Legislator Case Law & Legislation
707/2021 AI generated

Supreme Court dismisses request to restore status quo after partial enforcement of annulled labor judgment.

Case Number 707/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision regarding a labor dispute but rejected the appellant's request to restore the parties to their pre-enforcement positions. The appellant argued that since the final judgment was overturned, the employer should return the 30,000 euros paid under the temporary enforceability of the first-instance ruling. The court held that the payment was made pursuant to the first-instance judgment, which remains valid and effective despite the annulment of the appellate decision. Consequently, the court refused to order restitution, stating that the annulment does not erase the legal consequences of the prior judgment's temporary enforceability.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579, 579(2) of the Code of Civil Procedure; The annulment of a final judgment does not automatically invalidate the legal consequences of a prior judgment that was temporarily enforceable, thereby precluding the court from ordering the restoration of the status quo ante.

Keywords

AI generated
annulment of judgment temporary enforceability restoration of status quo labor dispute procedure partial enforcement legal consequences Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 495(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 671(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 707 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 707/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ & ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Β. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Β. Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κατσαρό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ζ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κυβέλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/03/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 246/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5939/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 12/12/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 12-12-2019 (με αριθμό κατάθεσης 1191/2019) αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου και κατά της 5939/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσης από 5-3-2015 εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 246/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 664-676 ΚΠολΔ), επί της από 20-3-2014 αγωγής του αναιρεσίβλητου, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρο 495 παρ. 1 και 2, 552, 553, 558 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο αυτό άρθρο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του οποίου, οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 - 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠοΛΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι οι κατά τα ανωτέρω ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται ένορκη βεβαίωση στο Δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτή αφενός έχει δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και αφετέρου έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 176/2016, ΑΠ 219/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις …, … και …/…-11-2014 ένορκες βεβαιώσεις των Δ. Τ., Γ. Κ. και Β. - Ά. Λ., αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες είχαν ληφθεί μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσίβλητου και τις οποίες αυτή (αναιρεσείουσα) είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου προς ανταπόδειξη κατά της αγωγής.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τις από 19-1-2019 έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας (σελ. 3-4) αυτή είχε εκκαλεσθεί τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις και την 8176Γ'/7-11-2014 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Κ., από την οποία προέκυπτε η νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος, προκειμένου να παραστεί κατά τη λήψη τους.

Εξάλλου, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, αλλά ούτε ότι αυτές δεν προσκομίστηκαν ενώπιον του Εφετείου.

Συνεπώς, ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικαστεί δε ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρο 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που βρίσκεται σε αρμονία με εκείνη του άρθρου 565 παρ. 2 ΚΠολΔ για αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Άρειος Πάγος για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλη.

Η διαπίστωση του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ "η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε" υπήρξε συνειδητή και είναι σαφής, ώστε να μην μετατρέπεται ο Άρειος Πάγος σε δικαστήριο ουσίας, κρίνοντας σε τέτοιες περιπτώσεις, εμμέσως τουλάχιστον, ζητήματα τα οποία ανήκουν στο δικαστήριο της παραπομπής. Επομένως, δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό και κάθε άλλη περίπτωση που δημιουργεί παράνομη κατάσταση εξαιτίας της αναιρεθείσας απόφασης.

Έτσι, δεν μπορεί να διαταχθεί επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ούτε όταν η εκτέλεση έγινε με βάση την πρωτόδικη απόφαση, που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή και επικυρώθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία τελικά αναιρείται, ενόψει και του ότι με την αναίρεση της εφετειακής δεν εξαφανίζεται και η ως άνω πρωτόδικη απόφαση (βλ.

ΑΠ 305/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση του αρμόδιου γραμματέα στις 28-9-2020, δηλαδή την παραμονή της συζήτησης της υπόθεσης, ισχυρίζεται, ότι σε εκούσα εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή κατά το ποσό των 30.000 ΕΥΡΩ και επικυρώθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το ως άνω ποσό, σε τρεις ισόποσες δόσεις ποσού 10.000 ΕΥΡΩ η καθεμία, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, αλλά και αποδεικνύεται προαποδεικτικά από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 29-5-2015 έγγραφη απόδειξη με την υπογραφή του αναιρεσίβλητου, από την από 28-5-2015 επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό λογαριασμού …-… δίγραμμη επιταγή ποσού 10.000 ΕΥΡΩ εκδόσεως της αναιρεσείουσας σε διαταγή του αναιρεσίβλητου και πληρωτέας στην Τράπεζα Πειραιώς και από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα της Τράπεζας Πειραιώς.

Ζητεί δε, μετά την αναίρεση της ως άνω 5939/2019 εφετειακής απόφασης, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να επιστρέψει σ' αυτήν το πιο πάνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από 29-9-2020, άλλως από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης.

Με τέτοιο περιεχόμενο το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι, υπό τα εκτιθέμενα, η καταβολή του ως άνω χρηματικού ποσού δεν έγινε σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, αλλά σε εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και βέβαια δεν εξαφανίζεται με την αναίρεση της εφετειακής απόφασης που την επικύρωσε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5939/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Απορρίπτει το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ