Legislator Case Law & Legislation
707/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations and interest start date against State. State wins.

Case Number 707/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by eleven individuals against the Greek State regarding a civil judgment. The plaintiffs argued that the court of first instance incorrectly calculated interest on the awarded sums, starting from the filing date rather than the date each sum became due. The court rejected this claim, ruling that for State debts, the obligation to pay interest on default begins solely upon the service of the lawsuit, and withdrawal of a prior claim extinguishes any related interest liability.

Legislator headnote

AI generated

Art. 90 para. 3 of Law 2362/1995; Art. 91 para. a of Law 2362/1995; Art. 21 of the Code of Public Laws; Art. 340, 345 of the Civil Code: The statute of limitations for claims against public officials regarding salaries or damages runs for two years, and for State debts, the obligation to pay default interest commences exclusively from the service of the lawsuit, not from the date the debt became due.

Keywords

AI generated
statute of limitations State debt default interest service of lawsuit withdrawal of claim public officials civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 90 para. 3 of Law 2362/1995
Art. 91 para. a of Law 2362/1995
Art. 21 of the Code of Public Laws
Art. 340 of the Civil Code
Art. 345 of the Civil Code
Art. 295 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 707 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 707/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Μ. του Δ., 2) Α. Π. του Π., 3) Α. Κ. του Γ., 4) Α. Μ. - Π. του Χ., 5) Ε. Κ. του Σ., 6) Μ. Ε. του Κ., 7) Β. Γ. του Σ., 8) Ε. Τ. του Ι., 9) Μ. Μ. του Δ., 10) Ε. Ν. του Χ. και 11) Φ. Τ. του Κ., όλων κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Μαυραγάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους α) Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και β) Πολιτισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δημόπουλο, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3140/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21359/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-9-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 3-11-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της.

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 εδάφ. α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι, με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθρου 91 εδάφ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδάφ.

α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, για τις ανωτέρω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ' άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος - η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ολ.ΑΠ 3/2006 ) - και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της εν γένει οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων και συνεπώς δεν αντίκειται η εν λόγω διάταξη: 1) στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στο άρθρο 22 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος, που αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας και με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, 2) στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπέρ νομό θετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε στην διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που παρέχει ανάλογη προστασία, αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, 3) στην διάταξη του άρθρου 14 της ως άνω ΕΣΔΑ, σύμφωνα με την οποία "η χρήσις των αγνωριζομένων εν τη Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", καθόσον η ως άνω διετής παραγραφή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου συμφέροντος, που αφορούν και καταλαμβάνουν όλους τους έχοντες σχετικές αξιώσεις, και όχι με βάση τα ανωτέρω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, με τα οποία ουδεμία έχει σχέση, 4) στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της εν λόγω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, οι οποίες επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998) αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.

Άλλωστε και από την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου (Ολ.ΑΠ 31/2007 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974).

Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, την προστασία, δηλαδή, της περιουσίας του Δημοσίου με την ταχεία εκκαθάριση των αντιστοίχων αξιώσεων και υποχρεώσεών του, η οποία εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογεί την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, δεν αντίκειται στις προπαρατεθείσες διατάξεις ούτε, ειδικά, η ρητά θεσπιζόμενη με το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 έναρξη της διετούς παραγραφής από την γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους, ή από άλλο χρονικό σημείο (ΑΠ 372/2010).

Τέλος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αντίθεση των ρυθμίσεων του Ν. 2362/1995 (άρθρο 90 παρ. 3 αυτού) στις αρχές των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, εφόσον οι αρχές αυτές δεν αποκλείουν την θέσπιση περιορισμών που επιβάλλουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας επί της από 14-11-2006 αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων, που προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τις οποίες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως υπάλληλοι του Υπουργείου Πολιτισμού, για την καταβολή της χρηματικής παροχής, που προβλέπεται από το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 και χορηγήθηκε με τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2003, έχουν υποπέσει στην ως άνω διετή παραγραφή, που άρχισε από τον χρόνο της γενέσεως των αξιώσεων αυτών. Βάσει των ως άνω παραδοχών το Πρωτοδικείο απέρριψε στο σύνολό της την ένδικη αγωγή ως προς τον πρώτο ενάγοντα Κ. Μ. (πρώτο αναιρεσείοντα), ο οποίος είχε εργασθεί μόνο κατά τα έτη 2002-2003, και ως προς τις λοιπές ενάγουσες (αναιρεσείουσες) για το ίδιο χρονικό διάστημα, λόγω παραγραφής. Έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 του Ν. 6362/1995, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 341, 345, 346 του ΑΚ και 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26-6/10-7-1944), που ορίζει ότι: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής", προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου της σχετικής αγωγής.

Άρα εξώδικη όχληση του δανειστή δεν αρκεί για να τρέξουν έκτοτε τόκοι υπερημερίας κατά τα άρθρα 340, 345 του ΑΚ, η επίδοση δε της αγωγής συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τόκων αποκλειστικά ως διαδικαστική πράξη και όχι ως όχληση. Ως αγωγή, από την επίδοση της οποίας και μόνο οφείλονται τόκοι, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 21 του κ.δ.

της 26-6/10-7-1944, νοείται όχι μόνο η καταψηφιστική, αλλά και η απλώς αναγνωριστική αγωγή, εφόσον η διάταξη αυτή δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνο προς την γένεση της επιδικίας, και ως εκ τούτου δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα αυτό της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοούμενης και της αγωγής, της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή την διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου, ενώ αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό (ΑΕΔ 7/2011).

Εξάλλου, η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 21 του ως άνω Κώδικα (δ/μα 26-6/10-7-1944), καθόσον αφορά την "επίδοση αγωγής" για την έναρξη τόκων υπερημερίας, έχει κριθεί ότι είναι ειδική και, αναφερόμενη σε οφειλή χρεών του Ελληνικού Δημοσίου, τελεί σε αρμονία προς τα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (σχετ.

Ολ.ΑΠ 3/2006, ΑΠ 1917/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, ότι παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν (καθώς και εκείνες των άρθρων 655 ΑΚ, 1 παρ. 1 Ν. 1082/1980, 10 της ΥΑ 19040/1981, 4 παρ. 1 ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966), καθόσον δέχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει τα επιδικασθέντα στους ενάγοντες ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης από 14-11-2006 αγωγής και όχι από την ημέρα που το κάθε επιμέρους επιδικασθέν ποσό κατέστη απαιτητό.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 "περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και των διατάξεων των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ, προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας, αποτελεί η επίδοση αντιγράφου της σχετικής αγωγής, η οποία και μόνο επιφέρει έναρξη της τοκογονίας.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε, που δεν επιδίκασε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τόκους υπερημερίας από την επίδοση της προγενέστερης όμοιας από 21-11-2005 αγωγής τους, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν με την υπό κρίση (ένδικη) αγωγή, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 ΚΠολΔ, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επομένως εκλείπουν όλες οι δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες της ασκήσεώς της, επί δε αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με αντικείμενο την καταψήφιση χρηματικής παροχής, αν ακολουθήσει παραίτηση από το δικόγραφο αυτής, η επίδοσή της εξακολουθεί μεν να ισχύει ως όχληση, δεν γεννάται όμως υποχρέωση του Δημοσίου για καταβολή τόκων υπερημερίας, κατά τα άρθρα 340 και 345 ΑΚ, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, η υποχρέωση του Δημοσίου προς καταβολή τόκων επί των οφειλών του αρχίζει πάντοτε και μόνο από την επίδοση της σχετικής αγωγής και δεν αρκεί όχληση αυτού.

Μετά από τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και, κατ' άρθρο 183 ΚΠολΔ, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία, κατ' άρθρο 22 Ν. 3693/1957, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, είναι οριστέα στο προσδιοριζόμενο στο διατακτικό ποσό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση των Κ. Μ., Α. Π., Α. Κ., Α. Μ. - Π., Ε. Κ., Μ. Ε., Β. Γ., Ε. Τ., Μ. Μ., Ε. Ν. και Φ. Τ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21359/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ