Appeal allowed; lower court erred on standing to challenge will validity regarding deceased sister's inheritance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial. The appellants argued they had standing to challenge a will because they were heirs to their deceased sister, who was the sole heir of the testator. The lower court rejected this, ruling that since the sister had predeceased the testator, the appellants had no direct inheritance interest to protect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1718, 1721, 1814 of the Civil Code; A party lacks standing to request the invalidation of a will if they are not called as heirs under the rules of succession by intestate succession in the event of the will's invalidation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 707 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 707/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. συζ. Σ. Π., και 2) Ι. Κ., το γένος Γ. Α., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαριάννα Αρώνη.
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Π. Κ., το γένος Π. Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/10/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2011 του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 1/10/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 25/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης κατά την κύρια βάση του και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζεται αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος διάδικος. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο της, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη εμφάνισης στο ακροατήριο, η αναιρεσίβλητη Α. σύζυγος Π. Κ.. Όπως, όμως, προκύπτει από την υπ' αριθμ. 841 Β/29-8-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λιβαδειάς ..., ακριβές αντίγραφο της από 1-10-2013 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή υπ' αριθμ. 3/2013 έκθεση κατάθεσης του δικογράφου αυτού στο κατάστημα του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς και με την από 8-5-2014 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου με την οποία ορίζεται αρμόδιο τμήμα προς εκδίκαση της το Γ Πολιτικό Τμήμα και την από 8-5-2014 πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος με την οποία ορίζεται χρόνος εκδίκασης της αίτησης αυτής η εις την αρχή της παρούσης αναφερόμενη δικάσιμος της 5ης Νοεμβρίου 2014, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσειόντων Μαριάννας Ε. Αρώνη, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην απολειπόμενη αναιρεσίβλητη Α. συζ. Π. Κ..
Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως ως εάν ήταν παρούσα και η αναιρεσίβλητη σύμφωνα με τη νομική σκέψη.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1718, 1721 παρ.1 εδ. α και 180 ΑΚ συνάγεται ότι η ιδιόγραφη διαθήκη η οποία δεν έχει γραφεί ολόκληρη, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη αλλά άλλου προσώπου είναι άκυρη. Την ακυρότητα αυτής μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο.
Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον έχουν και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη στους οποίους λόγω της ακυρότητας της διαθήκης περιέχεται ολόκληρη η κληρονομία του. Ο επικαλούμενος τη διαθήκη, δεν αρκεί να αποδείξει τη γνησιότητα της υπογραφής σ' αυτή αλλά πρέπει να αποδείξει ότι και όλο το περιεχόμενο γράφηκε ιδιοχείρως από το διαθέτη.
Η κήρυξη ως κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης δεν παράγει τεκμήριο γνησιότητας υπέρ εκείνων που την επικαλείται. Τότε μόνο αποτελεί τεκμήριο, μέχρι αποδείξεως, όταν από τη δημοσίευση της διαθήκης παρήλθε πενταετία χωρίς στο μεταξύ να αμφισβητηθεί η γνησιότητα της διαθήκης σε δίκη μεταξύ κάποιου που αντλεί δικαιώματα απ' αυτή και κάποιου από των βλαπτομένων (1777 ΑΚ).
Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής για ακυρότητα της διαθήκης λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής όπου αρκεί μόνο η με την αγωγή αντιτασσομένη γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλομένου από τη διαθήκη δικαιώματος του εναγομένου. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου αλλά ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών δηλαδή την ιδιόχειρη από το διαθέτη γραφή και υπογραφή της διαθήκης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1813 ΑΚ, ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομουμένου. Ο πλησιέστερος από αυτούς αποκλείει τον απώτερο της ίδιας ρίζας. Στη θέση του κατιόντος που δεν ζει κατά την επαγωγή, υπεισέρχονται οι κατιόντες που μέσω αυτού συνδέονται με συγγένεια με τον κληρονομούμενο (διαδοχή κατά ρίζες).
Τα τέκνα κληρονομούν κατ' ισομοιρία. Κατ' άρθρο 1814 ΑΚ, στη δεύτερη τάξη καλούνται μαζί οι γονείς του κληρονομουμένου, οι αδελφοί, καθώς και τέκνα και έγγονοι αδελφών που έχουν πεθάνει πριν από αυτόν. Οι γονείς και αδελφοί κληρονομούν κατ' ισομοιρία και τα τέκνα ή οι έγγονοι αδελφών που έχουν πεθάνει πριν από τον κληρονομούμενο κατά ρίζες.
Τα τέκνα αδελφού του κληρονομουμένου που έχει πεθάνει πριν από αυτόν, αποκλείουν τους εγγόνους της ίδιας ρίζας. Κατά το άρθρο 1816 ΑΚ, στην τρίτη τάξη καλούνται οι παππούδες και οι γιαγιάδες και από τους κατιόντες τους, τα τέκνα και οι έγγονοι. Αν κατά την επαγωγή ζουν οι παππούδες και οι γιαγιάδες και των δύο γραμμών κληρονομούν μόνον αυτούς κατ' ισομοιρία.
Αν κατά την επαγωγή, δεν ζει ο παππούς ή η γιαγιά από την πατρική ή μητρική γραμμή, στη θέση εκείνου που έχει πεθάνει υπεισέρχονται τα τέκνα και οι έγγονοι του. Αν δεν υπάρχουν τέκνα και έγγονοι, η μερίδα αυτού που έχει, πεθάνει, περιέρχεται στον παππού ή της γιαγιάς της ίδιας γραμμής και, εάν δεν υπάρχει, στα τέκνα και τους εγγόνους του.
Αν κατά την επαγωγή δεν ζουν ο παππούς και η γιαγιά, είτε από την πατρική είτε από τη μητρική γραμμή και δεν υπάρχουν τέκνα και έγγονοι αυτών που έχουν πεθάνει, κληρονομούν μόνον ο παππούς ή η γιαγιά ή τα τέκνα και οι έγγονοί τους από την άλλη γραμμή. Τα τέκνα κληρονομούν κατ' ισομοιρία και αποκλείουν τους εγγόνους της ίδιας ρίζας.
Οι έγγονοι κληρονομούν κατά ρίζες. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1819 ΑΚ, δεν καλείται στην κληρονομία συγγενής, εφόσον υπάρχει άλλος συγγενής προηγούμενης τάξης που καλείται ως κληρονόμος. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, καλούνται ως κληρονόμοι, οι κατιόντες του κληρονομουμένου.
Στη δεύτερη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, καλούνται ως κληρονόμοι, αφενός μεν οι γονείς του κληρονομουμένου, αφετέρου δε οι αδελφοί του, τα τέκνα των αδελφών του (ανίψια του κληρονομουμένου) καθώς και τα εγγόνια των αδελφών του (μικρανίψια) του κληρονομουμένου. Στην τρίτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, καλούνται ως κληρονόμοι, οι παππούδες και γιαγιάδες του κληρονομουμένου και από τους κατιόντες τους μόνο τα τέκνα τους (θείοι του κληρονομουμένου) και τα εγγόνια τους (πρώτα ξαδέλφια).
Περαιτέρω κατιόντες των παππούδων και γιαγιάδων (λ.χ. τέκνα των πρώτων εξαδέλφων) δεν καλούνται ως κληρονόμοι σε καμμία τάξη. Οι καλούμενοι ως κληρονόμοι στην τρίτη τάξη διαχωρίζονται από το νόμο σε δύο ομάδες. Εκείνη που περιλαμβάνει τους γονείς του πατέρα του κληρονομουμένου, καθώς και τους καταγομένους απ' αυτούς θείους και πρώτα ξαδέρφια του.
Αυτοί αποτελούν τους κληρονόμους της πατρικής γραμμής. Αντίστοιχα, οι γονείς της μητέρας του κληρονομουμένου μαζί με τους καταγομένους απ' αυτούς θείους και πρώτα ξαδέρφια του, αποτελούν τη μητρική γραμμή. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο μετά από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: Την 31-12-2004 απεβίωσε στη … ο Α. Α. πρώτος εξάδελφος εκ της πατρικής γραμμής της ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένη -εκκαλούσας, οι οποίες μαζί με τις εξαδέλφες του επίσης από την ίδια γραμμή, Μ.
χήρα Π. Α. και Ε. χήρα Δ. Δ. και την αδελφή του Μ. Α., ήταν οι πλησιέστεροι αυτού συγγενείς. Την 25-5-2006 με τα υπ' αριθμ. 89/2006 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς δημοσιεύθηκε η από 4-2-2003 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία κηρύχθηκε κυρία με την 126/28-9-2006 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Με τη διαθήκη αυτή εγκατέστησε ως κληρονόμους του τις εναγόμενες-εκκαλούσες με τη δεύτερη των άνω εφέσεων την εναγομένη και μη διάδικο στην δίκη αυτή Α.
συζ. Θ. Ρ. και την ως άνω αδελφή του Μ. Α., όπως ειδικότερα αναφέρεται σ' αυτή. Η ενάγουσα -εφεσίβλητη, κληρονόμος εξ αδιαθέτου αυτού κατά τη δεύτερη τάξη, ισχυρίζεται ότι η διαθήκη αυτή δεν είναι γραμμένη από το χέρι του διαθέτη συγγενή της ούτε η υπογραφή είναι δική του και είναι εξ ολοκλήρου πλαστή, κατονομάζει δε ως πλαστογράφο της την πρώτη εναγομένη.
Από τα προαναφερθέντα όμως αποδεικτικά μέσα πλήρως αποδείχθηκε, αφενός μεν ότι η παραπάνω διαθήκη, δεν γράφτηκε ούτε υπογράφηκε από τον ως άνω διαθέτη, αφετέρου δε ότι αυτή δεν γράφτηκε ούτε υπογράφηκε από την πρώτη εναγομένη κατ' απομίμηση της γραφής και υπογραφής αυτού, αλλά από τρίτο άγνωστο πρόσωπο.
Για το κρίσιμο ως άνω σημείο της υπόθεσης, ότι δηλαδή η διαθήκη αυτή δεν γράφτηκε ούτε υπογράφηκε από τον διαθέτη, σαφής και μετά λόγου γνώσεως είναι η κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας η οποία δεν αναιρείται από την κατάθεση των μαρτύρων των εναγομένων ή από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα επιβεβαιώνεται από την από 21-5-2009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Π.
Φ. που διενεργήθηκε με απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ειδικότερα ο παραπάνω πραγματογνώμονας αιτιολογημένα αποφαίνεται ότι η προαναφερόμενη από 4-2-2003 διαθήκη του Α. δεν γράφτηκε ούτε υπογράφηκε από τον τελευταίο ούτε από την πρώτη εναγομένη. Εξάλλου ο πραγματογνώμονας Ι. Δ. που διορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 24/8-10-2010 διάταξη της πταισματοδίκου Λιβαδειάς, κατά τη διενέργεια προανακρίσεως επί σχετικής ποινικής υποθέσεως μετά της πρώτης εναγομένης, με την από 9-12-2010 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αποφαίνεται ότι η παραπάνω διαθήκη υπογράφεται από τον προαναφερθέντα διαθέτη, ενώ δεν αποφαίνεται αν και το κείμενο της γράφτηκε από τον τελευταίο.
Όμως από τη σύγκριση της σ' αυτήν υπογραφής, με την μη αμφισβητούμενη υπογραφή του διαθέτη που υπάρχει στα επισυναπτόμενα στις άνω πραγματογνωμοσύνες έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν επίσης οι διάδικοι, προκύπτει ότι, ναι μεν οι υπογραφές αυτές, φαίνεται αρχικά να παρουσιάζουν κοινά απογραφικά χαρακτηριστικά, κυρίως όσον αφορά τη γενική εμφάνιση και το αρχικό κυκλικό μόρφωμα, πλην όμως αναλυτικότερη μελέτη και σύγκριση αυτών, καταδεικνύει διαφοροποίηση ως προς τον αριθμό των σπυρωμάτων μεταξύ της επίδικης και των γνησίων υπογραφών και την καταληκτική τους ευθεία, (τέσσερα σπυρώματα στην επίδικη, από 0 έως 3 στις γνήσιες, κάθετη καταληκτική ευθεία στην επίδικη σε σχέση με τον κορμό της παράλληλα στις γνήσιες).
Οι διαφορές αυτές είναι σημαντικές και οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα, και κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, ότι η επίδικη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή του Α. Α.. Κατ' ακολουθία αυτών, η ως άνω διαθήκη είναι άκυρη, αφού δεν γράφτηκε ούτε υπογράφηκε από τον διαθέτη, όπως βάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα, με τον ως άνω περί πλαστότητος αυτής ισχυρισμό της στον οποίο περιέχεται και ο ισχυρισμός, περί μη γνησιότητας αυτής, λόγω γραφής και υπογραφής της από άλλο πρόσωπο και όχι του διαθέτη, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως αν και με ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα, ορθά τις προαναφερθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και οι περί του αντιθέτου λόγοι των άνω εφέσεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω από τα ίδια, ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι την 1-4-2006 απεβίωσε στη … η αδελφή του ως άνω διαθέτη, Μ.
Α. η οποία συνδεόταν με τις προαναφερθείσες διαδίκους και φυσικά πρόσωπα, με τον προαναφερθέντα συγγενικό δεσμό (πρώτη εξαδέλφη αυτών εκ της πατρικής γραμμής). Τα πρόσωπα αυτά ήταν οι πλησιέστεροι αυτής συγγενείς και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, κατά τη δεύτερη τάξη. Την 25-5-2006 με τα υπ' αριθμ. 90/2006 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς δημοσιεύθηκε η από 12-6-2006 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία κηρύχθηκε κυρία με την με αριθμό 125/2006 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου.
Με τη διαθήκη αυτή εγκατέστησε ως κληρονόμους της τις εναγόμενες - εκκαλούσες και την εναγομένη και μη διάδικο στη δίκη αυτή Α. συζ. Θ. Ρ.. Η διαθήκη αυτή γράφτηκε καθ' ολοκληρία και υπογράφηκε από τη διαθέτιδα Μ. Α.. Στο αυτό δε συμπέρασμα καταλήγει και η ειδική δικαστική γραφολόγος Ι. Δ. που διορίσθηκε από την εναγομένη εκκαλούσα με την πρώτη των άνω εφέσεων με την από 14-1-2009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης.
Κατ' ακολουθία αυτών ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η διαθήκη αυτή είναι πλαστή και συνεπώς άκυρη γιατί γράφτηκε καθ' ολοκληρία και υπογράφηκε από την πρώτη εναγομένη, εν αγνοία της διαθέτιδος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όμως στην ανωτέρω διαθήκη υπάρχουν διαγραφές και παρεγγραφές και συγκεκριμένα στην πρώτη σειρά αυτής έχει διαγραφεί με μία ευθεία γραμμή η ημερομηνία της διαθήκης και δη η φράση "Κυριακή 12 Ιουνίου 2005" και έχει τεθεί ως ημερομηνία, άνωθεν αυτής, με μαύρο μελάνι η "Τρίτη 14 Ιουνίου 2005" καθώς επίσης και στη δεύτερη σελίδα έχει διαγραφεί με ευθεία γραμμή η φράση "ένα ποσό" και έχει τεθεί άνωθεν αυτής με ερυθρό μελάνι η λέξη "ποσοστό %", γεγονότα που βεβαιώθηκαν από το ανωτέρω δικαστήριο με την 125/2006 απόφαση του με την οποία κηρύχθηκε κυρία αυτή, αλλά και την ύπαρξη των οποίων συνομολογούν οι διάδικοι.
Στις διαγραφές και εγγραφές αυτές δεν προέβη η ως άνω διαθέτης αλλά, όπως βεβαιώνεται και στην άνω πραγματογνωμοσύνη και τεχνική έκθεση, τρίτο πρόσωπο και δη εκείνο που συνέταξε την ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη του Α. Α.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ως άνω διαγραφές και εγγραφές έγιναν μετά την κατάρτιση της διαθήκης σε άγνωστο χρόνο από το προαναφερθέν άγνωστο πρόσωπο χωρίς τη γνώση και συναίνεση της διαθέτιδος και όχι από την πρώτη εναγομένη, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, η οποία δεν είχε έννομο συμφέρον να αλλοιώσει με τον παραπάνω τρόπο την επίδικη διαθήκη και να διακινδυνεύσει την εγκυρότητα της.
Συνεπώς τα ελαττώματα αυτά της εν λόγω διαθήκης, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχουν και έτσι δεν δημιουργούν ακυρότητα της διαθήκης ενόψει και του ότι δεν καθιστούν αδύνατη την ανάγνωση του περιεχομένου της, και δεν δημιουργούν υποψίες για έλλειψη του animus testandi σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη σχετική ως άνω μείζονα σκέψη. Επομένως η ένδικη διαθήκη φέρει χρονολογία (Κυριακή 12 Ιουνίου 2005) και γράφτηκε καθολοκληρία, και υπογράφτηκε από την διαθέτιδα Μ. Α., είναι έγκυρη όπως βάσιμα" ισχυρίζονται οι εναγόμενες. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμένη απόφαση έκρινε ότι, η διαθήκη αυτή είναι άκυρη ένεκα των προαναφερθέντων ελαττωμάτων της, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και οι σχετικοί λόγοι των κρινόμενων εφέσεων πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και ουσιαστικά.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή για αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης του Α. Α. απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά τη βάση της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης της Μ. Α. και προς τις εναγόμενες-εκκαλούσες Δ.
συζ. Π. Σ., Α. Π., Ι. Κ. και Α. συζ. Ι. Γ., δεχόμενο τυπικά και εν μέρει κατ' ουσία τις ασκηθείσες εφέσεις και εξαφανίζοντας την υπ' αριθμ.32/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς μόνον κατά το ως άνω κεφάλαιο της. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 1718, 1721, 1814, ΑΚ κρίνοντας ότι η αναιρεσίβλητη Α.
συζ. Π. Κ. είχε έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης του Α. Α. αφού αυτή, εφόσον ζούσε ακόμη κατά το χρόνο θανάτου του ως άνω κληρονομουμένου η αδελφή του Μ. Α. η οποία ήταν η μοναδική κληρονόμος αυτού καλουμένη στη δεύτερη τάξη του άρθρου 1814 ΑΚ, δεν εκαλείτο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος στην κληρονομία αυτού και συνεπώς δεν είχε έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης του Α.
Α., δεδομένου ότι το δικαίωμα αυτό έχει μόνον ο κληρονόμος ο οποίος θα εκαλείτο στην κληρονομία σε περίπτωση αναγνώρισης της ακυρότητας της διαθήκης. Η δε αναιρεσίβλητη στήριξε το έννομο συμφέροντης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής της, για αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης του Α.
Α. όχι σε απευθείας κληρονομικό δικαίωμα στην κληρονομία του τελευταίου κατά τις εξ αδιαθέτου διαδοχής διατάξεις αλλά εμμέσως σε κληρονομικό δικαίωμα που επικαλείτο ότι είχε στην κληρονομία της αδελφής του Μ. Α. η οποία απεβίωσε αργότερα, ισχυρισμό όμως, που το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο αφού η διαθήκη της τελευταίας, Μ.
Α., κρίθηκε έγκυρη και απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά το ως άνω κεφάλαιο της. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ευθεία παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η από 1-10-2013 αίτηση των Α.
συζ. Σ. Π. και Ι. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 54/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που μετείχαν στην αναιρεσιβαλλομένη υπόθεση, να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.
ν. 4055/2012 και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων κατά το νόμιμο αίτημα τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 1-10-2013 αίτηση των Α. συζ. Σ. Π. και Ι. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λαμίας (Μεταβατική Έδρα Λιβαδειάς) συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που μετείχαν στην προσβαλλομένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ