Legislator Case Law & Legislation
707/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on joint debt repayment due to inadmissible and baseless grounds.

Case Number 707/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a first-instance judgment ordering them to repay a loan jointly and fully. The appellants argued the lower court erred in finding joint liability without explicit agreement, but the court rejected these claims as inadmissible for attacking the final judgment and baseless because the debt agreement itself established joint responsibility. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the appellant company, and the heirs were ordered to pay the legal expenses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 806 and 807 of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appeal against a final judgment is inadmissible if it attacks the merits of a matter already decided, and baseless if the lower court correctly applied the law regarding joint liability as stipulated in the contract.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment joint and several liability loan repayment obligation inadmissible appeal grounds Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 806 of the Civil Code
Article 807 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 786/2019
Supreme Court Case 743/2013
Supreme Court Case 256/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 707 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 707/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Π., το γένος Κ. Μ., ατομικά και ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Κ. Π. του Χ., 2) Γ. Π. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Μανωλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζευκιλή, που ανακάλεσε την από 23/12/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/2/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2059/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2052/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/2/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αριθμ. 2052/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 200.255,87 ευρώ νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 807 ΑΚ, αν δεν ορίσθηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η απόδοση δανείου που έχει ως αντικείμενο χρήματα αρκεί η αναφορά ότι μεταβιβάσθηκε από τον δανειστή προς τον οφειλέτη κατά κυριότητα ορισμένο χρηματικό ποσό λόγω δανείου (ΑΠ 889/2010, ΑΠ 1598/2003). Δεν είναι δε αναγκαία στοιχεία της αγωγής αυτής:

α) ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης δανείου, εφόσον δεν εξαρτάται από αυτόν το αγωγικό δικαίωμα, β) ο χρόνος απόδοσης των δανεισθέντων χρημάτων, αφού η επίδοση της αγωγής δείχνει πρόθεση να επιστραφεί το δάνειο και αποτελεί καταγγελία μετά παρέλευση μηνός από την οποία πρέπει να αποδοθεί αυτό, ο τρόπος απόδοσης, ήτοι αν η απόδοση θα γίνει με ολοσχερή ή με τμηματικές καταβολές, αφού, δεδομένου ότι ο νόμος δεν διακρίνει, η απόδοση γίνεται εφάπαξ, γ) άλλα στοιχεία που αναφέρονται σε περιστάσεις που συνοδεύουν την κατάρτιση της σύμβασης δανείου αλλά δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία αυτής, όπως ο χρόνος παράδοσης, το ποσό και άλλα στοιχεία τραπεζικών επιταγών που τυχόν παραδόθηκαν στο δανειστή προς εξασφάλισή του (ΑΠ1182/2019, ΑΠ402/2012).

Εξ άλλου, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα κατά νόμον απαιτούμενα στοιχεία για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημοσία τάξη (ΑΠ 663/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμ. 8, 14( και όχι από τον αριθμ.1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο έκρινε εσφαλμένα ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, αξιώνοντας λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ και απέρριψε την προταθείσα ένστασή τους περί αοριστίας αυτής.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθμ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει σ' αυτό τα ακόλουθα: <Ότι ο εναγόμενος Γ. Π. που ήταν διαχειριστής της, επειδή οι γονείς του αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και υπήρχε κίνδυνος να εκπλειστηριασθούν τα ακίνητά τους, παρακάλεσε να τους χορηγήσει η ενάγουσα εταιρεία δάνειο, από τα χρήματα που έλαβε από την Τράπεζα Πειραιώς, με την από 22-3-2005 σύμβαση χορηγήσεως πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ, την οποία συνυπέγραψε ως εγγυητής εκτός των άλλων και ο πατέρας του ως άνω Γ.

Π.. Ότι στις 20-2-2006 με πρόσθετη πράξη τροποποιήσεως της ως άνω συμβάσεως, το όριο της χορηγηθείσης πιστώσεως αυξήθηκε σε 300.000 ευρώ, ενώ στις 8-12-2006 συνήφθη σύμβαση δανείου με την ενάγουσα και την ως άνω Τράπεζα για το ποσό των 200.000 ευρώ, την οποία υπέγραψαν ως εγγυητές ο Γ. Π. και οι γονείς του, Κ. Π. και Ν. Π.. Ότι από τα ληφθέντα ως άνω χρηματικά ποσά κατέβαλε τμηματικά από το ταμείο της στους εναγομένους, λόγω δανείου, το συνολικό ποσό των 238.026,30 ευρώ, με τη συμφωνία να το αποδώσουν αυτοί εντός ευλόγου χρόνου, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας τους και ότι προς εξασφάλιση της απαιτήσεως από την από 8-12-2006 σύμβαση δανείου ενεγράφη προσημείωση υποθήκης επί των ακινήτων των εναγομένων για τα ποσά των 157.800 και 88.700 ευρώ αντίστοιχα.

Ότι στις 31-12-2009 όχλησε προφορικά τους εναγομένους να της αποδώσουν το ληφθέν ποσό του δανείου των 238.026,30 ευρώ, πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν, όπως έπραξαν και με την κοινοποίηση σ' αυτούς της από 16-12-2010 εξώδικης οχλήσεώς της>. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, το ως άνω ποσό, νομιμοτόκως από της οχλήσεώς τους, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Με βάση το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για τη νομική επάρκεια και πληρότητά της για την θεμελίωση της νομικής βασιμότητας αυτής στις διατάξεις των άρθρων 806 και 807 ΑΚ, αξίωσε όσα στοιχεία απαιτούνται από τις διατάξεις αυτές και τα οποία εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και όχι λιγότερα ή διάφορα απ' αυτά, αφού αναφέρονται σ' αυτήν η σύναψη της συμβάσεως δανείου μεταξύ των διαδίκων με την παράδοση και μεταβίβαση στους εναγομένους κατά κυριότητα του συνολικού χρηματικού ποσού των 238.026,30 ευρώ, με τη συμφωνία να αποδοθεί αυτό εντός ευλόγου χρόνου στην ενάγουσα, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αγωγής να αναφέρεται το ποσό της κάθε μιας δανειακής συμβάσεως, αλλά το συνολικό χρηματικό ποσό του δανείου, το οποίο και αναφέρεται, όπως αναφέρεται ότι το δάνειο δόθηκε από χρήματα που ανέλαβαν από το ταμείο της εναγούσης οι διαχειριστές της, τρίτος και τέταρτη των εναγομένων, προς εξόφληση των οικονομικών υποχρεώσεων όλων των εναγομένων και ότι κατά τα συμφωνηθέντα όλοι οι εναγόμενοι ευθύνονται εις ολόκληρον για την απόδοση όλου του ποσού του δανείου.

Το γεγονός ότι το δανεισθέν ποσό των 238.026,30 ευρώ φέρεται να ταυτίζεται με το έλλειμμα του ταμείου της εναγούσης δεν δημιουργεί αοριστία της αγωγής ως προς το ύψος του δανείου, διότι αυτό προσδιορίζεται επακριβώς, η εν λόγω δε ταύτιση γίνεται επεξηγηματικά, επειδή δεν επεστράφη στην ενάγουσα και γι'αυτό αποτέλεσε το έλλειμμα του ταμείου της.

Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τους αριθμ. 8,14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1, 415 έως 420 ΚΠολΔ, 61, 65, 67 και 70 ΑΚ , συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (κατ' αρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού.

Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 του ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους, η οποία όμως δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα.

Υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου, λύση προφανώς άτοπη. Επομένως μαρτυρική κατάθεση του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου ή μέλους της διοικήσεως αυτού είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτής θεμελιώνει τον από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο της από το δικαστήριο λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει, ασχέτως του αν είχε οποτεδήποτε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου του προσκομίζοντος, αφού πρόκειται περί ανυποστάτων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ809/2017, ΑΠ374/2011, ΑΠ1335/2008, ΑΠ745/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ.11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, ήτοι την υπ' αριθμ. 200/22-1-2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον Ειρηνοδίκη του Χ. Π., μετόχου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά τον χρόνο λήψεως αυτής.

Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση του μετόχου της αναιρεσίβλητης, ο οποίος δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπός της ούτε μέλος της διοικήσεως αυτής κατά το χρόνο λήψεως της ένορκης βεβαιώσεως, είναι υποστατό αποδεικτικό μέσο και η λήψη του υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον παρόντα αναιρετικό λόγο, ο οποίος, επομένως, είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιετικό έλεγχο (ΑΠ 1445/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 (και όχι από τον αριθμ.8) ΚΠολΔ των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η σύμβαση δανείου καταρτίστηκε μεταξύ της εναγούσης και των τριών πρώτων εναγομένων, στη συνέχεια δέχεται ότι τα χρήματα του δανείου καταβλήθηκαν από την εταιρεία ...

που δεν μετείχε στη συμφωνία και παρ' όλα αυτά δανείστρια εξακολουθεί να είναι η ενάγουσα. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός περί καταβολής των χρημάτων του δανείου από την εταιρεία ...

και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, η σύνδεσή του με το διατακτικό , ποια η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561 αριθμ.1ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων (ΑΠ 786/2019, ΑΠ743/2013, ΑΠ 256/2012).

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ.8 (και όχι από τον αριθμ.1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο τους υποχρέωσε να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 200.255,87 ευρώ, χωρίς να εκτίθεται στην αγωγή η ύπαρξη συμφωνίας περί ενοχής εις ολόκληρον. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, αφενός διότι στην ένδικη αγωγή εκτίθεται ότι όλοι οι εναγόμενοι έλαβαν το ποσό του δανείου για να καλύψουν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος και αφετέρου το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι όλοι οι εναγόμενοι δανειολήπτες ανέλαβαν την υποχρέωση επιστροφής του δανείου αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ.3ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθμ.1,191 αριθμ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-2-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2052/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ