707/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated707/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενόψει δε του ότι επρόκειτο για δεύτερη αναίρεση, η υπόθεση κρατήθηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 580 § 3 γ ΚΠολΔικ, προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάμβανε χώρα, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, ο δε Άρειος Πάγος θα δικάσει αυτός, πλέον, την ουσία της υπόθεσης ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 707 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 707/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος-καθ'ου η κλήση: Λ.-Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθηνόδωρου Συρόπουλου.
Του εφεσιβλήτου-καλούντος: Π. Σ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σωτήριο Μπαμπατζιμόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2000 αγωγή του ήδη καλούντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32947/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1658/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1241/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 2503/2013 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη καλών με την από 1-9-2014 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 462/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2503/13 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κράτησε την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά την επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 11-1-2016 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος με την από 7-11-2000 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ζητούσε α) να αναγνωρισθεί άκυρο το .../1994 προσύμφωνο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Χ., καθώς και το .../1996 οριστικό συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου (προσυμφώνου) ο πατέρας των διαδίκων Κ.
Σ., ενεργώντας ως πληρεξούσιος της μητέρας τους Ε., με βάση το 2695/1991 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Ι., προσυμφώνησε και σε εκτέλεση του ως άνω προσυμφώνου πώλησε και μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στον εναγόμενο το αναφερόμενο στην αγωγή κατάστημα κυριότητα της μητέρας των διαδίκων, στην κατάρτιση του οποίου (οριστικού συμβολαίου) προέβη ο εναγόμενος μετά τον θάνατο της μητέρας τους, κάνοντας χρήση του δικαιώματος αυτοσύμβασης, που προβλεπόταν στο προσύμφωνο, κυρίως λόγω εικονικότητας του προσυμφώνου και του οριστικού συμβολαίου, επικουρικά δε λόγω κατάχρησης πληρεξουσιότητας που δόθηκε στον πατέρα τους με το προαναφερόμενο ειδικό πληρεξούσιο, β) να αναγνωρισθεί κύριος του επιδίκου καταστήματος και να διαταχθεί η απόδοσή του στον ίδιο, ως εκ διαθήκης κληρονόμο της μητέρας των διαδίκων και γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει και με προσωπική κράτηση το ποσό 46.671,12 [15.903.222 δραχμές] ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις για τα ωφελήματα, αλλά και λόγω της επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 18134/2001 προδικαστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που διέταξε αποδείξεις με μάρτυρες και η 32947/2007 οριστική [απόφαση], με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της χωρίς το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έρευνα και της επικουρικής της βάσης και α) αναγνωρίστηκε η ακυρότητα, ως εικονικών, των δικαιοπραξιών που καταρτίσθηκαν με τα προαναφερόμενα προσύμφωνο και οριστικό συμβόλαιο, β) αναγνωρίστηκε η κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου καταστήματος, το οποίο υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να του αποδώσει, και γ) υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα για την ως άνω αιτία το ποσό των 46.671,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και με προσωπική του κράτηση, διαρκείας τεσσάρων (4) μηνών.
Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 7-10-2007 έφεσή του, επί της οποίας και εκδόθηκε η 1658/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία αυτή απόφαση το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κύρια βάση της και στη συνέχεια προχώρησε στην έρευνα της επικουρικής της βάσης, την οποία, ομοίως, απέρριψε κατ' ουσία.
Κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1241/2012 απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω εφετειακή απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΚΠολΔικ 559 αριθμός 19) ως προς την παραδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Μετά από αυτά το Εφετείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο επανεισήχθη η υπόθεση, εξέδωσε τη 2503/2013 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την αγωγή, κατά την ειρημένη επικουρική της βάση, αναγνώρισε ότι είναι άκυρη, ως γενομένη καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητας, που είχε δοθεί, η δικαιοπραξία - αυτοσύμβαση που καταρτίστηκε με το .../14-11-1996 οριστικό συμβόλαιο και με την οποία ο εναγόμενος μεταβίβασε στον εαυτό του κατά πλήρη κυριότητα το επίδικο κατάστημα, ιδιοκτησίας της μητέρας των διαδίκων και ότι ο ενάγων είναι κύριος αυτού, ως εκ διαθήκης κληρονόμος της μητέρας των διαδίκων - κυρίας του ακινήτου και υποχρέωσε τον εναγόμενο να του το αποδώσει.
Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζήτησε και πάλι ο ενάγων με την από 1-9-2014 αίτησή του, επ' αυτής δε εκδόθηκε η 462/2015 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8, 9 11, 16 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αναιρέθηκε η απόφαση, γιατί το Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί άφησε αδίκαστη αίτηση, καθόσον δεν εξέτασε τα ως άνω αιτήματα της αγωγής για την επιδίκαση στον αναιρεσείοντα - ενάγοντα των ωφελημάτων του ακινήτου και την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου- αναιρεσιβλήτου, τα οποία είχαν γίνει δεκτά πρωτοδίκως και ως προς τα οποία ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος είχε παραπονεθεί με ειδικό (τον όγδοο) λόγο της έφεσής του.
Ενόψει δε του ότι επρόκειτο για δεύτερη αναίρεση, η υπόθεση κρατήθηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 580 § 3 γ ΚΠολΔικ, προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάμβανε χώρα, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, ο δε Άρειος Πάγος θα δικάσει αυτός, πλέον, την ουσία της υπόθεσης ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Επομένως, με την από 11-1-2016 κλήση του ενάγοντος νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 5-10-2007 έφεση του εναγομένου, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [ΚΠολΔικ 511, 513 παρ. 1 β, 518 παρ. 1, 581 παρ. 2], κατά της οριστικής 32947/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης μόνον ως προς τον όγδοο λόγο αυτής.
Κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος του πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, γνώριζε δηλαδή ή από βαριά αμέλεια αγνοούσε ότι δεν δικαιούται στη νομή του πράγματος ή αν έμαθε ότι δεν δικαιούται στη νομή του πράγματος ή αν έμαθε ότι δεν δικαιούται στην έκταση που την άσκησε υπό την έννοια ότι όσα περιήλθαν στη γνώση τον υποχρέωναν να πιστέψει ότι δεν δικαιούται στη νομή του πράγματος υπέχει από τότε, ως προς τα πράγματα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, δηλαδή ενέχεται σε απόδοση των ωφελημάτων που πραγματικά, έστω και κατά παράβαση των κανόνων της τακτικής διαχείρισης, εισέπραξε και εκείνων που από υπαιτιότητά του δεν εισέπραξε ενώ μπορούσε να εισπράξει, σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης.
Ωφελήματα δε του πράγματος, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 961 παρ 1 και 3 ΑΚ είναι οι φυσικοί καρποί, δηλαδή τα φυσικά προϊόντα του πράγματος και καθετί που πορίζεται κανείς από το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, αν και δεν είναι προϊόν αυτού καθώς και πρόσοδος που αποφέρει το πράγμα δυνάμει κάποιας έννομης σχέσης, δηλαδή οι πολιτικοί καρποί, όπως το μίσθωμα.
Στην προκείμενη περίπτωση από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, που ορίστηκε με την ανωτέρω 18134/2001 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στην 28550/2001 Εισηγητική Έκθεση και από όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με την 2503/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε, ήδη, αμετακλήτως ότι α) ο ενάγων είναι κύριος αυτοτελούς και διαιρεμένου καταστήματος, που βρίσκεται στο Δήμο ... Νόμου Θεσσαλονίκης στη συμβολή των οδών ..., περιήλθε δε σε αυτόν ως εκ διαθήκης κληρονόμος της μητέρας των διαδίκων, η οποία πέθανε στις 4-6-1996 και την κληρονομία αυτής αποδέχθηκε με την .../19-9-2000 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ.
Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, β) αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη η δικαιοπραξία, που καταρτίστηκε με το .../14-11-2-1996 οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Ν.-Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο ο εναγόμενος μεταβίβασε προς τον εαυτό του με αυτοσύμβαση το ίδιο ως άνω ακίνητο με πώληση, όπως προβλεπόταν στο .../22-8-1984 προσύμφωνο συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, που είχε καταρτιστεί μεταξύ του τελευταίου και του πατέρα των διαδίκων, ο οποίος ενεργούσε με βάση το 2657/1-7-1991 ειδικό πληρεξούσιο προς εκείνον της συζύγου και μητέρας των διαδίκων.
Η μεταβίβαση αυτή ήταν άκυρη, γιατί έγινε καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητας, που είχε χορηγηθεί από την αντιπροσωπευόμενη - πωλήτρια στον ως άνω ειδικό πληρεξούσιό της, δεδομένου ότι η πληρεξουσιότητα έληξε με το θάνατό της και δεν αναγράφεται σε αυτό ότι έχει ισχύ και μετά το θάνατό της. Το επίδικο κατάστημα είχε εκμισθωθεί από τον πατέρα των διαδίκων, με βάση το ως άνω ειδικό πληρεξούσιο, στην Γ.
Χ. με το από 1-11-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης για χρονικό διάστημα εννέα ετών. Το μηνιαίο μίσθωμα είχε συμφωνηθεί σε 160.000 δραχμές για τον πρώτο χρόνο της μίσθωσης, σε 180.000 δραχμές για το δεύτερο, σε 200.000 δραχμές για τον τρίτο και με αναπροσαρμογή κατά 12% για τον τέταρτο και εφεξής χρόνο της μίσθωσης και συγκεκριμένα σε 224.000 δραχμές για τον τέταρτο έτος, σε 250.880 δραχμές για τον πέμπτο σε 280.985 δραχμές για τον έκτο, σε 314.703 δραχμές για τον έβδομο, σε 352.467 δραχμές για τον όγδοο και σε 394.763 δραχμές για τον ένατο χρόνο αυτής.
Ο εναγόμενος αν και γνώριζε ότι κύριος του επίδικου καταστήματος ήταν, μετά τον κατά την 4-6-1996 θάνατο της μητέρας τους, ο ενάγων αδελφός του, κατέλαβε το επίδικο και εξακολουθούσε να το κατέχει και να εισπράττει αυτός αποκλειστικά τα ως άνω μισθώματα καθόλο το χρονικό από το θάνατο της μητέρας των διαδίκων μέχρι και το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 4-6-1996 έως και το μήνα Νοέμβριο 2000.
Τα ποσά αυτά ανέρχονται για το χρονικό διάστημα από α) 4-6-1996 έως 31-10-1996 σε [224.000 επί 5 μήνες] 1.120.000 δραχμές, β) 1-11-1996 έως 31-10-1997 σε [250.880 επί 12 μήνες] 3.010.560 δραχμές, γ) 1-1-1997 έως 31-10-1998 σε [280.985 επί 12 μήνες] 3.371.820 δραχμές, δ) 1-11-1998 έως 31-10-1999 σε [314.703 επί 12 μήνες] 3.776.436 δραχμές, ε) 1-11-1999 έως 31-10-2000 σε [352.467 επί 12 μήνες] 4.229.604 δραχμές και στ) για το μήνα Νοέμβριο έτους 2000 το ποσό των 394.763 δραχμές και συνολικά 15.903.183 δραχμές και ήδη 46.671,12 ευρώ.
Η γνώση του εναγομένου ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον ενάγοντα, η παρά το γεγονός αυτό κατοχή του και η άρνησή του να του το αποδώσει, αποδεικνύεται από το ότι α) γνώριζε το περιεχόμενο της δημόσιας διαθήκης, με την οποία η μητέρα τους εγκαθιστούσε κληρονόμο της τον ενάγοντα στο επίδικο ακίνητο και αποκλήρωνε τον ίδιο, όπως και ο πατέρας τους είχε πράξει με τη δική του διαθήκη, την οποία, όμως, ο τελευταίος ανακάλεσε με νεότερη διαθήκη, β) δεν απάντησε στην από 27-6-21996 εξώδικη δήλωση του ενάγοντα, με την οποία ο τελευταίος τον καλούσε να του γνωστοποιήσει αν υπάρχει έγγραφο, που προσδίδει σε εκείνον δικαιώματα στο επίδικο κατάστημα, ενόψει του ότι η μισθώτρια είχε αρνηθεί να καταβάλει στον ενάγοντα το μίσθωμα, παρά το γεγονός ότι της δήλωσε ότι είναι από διαθήκη κληρονόμος της μητέρας τους, γ) ο ενάγων ζήτησε και έλαβε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης την από 13-11-1996 παραγγελία προς τη συμβολαιογράφο Π.
Ν.-Χ., προκειμένου αυτή του γνωστοποιήσει τυχόν πράξη ή διαθήκη ή μεταβιβάσεις σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία της θανούσης μητέρας τους. Την επομένη καταρτίστηκε το οριστικό συμβόλαιο και έγινε και η πληρωμή του φόρου μεταβίβασης ακινήτου ποσού 4.498.697 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, ο εναγόμενος έχει την υποχρέωση, ως κακής πίστης νομέας του επίδικου καταστήματος, να αποδώσει στον ενάγοντα τα ωφελήματα που έχουν εξαχθεί από αυτό και συγκεκριμένα τα ως άνω μισθώματα, τα οποία εισέπραξε κατά το χρονικό διάστημα από το θάνατο της μητέρας τους [4-6-1996] μέχρι και τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος με τις ως άνω ενέργειές του είχε πρόθεση να ζημιώσει τον ενάγοντα κατά τρόπο που αντιβαίνει τα χρηστά ήθη και συγκεκριμένα να ματαιώσει το εκ διαθήκης δικαίωμα αυτού και την κτήση της κυριότητας του επίδικου καταστήματος. Αποτέλεσμα αυτής της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου ήταν να αποστερηθεί ο ενάγων την νομή, κατοχή και εκμετάλλευση του ακινήτου αυτού κατά το χρονικό διάστημα από το θάνατο της μητέρας τους [4-6-1996] έως και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής.
Επομένως δικαιούται το ως άνω ποσό και ως αποζημίωση και με προσωπική κράτηση του εναγομένου διάρκειας τεσσάρων μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσης. Με βάση τα παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως και δέχθηκε την αγωγή, με αιτιολογίες οι οποίες συμπληρώνονται και με αυτές της παρούσης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε συναφείς λόγοι έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν.
Τέλος ο εκκαλών πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ.2].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση κατά της 32.947/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτή κατ' ουσία.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια [700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ