Legislator Case Law & Legislation
707/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on freedom of press and personality rights regarding defamatory publication.

Case Number 707/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals and a publishing company against a First Instance Court judgment. The appellants argued that the defendant's publication violated their personality rights and that the lower court failed to consider specific evidence. The court held that the defendant's expressions were defamatory and exceeded the necessary limits of free speech, justifying the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a), 559(1)(8), 559(1)(11γ), and 559(1)(19) of the Code of Civil Procedure; The court may dismiss an appeal if the lower court's decision is based on a valid assessment of evidence and the defendant's statements, even if they are defamatory, do not constitute a violation of personality rights.

Keywords

AI generated
freedom of press personality rights defamatory publication appeal dismissal evidence consideration

Cited Legislation

AI generated
Article 14 of the Constitution
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(11γ) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 694/2003 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 707 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Τύπος. Ελευθερία του τύπου. Προσβολή της προσωπικότητας με δημοσίευμα. Έννοια σχετικών διατάξεων. Αναίρεση. Αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 11γ΄ και 19 του Κ.Πολ.Δ. Επικυρώνει απόφαση 191/20078 του Εφετείου Κρήτης.

Αριθμός 707/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Δ., κατοίκου ..., 2. Ε. Δ., κατοίκου ..., 3. Β. Σ., κατοίκου ... και 4. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κύκλος Ανώνυμη Εκδοτική και Εμπορική Εταιρία" που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ζιώγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 227/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 191/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-12-2007 αίτησή τους και τους από 19-8-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 17-9-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, ήδη προαχθείσας σε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Ρένας Ασημακοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 14 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα που ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Όμως, η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί αυτοσκοπό και συνακόλουθα δεν πρέπει να συνεπάγεται χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων εννόμων αγαθών, γι' αυτό και υπάγεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του Συντάγματος στον γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος.

Με νόμο, επομένως, μπορεί να περιορισθεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφόρησης, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνον κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, δεν αποκλείεται.

Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επέμβασης από τρίτον στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου. Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως, είτε είναι από άποψη έννομης τάξης, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά.

Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος (δόλου ή αμέλειας) αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ. ΑΚ ΑΠ 1897/2006, ΑΠ 1252/2003). Περαιτέρω, το άρθρο 367 ΠΚ ορίζει στην παρ. 1 ότι δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις (...), καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ...

και στην παρ. 2 ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα ουσιαστικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363, καθώς και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμισης (άρθρα 361 και 362 ΠΚ), αλλά όχι και της συκοφαντικής δυσφήμισης, αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Τέτοιο ενδιαφέρον, στα πλαίσια της ελευθερίας του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα που άμεσα συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση ειδήσεων και γεγονότων, σχετικά με τη συμπεριφορά προσώπων ή ομάδων προσώπων, που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο ή έστω, και άλλους. Παρέπεται ότι τα ως άνω συνδεόμενα με τον τύπο πρόσωπα μπορούν να προβαίνουν σε αντίστοιχη δημοσίευση για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, ακόμη και με οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς εις βάρος των ως άνω προσώπων ή ομάδων.

Και στην περίπτωση όμως αυτήν, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η παραπάνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση, ή όταν, από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξύβρισης που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, εμφαίνεται στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως αυτού που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος, παρά ταύτα, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 1897/2006, ΑΠ 72/2004, ΑΠ 825/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Στο φύλλο της 22-2-2002 με αριθμ. 430 της εφημερίδας ΝΕΑ ΚΡΗΤΗ, ιδιοκτησίας της τετάρτης των αναιρεσειόντων, που εκδίδεται στο Ηράκλειο από τον δεύτερο των αναιρεσειόντων και διανέμεται σε ολόκληρη την Κρήτη, δημοσιεύθηκε άρθρο του πρώτου τούτων (αναιρεσειόντων), με τον τίτλο "ΚΡΗΤΗΣ TV.

Απάντηση σε λασπολόγο", στο οποίο αναγράφονται τα εξής: Ο γνωστός για τις προβοκατόρικες μεθόδους του Μ. Κ. ξεπέρασε χθες κάθε προηγούμενο λασπολογίας, επιχειρώντας να εμπλέξει την ΚΡΗΤΗ TV σε νέα περιπέτεια δυσφήμησης. Αν και ο κ. Κ. είναι εναγόμενος από την ΚΡΗΤΗ T.V. σε άλλη υπόθεση δυσφήμησης, με την οποία ασχολείται ήδη η Δικαιοσύνη, τα ξημερώματα σε τηλεοπτική εκπομπή προσπάθησε ανεπιτυχώς να λασπολογήσει εκ νέου με ψευδή στοιχεία σε βάρος του τηλεοπτικού σταθμού που έχει καταξιωθεί με την παρουσία του στη συνείδηση των Κρητικών.

Η διοίκηση της ΚΡΗΤΗ T.V. δηλώνει ότι κανείς άλλος επιχειρηματίας δεν μετέχει στην εταιρεία. Πέραν των όσων περιγράφονται στη μετοχική σύνθεση που έχει καταθέσει στη Διεύθυνση Εμπορίου. Τέλος, από σήμερα το πρωΐ, η ΚΡΗΤΗ T.V. προσφεύγει σε όλα τα ένδικα μέσα προκειμένου να προστατεύσει το κύρος και την αξιοπρέπειά της.

Τα ανωτέρω, τα οποία δημοσιεύθησαν στην ως άνω εφημερίδα εν γνώσει και με την άδεια του εκδότη και διευθυντή της, δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων, με αφορμή τα λεχθέντα σε τηλεφωνική παρέμβαση του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος στην τηλεοπτική εκπομπή "Ζούγκλα", η οποία μεταδόθηκε από τον πανελλήνιας εμβέλειας τηλεοπτικό σταθμό "ALPHA" στις 21-2-2002, κατά την οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι, στο εταιρικό κεφάλαιο της εταιρείας "ΙΚΑΡΟΣ Ραδιοτηλεοπτικές Επιχειρήσεις ΑΕ", στην ιδιοκτησία της οποίας ανήκει ο τοπικός τηλεοπτικός σταθμός ΚΤΗΤΗ TV και στην οποία Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος και κύριος μέτοχος είναι ο πρώτος αναιρεσείων, ο οποίος συνέταξε το εν λόγω άρθρο, μετέχει ο Ν.

Τ., ο οποίος κατέχει σημαντικό μερίδιο του παράνομου ηλεκτρονικού τζόγου στην Κρήτη. Το παραπάνω δημοσίευμα, ως προς το οποίο δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση ότι δεν είναι συκοφαντικό ή δυσφημιστικό για τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα, ο οποίος και δεν προσβάλλει την ως άνω εκκαλουμένη (πρωτόδικη) απόφαση, ως προς το σημείο αυτό, έλαβε χώρα προκειμένου οι αναιρεσείοντες να προστατεύσουν ως ισχυρίζονται την τιμή, την υπόληψη και την φήμη της εταιρείας τους ως και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον που είχαν προκειμένου να πληροφορήσουν το κοινό ως προς το μετοχολόγιό τους.

Όμως οι ως άνω εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο πρώτος των αναιρεσειόντων, ήτοι "απάντηση σε λασπολόγο, γνωστός για τις προβοκατόρικες μεθόδους του, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο λασπολογίας, προσπάθησε να λασπολογήσει εκ νέου" είναι απαξιωτικές για το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος και δεν αποτελούν απλώς δυσμενείς χαρακτηρισμούς γι' αυτόν, αφού δηλώνουν πρόσωπο που χρησιμοποιεί συστηματικά ανέντιμα μέσα για να επιτύχει τους σκοπούς του και δίδουν την εντύπωση, έτσι όπως παρατίθενται, ότι ο αναιρεσίβλητος, άτομο που διετέλεσε ευρωβουλευτής και επί σειρά ετών Δήμαρχος Ηρακλείου, είναι άτομο που λασπολογεί συστηματικά, για να επιτύχει τους σκοπούς του. 'Οπως δε οι χαρακτηρισμοί αυτοί παρατίθενται στο άρθρο, επαναλαμβανόμενοι συχνά, και το ύφος με το οποίο είναι γραμμένο το δημοσίευμα, προσδίδουν σκοπό εξύβρισης του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, αφού συνιστούν χαρακτηρισμούς μη αναγκαίους για να αποδοθεί, όπως έπρεπε αντικειμενικά, το περιεχόμενο της σκέψης του συντάξαντος το άρθρο πρώτου των αναιρεσειόντων και εκφεύγουν του οριοθετημένου πεδίου, στο οποίο πρέπει να κινείται η δημοσιογραφία και η ελευθεροτυπία, και θίγουν την τιμή και την υπόληψή του.

Η προσβολή δε αυτή είναι παράνομη και υπαίτια. Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, ο αναιρεσίβλητος - ενάγων από την εν λόγω παράνομη προσβολή έχει υποστεί ηθική βλάβη. Ακολούθως, με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη το είδος και την βαρύτητα της προσβολής και τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε, καθώς και τον τρόπο και το μέσον που τελέσθηκε, τον βαθμό υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων, την δημοσιότητα που έλαβε η προσβολή και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, έκρινε ότι για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική του ικανοποίηση το ποσό των 15.000 ευρώ, κρίνοντας έτσι ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη την ένδικη αγωγή του και απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειόντων - εναγομένων (καθώς και την αντέφεση του αναιρεσιβλήτου) κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 ΑΚ και 361, 367, 20 και 22 ΠΚ και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν οι εκτεθείσες - μη δεκτικές αναιρετικού ελέγχου - πραγματικές του διαπιστώσεις υπάγονται ή όχι στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτών των διατάξεων.

Ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συμπέρανε το Εφετείο την ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως και τα οποία παρέχουν σαφή και ασφαλή βάση στην (καταφατική) κρίση ότι οι εκφράσεις και οι χαρακτηρισμοί που περιέχονται στο δημοσίευμα δεν ήσαν αναγκαίες για να εκφρασθεί ο συντάκτης και ότι αυτός χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν έκφρασης έχοντας ειδικό σκοπό προσβολής της τιμής του αναιρεσιβλήτου.

Συγκεκριμένα, οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ότι α)οι εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο πρώτος αναιρεσείων στο δημοσίευμα, ήτοι "απάντηση σε λασπολόγο, γνωστός για τις προβοκατόρικες μεθόδους του, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο λασπολογίας, προσπάθησε να λασπολογήσει εκ νέου", είναι απαξιωτικές για το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου και δεν αποτελούν απλώς δυσμενείς χαρακτηρισμούς γι' αυτόν, αφού δηλώνουν πρόσωπο που χρησιμοποιεί συστηματικά ανέντιμα μέσα για να επιτύχει τους σκοπούς του και δίδει την εντύπωση, έτσι όπως παρατίθενται, ότι ο αναιρεσίβλητος, άτομο που διετέλεσε ευρωβουλευτής και επί σειρά ετών Δήμαρχος Ηρακλείου, είναι άτομο που λασπολογεί συστηματικά για να επιτύχει τους σκοπούς του", και ότι β) "οι χαρακτηρισμοί αυτοί, όπως παρατίθενται στο άρθρο επαναλαμβανόμενοι συχνά, καθώς και το ύφος με το οποίο είναι γραμμένο το δημοσίευμα, προσδίδουν σκοπό εξυβρίσεως του αναιρεσιβλήτου, αφού συνιστούν χαρακτηρισμούς μη αναγκαίους για να αποδοθεί, όπως έπρεπε αντικειμενικά, το περιεχόμενο της σκέψης του συντάξαντος το άρθρο και εκφεύγουν του οροθετημένου πεδίου, στο οποίο πρέπει να κινείται η δημοσιογραφία και η ελευθεροτυπία, και θίγουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου", είναι (οι ανωτέρω αιτιολογίες) επαρκείς για την απόφανση, ότι οι πιο πάνω χρησιμοποιηθείσες φράσεις είναι υβριστικές για τον αναιρεσίβλητο και ότι από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε το επίμαχο δημοσίευμα, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεώς του.

Δεν ήταν δε αναγκαίο να προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποιες άλλες λέξεις ή φράσεις μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο συντάκτης του δημοσιεύματος. Ούτε επίσης η παραδοχή του Εφετείου, ότι το δημοσίευμα δεν ήταν συκοφαντικό ή δυσφημιστικό, έρχεται σε αντίθεση με την παραπάνω κρίση του Εφετείου ότι στο δημοσίευμα περιέχονται υβριστικές για τον αναιρεσίβλητο φράσεις και ότι, από τον τρόπο και τις περιστάσεις που εκδηλώθηκε η υβριστική αυτή συμπεριφορά, προκύπτει σκοπός που κατευθύνεται σε προσβολή της τιμής και υπόληψης του αναιρεσιβλήτου.

Κατά συνέπεια, οι σχετικοί από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι του κυρίου αναιρετηρίου και πρώτος, δεύτερος και τρίτος του προσθέτου αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για να υπάρξει άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως απαιτείται α) επίθεση άδικη, δηλαδή επίθεση που αντικειμενικά αντιφάσκει προς το δίκαιο, β) η επίθεση να είναι παρούσα, και σαν τέτοια θεωρείται εκείνη που έχει αρχίσει να πραγματοποιείται και εξακολουθεί και γ) η προσβολή του επιτιθεμένου να είναι αναγκαία για την υπεράσπιση του ατόμου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Για να ιδρυθεί ο λόγος, θα πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/1989).

Συνεπώς, δεν ιδρύει τον λόγο η παράλειψη απαντήσεως σε ισχυρισμό απαράδεκτο ή μη νόμιμο και επουσιώδη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται πράγματι μόνο η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον εκ του άρθρου 22 ΠΚ ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι το επίμαχο δημοσίευμα της 22.2.2002 αποτελούσε απολύτως αναγκαία αμυντική ενέργεια σε απρόκλητη προσβολή της τιμής, υπόληψης και φήμης τους που επήλθε με τα ψευδή γεγονότα και ειδήσεις που διέδωσε εις βάρος τους ο αναιρεσίβλητος με τηλεφωνική παρέμβασή του σε τηλεοπτική εκπομπή τις νυκτερινές ώρες της 21.2.2002. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν συνιστά νόμιμη εκ του άρθρου 22 ΠΚ ένσταση των αναιρεσειόντων, αφού η επικαλούμενη προσβολή της τιμής και φήμης των αναιρεσειόντων, δεν ήταν παρούσα, αλλά είχε ήδη συντελεσθεί και οριστικοποιηθεί κατά τον χρόνο δημοσίευσης του επίμαχου άρθρου.

Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του εν λόγω μη νομίμου, αλλά επουσιώδους ισχυρισμού δεν ιδρύει τον ως άνω εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι για τον λόγο αυτόν απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν παρείδε τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, αλλά αντιθέτως τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν και ειδικότερα με την παραδοχή του ότι "το επίμαχο δημοσίευμα έλαβε μεν χώρα προκειμένου οι αναιρεσείοντες να προστατεύσουν, ως ισχυρίζονται, την τιμή, την υπόληψη και τη φήμη της εταιρείας τους, ως και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον που είχαν προκειμένου να πληροφορήσουν το κοινό ως προς το μετοχολόγιό τους, όμως (κατά τις ίδιες παραδοχές του Εφετείου) οι εκφράσεις που χρησιμοποίησε ο πρώτος αναιρεσείων είναι απαξιωτικές για το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου και δεν αποτελούν απλώς δυσμενείς χαρακτηρισμούς γι' αυτόν, αφού δηλώνουν πρόσωπο που λασπολογεί συστηματικά και χρησιμοποιεί ανέντιμα μέσα για να επιτύχει τους σκοπούς του, και ότι οι εκφράσεις αυτές, επαναλαμβανόμενες συχνά, καθώς και το ύφος με το οποίο είναι γραμμένο το δημοσίευμα προσδίδουν σκοπό εξύβρισης του αναιρεσιβλήτου, αφού συνιστούν χαρακτηρισμούς μη αναγκαίους και εκφεύγουν του οριοθετημένου πεδίου, στο οποίο πρέπει να κινείται η δημοσιογραφία και η ελευθεροτυπία".

Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 694/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, ήτοι α) προηγούμενα εις βάρος των αναιρεσειόντων δυσφημιστικά δημοσιεύματα του αναιρεσιβλήτου και όσα εις βάρος τους ανέφερε στην τηλεοπτική εκπομπή "Ζούγκλα", β) τις από 7.12.2001 προτάσεις του πρώτου των αναιρεσειόντων εναντίον του αναιρεσιβλήτου, στις οποίες, πριν από τα επίμαχα γεγονότα αποσαφηνίζουν προς τον αναιρεσίβλητο το ιδιοκτησιακό καθεστώς, τόσο της τετάρτης των αναιρεσειόντων, όσο και της "Ίκαρος ΑΕ" και γ) τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και την περιεχόμενη σ' αυτά κατάθεση του μάρτυρα Α.

Α.. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε "τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση για καθένα από αυτά.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου και του από 19-8-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων, ενώ δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν έχει υποβάλει σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-12-2007 αίτηση των Α. Δ. κ.λ.π για αναίρεση της υπ' αριθμ. 191/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2012 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ