Legislator Case Law & Legislation
707/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional grounds regarding public law property expropriation compensation claims.

Case Number 707/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding expropriation compensation. The appellant argued for jurisdictional errors, but the court found the lower court correctly applied substantive law to determine the boundary of the seafront zone and the value of the property. The court ruled that since the underlying legal relationship is public law, the civil courts lack jurisdiction, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4, 559(4), 560(3), 580(1) of the Code of Civil Procedure; Article 24 of the Constitution: Jurisdiction over public law disputes belongs exclusively to administrative courts, excluding civil courts from hearing such matters.

Keywords

AI generated
jurisdictional error public law disputes expropriation compensation civil court limitation administrative court competence

Cited Legislation

AI generated
Articles 4, 559(4), 560(3), 580(1) of the Code of Civil Procedure
Article 24 of the Constitution
Articles 1 and 9 of Law 1409/1983
Article 1 of the Code of Civil Procedure
Article 10 of Law 2971/2001

Cited Case Law

AI generated
OL AP 293/1981
OL AP 20/08
AEΔ 2/1993
OL AP 138/1966
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 707 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 707/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ηλία Νίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ιωαννίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/10/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρρισίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2009 μη οριστική και 48/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 84/2016 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3/2/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αρ. 4, 560 αρ. 3 και 580 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 293/1981) προτείνεται δε ως αφορών στη δημόσια τάξη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ.

ΑΠ 20/08). Εξάλλου, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1409/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται, από 11.6.1985, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ, οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στην δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ.

ΑΠ 138/1966). Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, Ολ. ΑΠ 5/1995). Περαιτέρω, κατά το άρθρον 17 του ισχύοντος Συντάγματος §2 ουδείς στερείται της ιδιοκτησίας αυτού, ει μη δια δημοσίαν ωφέλειαν....όταν και όπως ο νόμος ορίζει....πάντοτε δε προηγούμενης πλήρους αποζημιώσεως....§4.

Η αποζημίωσις ορίζεται πάντοτε υπό των πολιτικών δικαστηρίων....Κατά την έννοιαν της τελευταίας αυτής διατάξεως, ως άλλωστε και εκ της γραμματικής διατυπώσεώς της προκύπτει, στα πολιτικά δικαστήρια ανήκει ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως του ιδιοκτήτου συνεπεία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως του ακινήτου του.

Εκ της διατάξεως, όμως, αυτής δεν είναι δυνατόν να συναχθεί ότι στα πολιτικά δικαστήρια επιφυλάσσεται η δικαιοδοσία επιλύσεως πάσης διαφοράς γεννωμένης επ’ ευκαιρία της τηρήσεως της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και εχούσης ως αντικείμενο αξίωση αποζημιώσεως εκ παρανόμων πράξεων των οργάνων της Διοικήσεως κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους στο πλαίσιο της ανωτέρω διαδικασίας.

Συνεπώς, τα πολιτικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια προς εκδίκαση της αγωγής του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ που έχει, ως αντικείμενο αποζημίωσης λόγω παρανόμων πράξεων των οργάνων του Κράτους κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους στο πλαίσιο της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως (ΑΕΔ 13/1992, ΑΠ 1471/2009).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί υποθέσεως μη υπαγομένης στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ενόψει του χαρακτήρος της δια της ενδίκου αγωγής καταχθείσης προς κρίση διαφοράς αφορώσης "σε αγωγή αποζημιώσεως του άρθρου 105 Εισ.ΝΑΚ και ειδικότερα στην επιδίκαση αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου προς αποκατάσταση της προσγενομένης σ’ αυτού ζημίας εξ αιτίας των παρανόμων πράξεων των οργάνων του κατά τον καθορισμό των ορίων του αιγιαλού που είχε ως αποτέλεσμα την κήρυξη της ιδιοκτησίας του ως αναγκαστικώς απαλλοτριωθείσης".

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η δια της ως άνω ενδίκου αγωγής του αναιρεσιβλήτου καταχθείσα προς κρίση διαφορά κρίθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αφορά σε αποζημίωση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου για ζημία προκληθείσα εξ υπαιτιότητος των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος κατά την χάραξη του αιγιαλού και ότι ερέδεται επί της διατάξεως του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, η οποία όμως (προϋπόθεση) δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι έγινε δεκτό ότι πρόκειται περί ευθείας αξιώσεως αποζημιώσεως εξ απαλλοτριώσεως ερειδομένης "στις διατάξεις των άρθρων 10§§1, 3, 4 ν. 2971/2001 και 17§2 εδαφ.

και παρ. 4 εδαφ. α και γ του Συντάγματος".

Παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, συντελείται, όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία, που συνιστά η απόδοση στον εφαρμοστέο κανόνα εννοίας διαφορετικής από την αληθινή, ή μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται με την μη εφαρμογή κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή με την εφαρμογή κανόνα που δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί ή με την εσφαλμένη εφαρμογή του.

Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 10§1 ν. 2971/2001 ορίζεται ότι περιουσιακά δικαιώματα προβαλλόμενα επί χώρων που χαρακτηρίστηκαν από την Επιτροπή του άρθρου 3 του ίδιου ως άνω νόμου ότι ανήκουν στον αιγιαλό θεωρούνται αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντα υπέρ του Δημοσίου, ενώ στην παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι στους κυρίους των κτημάτων αυτών και σε όσους αξιώνουν άλλα δικαιώματα σε αυτά παρέχεται εξάμηνη προθεσμία εντός της οποίας οφείλουν να αναγγείλουν στον Υπουργό Οικονομικών τις αξιώσεις του υποβάλλοντας συγχρόνως και τους τίτλους τους κ.λ.π.

Ακολούθως, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ως προς τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης και την περαιτέρω διαδικασία απαλλοτρίωσης, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, ενώ στην τέταρτη παράγραφο ορίζεται ότι μετά την πάροδο άπρακτης της εξάμηνης προθεσμίας της παρ. 2 τυχόν αξιώσεις για αποζημίωση κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι διατάξεις περί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης εφαρμόζονται, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 10 του Ν. 2971/2001 μόνο στην περίπτωση της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου, δηλαδή στην περίπτωση κατά την οποία οι κύριοι των κτημάτων της παρ. 1 του ως άνω άρθρου και εκείνοι που αξιώνουν άλλα δικαιώματα σε αυτά ανήγγειλαν στον Υπουργό Οικονομικών εντός της προθεσμίας της παρ. 2 τις αξιώσεις τους, υποβάλλοντας συγχρόνως και τους τίτλους, στους οποίους στηρίζουν τα προβαλλόμενα δικαιώματα τους.

Καθιερώθηκε από το νομοθέτη η εφαρμογή της ειδικής διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για όσους υπέβαλαν εμπρόθεσμα τις αξιώσεις τους και με τη συνυποβολή των αποδεικτικών τους στοιχείων κατέστησαν εικαζόμενοι δικαιούχοι των προβαλλομένων δικαιωμάτων. Μετά δε την τήρηση της προδικασίας αυτής, για αποζημίωση των εικαζόμενων δικαιούχων ακολουθεί η δικαστική διάγνωση της διαφοράς κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης (τιμή μονάδας αποζημίωσης, αναγνώριση δικαιούχων, παρακατάθεση αποζημίωσης), με την ολοκλήρωση της οποίας συντελείται η απαλλοτρίωση.

Όσοι όμως ιδιοκτήτες ή έχοντες άλλα δικαιώματα στα ακίνητα του αιγιαλού δεν κατέστη δυνατόν για οποιουσδήποτε λόγους να τηρήσουν την παραπάνω προδικασία, αναγγέλλοντας, στον Υπουργό Οικονομικών της αξιώσεις τους εντός της εξάμηνης προθεσμίας, ο νόμος διέλαβε ειδική διάταξη στην παράγραφο 4 του άρθρου 10 του ως άνω νόμου, ορίζοντας ότι οι αξιώσεις αυτών κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία, υπό την έννοια ότι προσφεύγουν στα αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπο πολιτικά δικαστήρια.

Οι ρυθμίσεις αυτές και ειδικότερα η κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης με τον παραπάνω τρόπο για όσα ακίνητα περιλήφθηκαν στον αιγιαλό, δεν αντίκεινται στο άρθρ. 17 του Συντάγματος, αφού η αναγκαστική απαλλοτρίωση για τη δημιουργία αιγιαλού είναι προφανές ότι γίνεται για δημόσια ωφέλεια και συντελείται μόνο με την τήρηση όλων των προϋποθέσεων που θέτουν το Σύνταγμα και οι σχετικοί νόμοι για τη στέρηση της ιδιοκτησίας. (ΑΠ 1414/2011, ΑΠ 301/2013) ο δε καθορισμός του αιγιαλού από τη διοίκηση γίνεται με κριτήρια αντικειμενικά χωρίς να συνδέεται με υποκειμενική συμπεριφορά των θιγομένων από τη σχετική πράξη, ώστε να συντρέχει υποχρέωση της διοίκησης για προηγούμενη ακρόαση (ΑΠ 301/2013, ΑΠ 1334/2010).

Κατ’ ακολουθίαν αυτού ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση της αντισυνταγματικότητος της διατάξεως του άρθρου 10 §ν3ν 2971/2001 με την οποία προβλέπεται η κατά το αναφερόμενο σ’ αυτή (διάταξη) τρόπο κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως των ιδιοκτησιών οι οποίες περιλήφθηκαν εντός των ορίων του αιγιαλού κρίνεται απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 179, 495/2013, ΑΠ 2119/2014, ΑΠ 632/15).

Με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από το αναιρεσείον οι, από το άρθρο 559 αρ. 19 μόνο και όχι και 8 ή 10 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων του άρθρου 10 ν. 2971/2001 η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την κατ’ αυτού ασκηθείσα και επί της διατάξεως αυτής θεμελιωθείσα αγωγή του αναιρεσιβλήτου δεχθείσα, με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό της εφαρμοσθείσης ως άνω διατάξεως, την κατάφαση συνδρομής την απ’ αυτή προβλεπομένων προϋποθέσεων για την, λόγω απαλλοτριώσεως της ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου δια της εκτός των ορίων του αιγιαλού συμπεριλήψεως αυτής, επιδίκαση αποζημιώσεως παρόλο που τα ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβασίμου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τ’ ακόλουθα: "Με την από 4.5.2001 έκθεση της αρμόδιας επιτροπής, καθορίστηκε η οριογραμμή του αιγιαλού και της παραλίας εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του ...

Ν. Μεσσηνίας. Η πιο πάνω έκθεση και το διάγραμμα επικυρώθηκαν με την ... της 2.11.2001 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία (απόφαση) μαζί με την έκθεση και το διάγραμμα δημοσιεύτηκαν στο υπ’ αριθμ. 1092/Δ/28.12.2001 Φ.Ε.Κ. Ακολούθως δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ’ αριθμ. .../14.7.2018 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πλαταμώδου Χ.

Μ., ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα ενός οικοπέδου, εξ αγοράς από τη μέχρι τότε κυρία αυτού Σ. χα Η. Χ., το οποίο κατά τον τίτλο κτήσης είχε έκταση 675 τ.μ., βρισκόταν εντός της Κοινότητας ... ... του τέως Δήμου ... και ήδη Δ.Δ. ... στην ειδικότερη θέση "...", συνόρευε ανατολικά επί πλευράς ΔΓ, μήκους 27. Το ανωτέρω ακίνητο αποτελούσε το νότιο τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, το οποίο είχε έκταση 1555 τ.μ., και είχε περιέλθει στην πωλήτρια εκ κληρονομίας του μέχρι τότε κυρίου και συζύγου της Η.

Θ., ο οποίος απεβίωσε στις 18.11.1961, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ....8.1955 δημόσιας διαθήκης του, συνταχθείσας από τον συμβολαιογράφο ... Λ. Δ. και δημοσιευθείσας με το υπ’ αριθμ. 5.12.1961 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, την οποία κληρονομιά αποδέχτηκε με την νομίμως μεταγραφείσα υπ’ αριθμ. .../14.7.1978 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ...

Χ. Μ.. Το εν λόγω μεγαλύτερο ακίνητο είχε περιέλθει στον τελευταίο με το νομίμως μεταγραφέν υπ’ αριθμ. .../2.5.1884 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Δήμου ... εξ αγοράς από την Α. Σ., χα Γ. Ν.. Μετά το έτος 19789 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής ο ενάγων νεμόταν το προπεριγραφόμενο ακίνητο, εκτός από ένα τμήμα του στα βόρεια, έκτασης 132,55 τ.μ.

που καταπατήθηκε, χωρίς να εγείρει σχετικές αξιώσεις, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο το παραπάνω πωλητήριο συμβόλαιο, ασκώντας επ’ αυτού αυτοπροσώπως αλλά και με αντιπρόσωπο τον κουνιάδο του Ν. Χ., τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, που ασκούσαν από το έτος 1884 μέχρι το έτος 1978 με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων και νόμιμους τίτλους τα παραπάνω συμβόλαια, οι δικαιοπάροχοι του, τους οποίους διαδέχτηκε στη νομή, οι οποίες (διακατοχικές πράξεις) συνίστανται σε τακτικές επισκέψεις σε αυτό και σε προστασία του από σφετεριστικές πράξεις τρίτων.

Μάλιστα τον Ιούλιο του έτους 2003 που η κοινότητα ... επέστρωσε με τσιμέντο ένα τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 350 τ.μ περίπου, αντέδρασε άμεσα αποστέλλοντας την από 31-8-1993 εξώδικη δήλωση, επί της οποίας η ανωτέρω κοινότητα απάντησε με το υπ’ αριθμ. ...-9-1997 έγγραφο της, ότι προέβη στην ανωτέρω ενέργεια για τον καθαρισμό του χώρου και δεν αποσκοπούσε στην εδραίωση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων.

Με την προσμέτρηση δε στο δικό του χρόνο νομής και αυτού των δικαιοπαρόχων του (άμεσων και απώτερων) κατέστη κύριος του εν λόγω ακινήτου με τακτική αλλά και έκτακτη χρησικτησία. Το ως άνω ακίνητο με τη σημερινή μορφή του, χωρίς να περιλαμβάνεται σε αυτό και αποτυπώνεται με τα αλφαβητικά γράμματα ... στο προσκομιζόμενο από 2- 12-2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.

Α.. Στο ίδιο σχεδιάγραμμα αποτυπώνονται και οι οριογραμμές του αιγιαλού και της παραλίας με τα στοιχεία ... η πρώτη και ... η δεύτερη, βάσει των οποίων προκύπτει ότι ένα τμήμα του οικοπέδου έκτασης 486,61 τ.μ. και με τα αλφαβητικά γράμματα ... περιλαμβάνεται στον αιγιαλό και το υπόλοιπο τμήμα έκτασης 55,84 τ.μ. και με τα αλφαβητικά γράμματα ...

περιλαμβάνεται στην παραλία. Με βάση την από 10.4.2011 (αρ. εκθ. Κατ. …/2011) έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Η. Η., τοπογράφου πολιτικού μηχανικού ΕΜΠ, ο οποίος για τη σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης έλαβε υπόψη τους τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντα μαζί με τα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα καθώς και το ρυμοτομικό σχέδιο ..., το οποίο υπάρχει στην Πολεοδομία Κυπαρισσίας και μέσω αυτού καθίσταται εφικτός ο ακριβής προσδιορισμός των ορίων του σχεδίου πόλεως, η ιδιοκτησία του ενάγοντα βρίσκεται εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως ...

και είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, με βάση δε τον καθορισμό των ζωνών αιγιαλού και παραλίας η ιδιοκτησία αυτή καταλαμβάνεται από τις ζώνες αυτές. Ειδικότερα με βάση το συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα του ως άνω πραγματογνώμονα, έκταση 482 τ.μ (τμήμα ...) βρίσκεται στη ζώνη του αιγιαλού και έκταση 57 τ.μ (τμήμα ...) βρίσκεται στην παραλία.

Η αγοραία αξία της ιδιοκτησίας του ενάγοντα πριν από τον καθορισμό των ζωνών αιγιαλού και παραλίας, δεδομένου ότι μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο ως ιδιωτικός χώρος (ενοικίαση κ.λ.π) εκτιμάται στο ποσό των 70.00Θ ευρώ. Μετά τον καθορισμό των ζωνών αιγιαλού και παραλίας, η έκταση αυτή μπορεί vcr χρησιμοποιηθεί, μόνο ως δημόσιος ανοικτός χώρος (ενοικίαση κ.λ.π), η δε αξία της εκτιμάται στο ποσό των 35.000 ευρώ.

Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 του Συντάγματος και 13 παρ. 2 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής δε λαμβάνεται υπόψη, τότε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η αξία του επιδίκου τμήματος, εκτάσεως 482 τ.μ, όπως είχε πριν από την κήρυξη της απαλλοτρίωσης (καθορισμός αιγιαλού) και να μη ληφθεί υπόψη η μείωση της αξίας του λόγω της ένταξής του στη ζώνη του αιγιαλού.

Λαμβανομένου υπόψη ότι ολόκληρο το ακίνητο έκτασης 539 τ.μ (όπως αποτυπώνεται με τα στοιχεία ...) στο τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα) κοστολογείται στο ποσό των 70.000 ευρώ, με σημείο αναφοράς το χρόνο πριν την απαλλοτρίωση, τότε η αξία του επιδίκου τμήματος, εκτάσεως 482 τ.μ. υπολογίζεται στο ποσό των 62.597,4 ευρώ".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους πλημμέλεια, της εκ πλαγίου, δηλαδή, παραβάσεως της, ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 10 ν. 2971/2001καθόσον, μετ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή αυτής (εν λόγω διατάξεως) δέχθηκε, με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, τη συνδρομή των προβλεπομένων από την ως άνω διάταξη προϋποθέσεων για την, λόγω απαλλοτριώσεως της εντός των ορίων του αιγιαλού κείμενης ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, επιδικάση αποζημιώσεως και ειδικότερα 1) τον καθορισμό των ορίων του αιγιαλού του Δ.Δ. ...

του Δ.Δ. ... Ν. Μεσσηνίας με την από 4.5.2001 έκθεση της αρμόδιας επιτροπής η οποία, μαζί με το σχετικό διάγραμμα της χαράξεως, επικυρώθηκε με την .../2.11.2001 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύθηκε στο 1092/Δ/28.12.2001 ΦΕΚ, 2) την συμπερίληψη τμήματος του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, εκτάσεως κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου Η.

Η., 482 τ.μ. εντός των ορίων του αιγιαλού [ως προς την οποία (συμπερίληψη) ουδεμία και σε κανένα στάδιο της σχετικής διαδικασίας προβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο αιτίαση], 3) Την εκ του ως άνω λόγου κήρυξη, σύμφωνα με το άρθρο 10§1 ν. 2971/2001, της κατά την ίδια ως άνω έκθεση πραγ/σύνης, εκτός του σχεδίου πόλεως κείμενης, μη αρτίου και μη οικοδομήσιμου ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου ως αναγκαστικώς απαλλοτριωθείσης υπέρ του αναιρεσείοντος και δ) την αξία που ως άνω αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου σε 62.594,4 ευρώ.

Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την ουσία της ορθής υπαγωγής που ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνος δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό του έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το αρθρ. 559 αρ. 19 Κ.ΠολΔ αιτιάσεις, οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου μειωμένη κατά το μέτρο της διατάξεως του άρθρου 22 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την [από 3.2.2017 και της αριθμ. καταθ. …2017] αίτηση αναιρέσεως της 84/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, από διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ