Supreme Court suspends appeal judgment pending Full Plenary Court decision on equal pay for public sector employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal judgment regarding the Regional Government of Crete's challenge to a lower court ruling on public sector salaries. The Regional Government argued that certain employees were entitled to cumulative benefits violating constitutional equality principles, while the lower court had granted these benefits based on a unified salary scale. The court decided to postpone the decision because the core issue of equal pay for public servants had been referred to the Full Plenary Court for a definitive ruling to ensure uniformity.
Legislator headnote
AI generatedArt. 249 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 4 para. 1 of the Constitution; The Supreme Court may suspend proceedings when a case depends on a constitutional issue of general importance referred to the Full Plenary Court to prevent contradictory rulings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 707 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 707/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Περιφέρειας Κρήτης - Περιφερειακής Ενότητας Χανίων, που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χανίων, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φουρναράκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2) Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 381/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 194/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-11-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 27-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του με αριθ. 1 λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την παραδοχή του με αριθ. 2 λόγου αυτής.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Χανίων … με αριθ. .../29-1-2013 και .../29-1-2013 (με τις στην συνέχεια αυτής από 30-10-2013 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του αρμοδίου αστυνομικού υπαλλήλου και βεβαίωση αποστολής με συστημένη επιστολή έγγραφης ειδοποίησης), ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της προσηκόντως παρισταμένης αναιρεσείουσας, σε κάθε έναν αναιρεσίβλητο, που όμως δεν εμφανίσθηκαν, ούτε έλαβαν μέρος καθοιονδήποτε τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, παρά την απουσία τους το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθ. 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή ενμέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή την διάρρηξη μίας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπάγγελτα ή ύστερ' από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης, εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από την διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από την διατύπωση και τον σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη παρά την μη ρητή αναφορά της στο άρθ. 573 § 1 ΚΠολΔ μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων (αφού η απαρίθμηση στο άρθ. 573 δεν είναι αποκλειστική) προκύπτει, ότι εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται, ενόλω ή ενμέρει, από την επίλυση του νομικού ζητήματος που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την γένεση του επιδίκου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος, θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο επί της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων ύστερα από έφεση της αναιρεσείουσας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χανίων (στην ουσιαστική και δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε αυτοδικαίως η παραστάσα κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης Περιφέρεια Κρήτης/Περιφερειακή Ενότητα Χανίων, συνεχιζομένης αυτοδικαίως απ' αυτήν της εκκρεμούς δίκης χωρίς διακοπή και χωρίς ν' απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης, άρθ. 3 § 3ιγ, 283 § 3 ν. 3852/2010) με την προσβαλλομένη 194/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει (A) ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος, 13 ν. 2738/1999, 14 ν. 3016/2002, 24 § 2 και 28 § 4 ν. 3205/2003 δέχθηκε, ότι η επίδικη παροχή των 176 ευρώ, έχοντας χορηγηθεί με πολλές ΚΥΑ σε όλους τους μονίμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/ 1997, καθώς και στους αποσπωμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ ή λοιπά ΝΠΔΔ, και έχοντας διατηρηθεί, σύμφωνα με τα άρθ. 28 § 4 και 24 § 2 ν. 3205/2003, παρά την κατάργηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 και των σε εκτέλεση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, ως προσωπική διαφορά και μετά την 1-1-2004, ώστε να μην μειωθεί το εισόδημα των μισθωτών που την ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 (μειουμένη ανάλογα με τις μελλοντικές αυξήσεις τους), αποτελεί προσαύξηση του μισθού των δικαιούχων υπαλλήλων, η οποία εντάσσεται στις τακτικές αποδοχές τους και χορηγείται αδιακρίτως σε όλο το προσωπικό (δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου) του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, που υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997 και στην συνέχεια του ν. 3205/2003, ανεξάρτητα από τους ιδιαίτερους όρους εργασίας τους, κατά τρόπο τυχαίο και μη συναρτώμενο με κλαδικές ή άλλου είδους εργασιακές ιδιότητες, δέχθηκε δηλ.
ότι μοναδική προϋπόθεση της χορήγησης (και στη συνέχεια της επέκτασης κατ' άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος) της ειδικής αυτής παροχής αποτελεί η υπαγωγή στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, όπως αυτό εκάστοτε ισχύει (Β) με βάση την ως άνω ερμηνεία έκρινε στην συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι, που υπηρετούν από 6-4-2000 ως υπάλληλοι με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η 1η του κλάδου ΔΕ ηλεκτρονικών υπολογιστών και ο 2ος του κλάδου ΠΕ Γεωπόνων, στην Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης της εναγομένης, από το έτος 2002 ελάμβαναν την διαφορά της μηνιαίας ειδικής παροχής που χορηγήθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 14 του ν. 3016/2002 με την 2/47883/0022/16-9-2002 ΚΥΑ ποσού 126 ευρώ και ότι το γεγονός ότι οι ενάγοντες ελάμβαναν τυχόν άλλα επιδόματα δεν εμποδίζει την γέννηση της ένδικης αξίωσής τους σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 14 § 2 ν. 3016/2002 "καθώς οι εν λόγω παροχές είναι άρρηκτα συνδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας τους συνεπώς τυγχάνουν απολύτως και καταφανώς ετεροειδείς με την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση και η οποία απονέμεται συλλήβδην σε όλους τους υπαλλήλους χωρίς διάκριση χαμηλόμισθων και μη...., και συνεπώς είναι ανεπίδεκτες αλληλοκαλύψεως και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθ.14 Ν. 3016/2012".
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων απέρριψε σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επικυρώνοντας έτσι αυτήν, με την οποία, κατά μερική παραδοχή της αγωγής ως βάσιμης και κατ' ουσίαν, είχε γίνει δεκτό, ότι (α) οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες δικαιούνται την επίδικη πρόσθετη παροχή (β) η καταβολή σ' αυτούς του προβλεπομένου από το άρθ. 30 § 5 ν. 2768/1999 επιδόματος ειδικών συνθηκών εργασίας και εξόδων κίνησης δεν εμποδίζει την γένεση της ένδικης κατ' άρθ. 14 § 2 ν. 3016/2002 αξίωσής τους, καθόσον η παροχή αυτή αποτελεί αποζημίωση για την κάλυψη των δαπανών τους, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας, συνεπώς τυγχάνει καταφανώς ετεροειδής με την επίδικη που αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση και επομένως αυτές είναι ανεπίδεκτες αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του άρθ. 14 ν. 3016/2002, καθώς και ότι η μη καταβολή (πλήρους) της επίδικης παροχής συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση και παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας κ.λπ., δέχθηκε δηλ.
στην ουσία το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων ότι οι ενάγοντες δικαιούνται (εκ μόνης της υπαγωγής τους στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης) σωρευτικά την ειδική μηνιαία παροχή των 176 ευρώ στο σύνολό της και το επίδομα ειδικής απασχόλησης, ύψους 50 ευρώ, και κατά συνέπεια ότι το τελευταίο δεν συμψηφίζεται με την ειδική αυτή παροχή, απορρίπτοντας τον κατ' εκτίμηση προβληθέντα από την εναγομένη με την έφεση συναφή ισχυρισμό.
Την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας πλήττει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της κρινόμενης αίτησής της από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (κατ' ορθό χαρακτηρισμό και όχι από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα φέρεται στο αναιρετήριο) και κατ' εκτίμηση αυτού, για παραβίαση των άρθ. 4 § 1, 22, 80 του Συντάγματος, 14 § 2 ν. 3016/2002, 24 § 2 και 28 § 4 ν. 3205/2003, ΚΥΑ 2/47883/0022/2002.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού αναίρεσης εξαρτάται από το ζήτημα της, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος), επέκτασης της χορήγησης της επίδικης παροχής (176 ευρώ) σε κατηγορίες υπαλλήλων, υπαγομένων στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμειβομένων σύμφωνα με αυτό, ως μόνης προϋπόθεσης για την χορήγησή της, εξομοιουμένης (της παροχής αυτής) με προσαύξηση του μισθού τους, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους ή μη και ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη παροχή, μικρότερη, ίση ή ανώτερη των 176 ευρώ, ή η χορήγησή της εξαρτάται και από την συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων των άρθ. 14 ν. 3016/2002 και 24 § 2 ν. 3205/2003, μη εξομοιουμένης με μισθό, και προς αυτήν συμψηφίζεται οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή (επίδομα κ.λπ.), ως η ανωτέρω, το οποίο, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση, αλλά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ, έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 2233/2013 απόφαση του Β1' Τμήματος, έχει δε ορισθεί δικάσιμος προς συζήτηση η 10-4-2014.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής (αναστολής) κατ' άρθ. 249 ΚΠολΔ έκδοσης απόφασης για τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (αλλά και για τον πρώτο λόγο, προκειμένου να κριθεί ενιαία μετά την επίλυση του ως άνω ζητήματος).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει την έκδοση απόφασης επί της από 24-11-2009 αίτησης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χανίων για αναίρεση της 194/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 2233/2013 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ