιου για να απευθύνει την αναίρεσή του και κατά των ως άνω ομοδίκων του.

Ωστόσο, αυτοί, έχοντας καταστεί διάδικοι στην παρούσα υπόθεση ως εναγόμενοι και ως εφεσίβλητοι, κατά τα οριζόμενα από το άρθρο 110 ΚΠολΔ, έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης και πρέπει, επί ποινή απαρεδέκτου, να καλούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου (ΑΠ 907/2020, ΑΠ 1475/2019, ΑΠ 1612/2018, ΑΠ 591/2018, ΑΠ 1277/2017), προϋπόθεση που έχει τηρηθεί στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον όπως προκύπτει αντίστοιχα από την 6884Γ'/15.9.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου, με έδρα το Πρωτοδικείο Ρόδου, Α.

Λ. Κ. και την 10585/16.9.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών. Ε. Σ. Κ., ακριβές αντίγραφο της από 23.4.2019 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της 296/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως σε αυτούς, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος και υπ'ερ των ως άνω αναιρεσιβλήτων δεν θα επιβληθούν, εφόσον αυτοί λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα.

Κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 και 8 παρ. 2του Ν. 510/1947 "Περί της εν Δωδεκανήσω εφαρμοστέας Δικαστικής Νομοθεσίας" από τη δημοσίευση του (30.12.1947) εισάγονται στη Δωδεκάνησο ο Αστικός Κώδικας και ο Εισαγωγικός Νόμος αυτού και καταργούνται οι διατάξεις του Ιταλικού Δικαίου, αλλά διατηρούνται εν ισχύ οι διατάξεις περί Κτηματολογίου, μεταξύ των οποίων και εκείνες περί Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου που κυρώθηκε με τα 132/1929 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη.

Όπως δε συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 7 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, τα κείμενα ακίνητα στη Ρόδο διακρίνονται σε τρεις (3) κατηγορίες γαιών: α) σε δημόσιες (μιρέ εραζί εμιρέ, μετρουκέ, μεβάτ), β) σε ελευθέρας ιδιοκτησίας (μούλκ) και γ) σε αφιερωμένες γαίες ή βακούφια, δηλαδή εκείνες που κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο αφιερώθηκαν προς εκπλήρωση διηνεκούς ευαγούς σκοπού, έτσι ώστε αυτό να θεωρείται ως θείο πράγμα, του οποίου η ωφέλεια ανήκει στους ανθρώπους.

Δεδομένου δε ότι ο ιερός μουσουλμανικός νόμος αγνοεί τη νομική προσωπικότητα του αφιερώματος, τα βακουφικά κτήματα αμφοτέρων των κατηγοριών θεωρούνται θεία πράγματα των οποίων η ωφέλεια ανήκει στους ανθρώπους. Σε περίπτωση που τα βακούφια είναι ακίνητα, διακρίνονται αναλόγως των παρεχομένων δυνατοτήτων εκμετάλλευσης 1) σε ευαγή καταστήματα ή κατασκευάσματα (μουεσετάτι χαηριγιέ), δηλαδή σε εκείνα που υπηρετούν άμεσα το σκοπό που όρισε ο αφιερωτής ("βακήφ") χωρίς να αποφέρουν κάποια πρόσοδο με κάρπωση ή εκμίσθωση προς τρίτους (τεμένη, ιεροδιδασκαλεία, νοσοκομεία κλπ.) και 2) σε προσοδοφόρα (μουστεγαλάτ), δηλαδή σε εκείνα που συμβάλλουν μόνον εμμέσως στην εκπλήρωση του σκοπού που έταξε ο αφιερωτής με τα εισοδήματα, τα οποία επιτυγχάνονται με τη μίσθωση ή παραχώρηση αυτών σε ιδιώτες αντί "τελέσματος" (οικίες, καταστήματα, οικόπεδα, αγροί κλπ.).Τα προσοδοφόρα ακίνητα αναλόγως του χαρακτήρα παραχωρήσεως τους προς τρίτους διακρίνονται σε τρία είδη:

α) τα μονοτελή τα οποία κατείχαν και διοικούσαν οι έφοροι (ματεβελήδες) και επί των οποίων ο ιδιώτης έναντι καταβολής μισθώματος αποκτά για ορισμένο χρόνο μόνον το δικαίωμα χρήσεως ή καρπώσεως το οποίο δεν είναι μεταβιβαστό, β) τα διτελή επί των οποίων έναντι καταβολής διπλού τελέσματος-μισθώματος, δηλαδή ορισμένου ποσού κατά την παραχώρηση και ορισμένου συνήθως μικρού τελέσματος ετησίως ή κατ' άλλες χρονικές περιόδους, παραχωρείται στον ιδιώτη δικαίωμα χρήσεως και καρπώσεως διηνεκές με εμπράγματο χαρακτήρα (ωφέλιμη κυριότητα) (dominium utile) κληρονομητό και μεταβιβαστό αλλά και δεκτικό υποθήκης και γ) τα "μουκαταλή", δηλαδή εκείνα κατά τα οποία με την παραχώρηση έναντι καταβολής έναντι τελέσματος (μουκατά) παρέχεται στον τρίτο η εξουσία ανεγέρσεως και διατηρήσεως οικοδομής ή φυτεύσεως δένδρων και κλημάτων επί του εδάφους του βακουφικού κτήματος, επί αυτών δε, εκείνος προς τον οποίο γίνεται η παραχώρηση αποκτά χωριστή κυριότητα μεταβιβαστή και κληρονομητή, χωρίς όμως την κυριότητα επί του εδάφους, το οποίο ανήκει στο αφιέρωμα και απλώς εξουσιάζεται από τον έχοντα την κυριότητα επί της οικοδομής, των δένδρων ή των κλημάτων.

Το διηνεκές και το αναπαλλοτρίωτο του βακουφίου αποτελούν θεμελιώδη κανόνα του μουσουλμανικού δικαίου. Παρά το διηνεκές και το αναπαλλοτρίωτο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται, μετά από παροχή σχετικής άδειας και υπό τις προβλεπόμενες διατυπώσεις, η απαλλοτρίωση της κυριότητας, όπως όταν το αφιερωθέν κτήμα δεν αποφέρει πρόσοδο για τον ευαγή σκοπό ή η πρόσοδος δεν καλύπτει το σκοπό, ή όταν το αφιερωθέν κτήμα απέβη άχρηστο για τον ταχθέντα από τον αφιερωτή σκοπό, οπότε το απαλλοτριούμενο περιέρχεται κατά πλήρη κυριότητα σ'εκείνον, προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση.

Επί πλέον και ενόψει του ότι στη νομική έννοια της αφιερώσεως περιλαμβάνεται η υπέρ ευαγούς σκοπού από κάποιον ιδιοκτήτη γενόμενη αποξένωση και απαλλοτρίωση της κυριότητος πράγματος ανακύπτει ως θεμελιώδης η διάκριση των βακουφίων σε γνήσια και μη γνήσια. Έτσι γνήσια μεν βακούφια είναι εκείνα των οποίων ο αφιερωτής έχει πλήρη κυριότητα (μουλκ) κατά τη σύσταση του αφιερώματος, καθώς και εκείνα που προέρχονται από δημόσιες γαίες (εραζί- μιριγιέ) με αφιέρωση (σε διάφορες μορφές) υπέρ ευαγούς σκοπού από τον Σουλτάνο, ο οποίος όμως παραιτείται και αυτής της ψιλής κυριότητας (ρεκαμπέ) υπέρ του βακουφίου, μη γνήσια δε βακούφια, περί των οποίων προβλέπει το άρθρο 4 του περί γαιών νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274, που είναι αποσπάσματα δημόσιας γης των οποίων οι πρόσοδοι ιδίως η δεκάτη και άλλοι φόροι, αφιερώθηκαν από τον Σουλτάνο ή από άλλον με αυτοκρατορική άδεια υπέρ ευαγούς σκοπού χωρίς να αποβάλλουν την ιδιότητα της δημόσιας γης.

Οι ανωτέρω δε διατάξεις περί δυνατότητας απαλλοτρίωσης της κυριότητας των βακουφίων εφαρμόζονται μόνο προκειμένου περί μη γνησίων βακουφίων, ενώ επί των γνησίων βακουφίων, δεν εφαρμόζονται αυτές, διότι οι αφιερωμένες γαίες αυτού του είδους, οι οποίες καθόλα τα άλλα σε τίποτε δεν διαφέρουν των λοιπών δημοσίων γαιών και υπάγονται στον προμνημονευθέντα περί γαιών νόμο και όχι στις περί βακουφίων διατάξεις του ιερού μουσουλμανικού δικαίου, ανήκουν και μετά την αφιέρωση κατά ψιλή κυριότητα (ρεκαμπέ) στην πολιτεία.

Εξάλλου, η Ιταλία με την Συνθήκη της Λωζάννης θεώρησε ότι τα βακούφια (ευαγή καταστήματα ή προσοδοφόρα) διέπονται, από το Μουσουλμανικό δίκαιο, εκτός όμως αυτού επέτρεψε να συσταθούν και στο μέλλον βακούφια με το άρθρο 7 παρ. 7 του με αριθμό 132/1929 "Κυβερνητικού Διατάγματος" περί του Κτηματολογικού Κανονισμού.

Στη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων της 10.12.1947 (που κυρώθηκε με το ΝΔ 423/1947), με την οποία προσαρτήθηκε η Δωδεκάνησος στην Ελλάδα, δεν τέθηκε ορισμός ειδικά για τα βακούφια. Γενικά μόνο στην παράγραφο 9 του 14ου παραρτήματος της Συνθήκης αυτής ορίστηκε ότι "αι περιουσίαι, δικαιώματα και συμφέροντα των Δωδεκανησίων θα είναι σεβαστά εν ω μέτρω και τα των υπηκόων του διαδόχου κράτους, υπό τον όρο ότι εκτήθησαν νομίμως".

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 και 4, 26 έως 29, 37 έως 39, 46, 61 έως 63, 65, 68 και 72 του κυρωθέντος με το ως άνω Κυβερνητικό Διάταγμα 132/1929 του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου Κτηματολογικού Κανονισμού, που διατηρήθηκε εν ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ'αυτήν της Ελληνικής νομοθεσίας, συνάγεται μεταξύ άλλων ότι:

α) επί βακουφικών ακινήτων πρέπει να αναφέρονται στην εγγραφή στο Κτηματολόγιο, κατά το δυνατό, εκτός των άλλων, ο συστατικός τίτλος, εφόσον υπάρχει, το πρόσωπο που συνιστά το βακούφ, ο σκοπηθείς προορισμός που ορίστηκε από τον συστήσαντα και ο πράγματι υπάρχων, ο "μετεβελής" (έφορος), το ποσό του ετήσιου τέλους και τα τυχόν καθυστερούμενα, β) ότι μόνο επί των κατά τα ανωτέρω "μη γνησίων" βακουφικών ακινήτων είναι δυνατή η υπό του οθωμανικού δικαίου (άρθρο 78 εδ.

α' του νόμου "περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1272) κτητική παραγραφή της ωφέλιμης κυριότητας μετά από δεκαετή κατοχή και καλλιέργεια και γ) ότι μόνο από την αρχική (θεμελιώδη) εγγραφή στο κτηματολογικό βιβλίο θα κριθεί το είδος του ακινήτου και, περαιτέρω, αν αυτό χαρακτηρίζεται ως βακούφ, από την εν λόγω εγγραφή ομοίως θα κριθεί, και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του ως "μη γνησίου", επί του οποίου είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με δεκαετή κτητική παραγραφή, δεδομένου ότι επί "γνησίου" βακούφ, δεν προβλέπεται, κατά τα προαναφερόμενα η δεκαετής παραγραφή, αλλά μόνο η από το άρθρο 1661 του οθωμανικού αστικού κώδικα αναγνωριζόμενη παραγραφή του εφόρου του βακουφικού ιδρύματος μετά από παρέλευση τριάντα έξι ετών.

Ο χαρακτηρισμός του βακουφικού κτήματος ως "διτελούς" δεν προσδιορίζει κατά κανένα τρόπο και τη φύση αυτού ως "μη γνησίου", καθόσον τα διτελή βακουφικά ακίνητα μπορεί να προέρχονται από αφιέρωση γης είτε δημόσιας είτε ελεύθερης ιδιοκτησίας. Κατά συνέπεια, μόνη η εγγραφή κάποιου ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία ως "βακούφ διτελές" χωρίς άλλη ένδειξη δεν χαρακτηρίζει αυτό ως γνήσιο ή μη γνήσιο, αλλά ο χαρακτηρισμός του εξαρτάται από την προέλευσή του. (ΑΠ 1480/2014, ΑΠ 1450/2013, 447/2005).

Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 61-63, 65 και 68 του κυρωθέντος με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου Κτηματολογικού Κανονισμού, ο οποίος, κατά τα προαναφερόμενα, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σε αυτήν της Ελληνικής νομοθεσίας προκύπτει, ότι κατά την εκδίκαση αγωγής με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η συμπλήρωση της προβλεπόμενης από αυτές 1 δετούς ή 1 θετούς κτητικής παραγραφής, είτε αυτή (η εκδίκαση) γίνεται κατ αντιμωλία είτε ερήμην του εναγομένου, τα περιστατικά που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής ότι το επίδικο φέρεται εγγεγραμμένο στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο είτε ολόκληρο είτε εν μέρει υπέρ του εναγομένου, καθώς και η νομική φύση του ακινήτου, αποδεικνύονται μόνο με την προσκομιδή ακριβούς αντιγράφου του αντίστοιχου κτηματολογικού τίτλου ή πιστοποιητικού του διευθυντή του κτηματολογικού γραφείου, που εκδίδεται με βάση τον προαναφερόμενο τίτλο, διότι τα περιστατικά αυτά δεν μπορούν να ομολογούνται είτε με δικαστική είτε με εξώδικη ομολογία, αφού για να καταστεί κάποιος κύριος του ακινήτου με 15ετή κτητική παραγραφή ή για να αποκτήσει με 10ετή κτητική παραγραφή το δικαίωμα ωφελίμου κυριότητας (τεσσαρούφ) των δημοσίων κτημάτων (βλ.

και άρθρα 1, 2, 4, 63 παρ. 5, 65 Κτηματολογικού Κανονισμού, άρθρο 78 του νόμου Ραμαζάν 1274 οθωμανικού νόμου περί γαιών) θα πρέπει να επιτύχει την αναγνώριση του δικαιώματος έναντι εκείνου ο οποίος με βάση την τελευταία εγγραφή φέρεται ως κύριος του ακινήτου. (ΑΠ 1450/2013). Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 531 παρ. 2 και 279 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επί ερημοδικίας του εφεσίβλητου αυτός δικάζεται σαν να ήταν παρών και δεν ισχύει το εκ της ερημοδικίας συναγόμενο τεκμήριο ομολογίας, αλλά η υπόθεση ερευνάται αυτεπαγγέλτως κατά το νομικό και πραγματικό μέρος αυτής και συνεπώς η κρίση του Εφετείου που συναγάγει τεκμήριο ομολογίας των πραγματικών περιστατικών της αγωγής εκ της ερημοδικίας του εφεσίβλητου, δεν είναι ορθή (ΑΠ 995/2018, ΑΠ 2151/2014).

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Επίσης, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη (ή δεν διέταξε απόδειξη γι'αυτά). Η έννοια του όρου "πράγματα" είναι η ίδια, όπως και στο λόγο από τον αριθμό 8 της ίδιας διάταξης, και αναφέρεται στην απόδειξή τους.

Δηλαδή, ο λόγος αυτός ιδρύεται, αν το δικαστήριο δέχεται ότι αποδείχθηκε το ουσία βάσιμο ή αβάσιμο αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς απόδειξη (ΑΠ 1119/2018) ήτοι χωρίς να προσαχθεί αποδεικτικό μέσο, ή χωρίς το δικαστήριο της ουσίας να δέχεται, έστω και γενικώς, ότι την περί αποδείξεως πεποίθησή του την σχημάτισε από κάποια αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 103/2021, ΑΠ 903/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 296/2017 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε ερήμην των εφεσιβλήτων, κατά τα προαναφερόμενα, έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα ακόλουθα: "...από το 10438/2010 πιστοποιητικό του Κτηματολογίου Ρόδου, προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο είναι ισόγεια οικοδομή έκτασης 16 τ.μ.

και οικόπεδο (αυλή) έκτασης 108 τ.μ., που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια Ρόδου στην Παλαιά Πόλη με κτηματολογικά στοιχεία: Τόμος .., φύλλο …, μερίδα ... Οικοδομών Ρόδου και φάκελος ... του Κτηματολογίου Ροδου, νομικής φύσης "βακούφ (διτελές)". Επίσης προκύπτει ότι με τα ... και ... συμβόλαια αγοραπωλησίας ποσοστών εξ αδιαιρέτου του τέως συμβολαιογράφου Σακελαρίου Μαΐλλη, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Κτηματολογίου Ρόδου (αριθμ.

πραξ. ... σε συνδυασμό και με την αριθμό 5294/30-06-1979 διάταξη του Κτηματολογικού Δικαστή) ποσοστά εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου, και δη ποσοστά 217, 75/1000 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου δυνάμει του πρώτου συμβολαίου και ποσοστό 1/4των 129/1000 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του ως άνω δευτέρου συμβολαίου, περιήλθαν από τον Οργανισμό Διαχείρισης Κτημάτων Βακούφ Ρόδου στον ενάγοντα, καθώς και ότι τα λοιπά εξ αδιαιρέτου ποσοστά του ακινήτου δυνάμει των ως άνω συμβολαίων περιήλθαν στους πρώτο και δεύτερο των εφεσίβλητων και στον δικαιοπάροχο του τρίτου των εφεσιβλήτων Σ.

Σ. του Κ. Τέλος προκύπτει ότι με το με αριθμό ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ρόδου Σμαραγδής Παπαοικονόμου-Στάγκα, που μεταγράφηκε στα βιβλία Κτηματολογίου Ρόδου (αριθμός πράξης ...) μεταβιβάστηκε η ψιλή κυριότητα του 1/4 εξ αδιαιρέτου στον τρίτο εναγόμενο από τον πατέρα του. ο οποίος παρακράτησε την επικαρπία εφόρου ζωής, οπότε μετά τον θάνατο του τελευταίου περιέρχεται κατά πλήρη κυριότητα σε αυτόν (υιό).

Οι λοιποί περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος, οι οποίοι δεν αναφέρονται σε γεγονότα για τα οποία απαγορεύεται η ομολογία θεωρούνται ομολογημένοι λόγω της ερημοδικίας των εναγομένων κατά τη συζήτηση της αγωγής, εναντίον της οποίας (αγωγής) δεν υπάρχει κάποια ένσταση εξεταζόμενη αυτεπαγγέλτως...

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμη έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει συνεπώς ο συναφής λόγος εφέσεως να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος...." Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) ότι το επίδικο ακίνητο, αποτελούμενο από ισόγεια οικοδομή εμβαδού 16 τμ, και οικόπεδο (αυλή) έκτασης 108 τμ, που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια Ρόδου στην Παλαιά πόλη, έχει εγγραφεί στο Κτηματολόγιο Ρόδου, με κτηματολογικά στοιχεία:

Τόμος …, φύλλο …, μερίδα ... Οικοδομών Ρόδου και φάκελος ... του Κτηματολογίου Ροδου, νομικής φύσης "βακούφ(διτελές)", όπως προκύπτει από το προκσομιζόμενο μετ'επικλήσεως ενώπιον του 10438/2010 πιστοποιητικό του Κτηματολογίου Ρόδου, β) ότι από το ίδιο πιστοποιητικό προκύπτει ότι "δυνάμει των ... και ... συμβολαίων αγοραπωλησίας ποσοστών εξ αδιαιρέτου του τέως συμβολαιογράφου Σακελαρίου Μαΐλλη, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Κτηματολογίου Ρόδου (αριθμ.

πραξ. ... σε συνδυασμό και με την αριθμό 5294/30-06-1979 διάταξη του Κτηματολογικού Δικαστή) ποσοστά εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου, και δη ποσοστά 217, 75/1000 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου δυνάμει του πρώτου συμβολαίου και ποσοστό 1/4 των 129/1000 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του ως άνω δευτέρου συμβολαίου, περιήλθαν από τον Οργανισμό Διαχείρισης Κτημάτων Βακούφ Ρόδου στον ενάγοντα, καθώς και ότι τα λοιπά εξ αδιαιρέτου ποσοστά του ακινήτου δυνάμει των ως άνω συμβολαίων περιήλθαν στους πρώτο και δεύτερο των εφεσίβλητων και στον δικαιοπάροχο του τρίτου των εφεσιβλήτων Σ.

Σ. του Κ. Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο Δωδεκανήσου δέχθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσίβλητου περίπτωση κτήσεως της ωφέλιμης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, νομικής φύσεως "βακούφ διτελές" με δεκαετή κτητική παραγραφή, κρίνοντας ότι η νομική φύση του επιδίκου ακινήτου και η μεταβίβασή του στους διαδίκους προκύπτει από το 10438/2010 πιστοποιητικό του Κτηματολογίου Ρόδου, και ότι για τα λοιπά εκτιθέμενα περιστατικά της αγωγής επιτρέπεται ομολογία και θεωρούνται ομολογημένα, λόγω του εκ της ερημοδικίας των εκεί εφεσιβλήτων συναγομένου τεκμηρίου ομολογίας.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 8 παρ. 2 του Ν. 510/1947 "Περί της εν Δωδεκανήσω εφαρμοστέας Δικαστικής Νομοθεσίας", τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 7, 63, 65, 68 και 72 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 78 του νόμου Ραμαζάν 1274 οθωμανικού νόμου περί γαιών, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή τους.

Τούτο δε, διότι, το Εφετείο, εκ του ότι το επίδικο ακίνητο αναγράφεται στο 10438/2010 πιστοποιητικό του Κτηματολογίου Ρόδου, ως "βακούφ διτελές", δέχθηκε ότι είναι δυνατή η υπό του οθωμανικού δικαίου κτήση ωφέλιμης κυριότητας με δεκαετή κτητική παραγραφή επί αυτού, με μόνη την εγγραφή του στα κτηματολογικά βιβλία με τον ως άνω χαρακτηρισμό "βακούφ διτελές", χωρίς να περιλάβει, ως έδει, στις ουσιαστικές παραδοχές του ώστε αυτές να πληρούν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων και να δικαιολογείται η εφαρμογή τους, ότι από την εγγραφή του επιδίκου ακινήτου στα ως άνω κτηματολογικά βιβλία προκύπτει ή μη ο προσδιοριστικός της νομικής φύσης αυτού χαρακτηρισμός ως βακουφικού γνησίου ή μη γνησίου, καθόσον, όπως εκτέθηκε στην οικεία νομική σκέψη, μόνο από την αρχική (θεμελιώδη) εγγραφή στο κτηματολογικό βιβλίο κρίνεται ο ιδιαίτερος χαρακτήρας ακινήτου ως "μη γνησίου", επί του οποίου και μόνο είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με δεκαετή κτητική παραγραφή, δεδομένου ότι επί "γνησίου" βακούφ, δεν προβλέπεται, κατά τα προαναφερόμενα, η δεκαετής παραγραφή, αλλά μόνο η από το άρθρο 1661 του οθωμανικού αστικού κώδικα αναγνωριζόμενη παραγραφή του εφόρου του βακουφικού ιδρύματος μετά από παρέλευση τριάντα έξι ετών.

Επί πλέον το Εφετείο, με το να δεχθεί τα παραπάνω, υπέπεσε και στην πλημμέλεια του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δέχθηκε ότι αποδείχθηκε το βάσιμο αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών που τείνουν στη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ήτοι το αγωγικό δικαίωμα του πρώτου αναιρεσίβλητου για την κτήση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της ωφέλιμης δεκαετούς κτητικής παραγραφής, χωρίς να αποδεικνύεται η ιδιότητα του επιδίκου ακινήτου ως "μη γνησίου βακουφίου", εφόσον στην προσβαλλόμενη απόφασή του δεν αναφέρεται ουδέν αποδεικτικό μέσο, με βάση το οποίο σχημάτισε την πεποίθησή του επί του συγκεκριμένου ζητήματος της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου ως "μη γνησίου βακουφίου", επί του οποίου και μόνο είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με ωφέλιμη δεκαετή παραγραφή.

Επίσης, χωρίς απόδειξη αναγνώρισε το Εφετείο ότι στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσιβλήτου συντρέχουν οι προϋποθέσεις κτήσεως της κυριότητας του ακινήτου με δεκαετή ωφέλιμη κτητική παραγραφή έναντι του αναιρεσείοντος και των λοιπών αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι με βάση την τελευταία εγγραφή φέρονται ως συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, ήτοι δέχθηκε τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί συμφωνίας μεταξύ αυτών για την άτυπη διανομή του και περί νομής και κατοχής του από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, τους οποίους δεν ερεύνησε κατά το πραγματικό μέρος τους, αλλά μη ορθώς συνήγαγε ως ομολογημένους εκ της ερημοδικίας των συγκυρίων του επιδίκου ακινήτου ως εφεσιβλήτων στην κατ'έφεση δίκη, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενά στην οικεία νομική σκέψη, το τεκμήριο ομολογίας δεν ισχύει επί ερημοδικίας εφεσιβλήτου, αλλά αυτός δικάζεται σαν να ήταν παρών και η υπόθεση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Εφετείο κατά το νομικό και πραγματικό μέρος αυτής.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσίων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και επικουρικά από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, με την αιτίαση, κατά την εκτίμησή του, ότι το Εφετείο δέχθηκε τους προαναφερόμενους αγωγικούς ισχυρισμούς ως αληθείς χωρίς απόδειξη, , είναι βάσιμος και πρέπει, , κατά παραδοχή του λόγου αυτού, λόγω της εμβέλειας του οποίου παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, να γίνει δεκτή η κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, Γ.

Π., στρεφομένη ένδικη αίτηση. αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 296/2017 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου κατά το μέρος της κατά το οποίο κατά παραδοχή της έφεσης του πρώτου αναιρεσίβλητου δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής του και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση της εφέσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου, ως προς το μέρος αυτό στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να επιστραφεί το παράβολο σ'εκείνον που το κατέθεσε (άρθρ. 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να και να καταδικασθεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, ο οποίος παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 23-4-2019 αίτηση αναίρεσης του Σ. Δ. του Γ. κατά της υπ' αριθμ. 296/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων Β. Λ. και Κ. Σ. αντίστοιχα.

- Δέχεται την αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Γ. Π..-

Αναιρεί την 296/2017 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου κατά το μέρος της που δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής του πρώτου των αναιρεσιβλήτων.

- Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου σε εκείνον που το κατέθεσε.-

Παραπέμπει για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση και ειδικότερα την έφεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.-

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ