Legislator Case Law & Legislation
707/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank's refusal to return funds withdrawn without client's authorization.

Case Number 707/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeals' decision rejecting her claim for unjust enrichment. The appellant alleged that the bank's first defendant withdrew funds from her account without her authorization to purchase shares, causing her financial loss. The court found this withdrawal did not constitute unjust enrichment because the bank had a legitimate interest in the transaction, and the appellant's claim for restitution was legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 and 578 of the Civil Code; The unauthorized withdrawal of funds by a bank agent does not constitute unjust enrichment if the bank has a legitimate interest in the transaction, thereby barring a claim for restitution.

Keywords

AI generated
unjust enrichment unauthorized withdrawal bank agent liability legitimate interest civil code provisions restitution claim legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Article 578 of the Civil Code
Article 46 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 707 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 707/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό και Νικόλαο Λεοντή Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λέοντα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... και 2. της ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της Τράπεζας ΧΙΟΥ Α.Ε (XIOSBANK), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Σπυρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Ιουλίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 553/2005, οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 449/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 2 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 199/29.11.2007 αιτήσεως, για αναίρεση της 449/26.4.2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιο των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό την... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Πατρών ..., προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Κων/νου Λέοντος, η οποία επισπεύδει την κρινόμενη 199/29-11-2007 αίτηση για αναίρεση της 449/26-4-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (26-1-2009), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (26-1-2009).

Κατ' αυτήν, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο εν λόγω αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Σπυρόπουλο, ο οποίος όμως δεν επικαλείται, ούτε σε κάθε περίπτωση βεβαιώνεται, ότι διαθέτει την απαιτούμενη προς τούτο πληρεξουσιότητα, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα, με άμεση δικονομική συνέπεια να λογίζεται ως δικονομικώς αιτών (ΚΠολΔ 96 παρ.1, 104, 576 παρ. 2' ΑΠ 48/2007).

Η νομότυπη όμως και εμπρόθεσμη κλήτευση του απολιπομένου πρώτου των αναιρεσιβλήτων επιτρέπει στο Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία του τελευταίου (ΚΠολΔ 576 παρ. 2), με την οποία προσβάλλεται η 449/26-4-2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 3242/1232/31-7-2003 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εφέρετο προς διάγνωση αξίωση αποζημιώσεώς της και χρηματικής ικανοποιήσεώς της, απορρέουσες από την αποδιδόμενη στον πρώτο των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων άδικη και υπαίτια πράξη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως νομίμου εκπροσώπου της Τράπεζας ΧΙΟΥ ΑΕ, η οποία απορροφήθηκε με συγχώνευσή της από την συνεναγόμενή του ανώνυμη τραπεζική εταιρεία. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 553/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη και απορρίφθηκε κατά την απεύθυνσή της κατά του πρώτου των εναγομένων και κηρύχθηκε κατά τόπο αναρμόδιο κατά την κατεύθυνσή της κατά της συνεναγομένης του και παρέπεμψε κατά τούτο την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 728/9-12-2005 έφεση της ενάγουσας, η 449/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια ο διατυπούμενος δι' αυτής μοναδικός λόγος αναιρέσεως.

Ειδικότερα, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 3632/1928 χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν ως αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, μεταξύ των οποίων, κατά το άρθρο 17 παρ. παρ. 1-3 του ν. 3632/1928, συγκαταλέγονται χρεόγραφα, μετοχές ή και ομολογίες. Στο άρθρο 16 του ίδιου νόμου καθορίζονται οι χρηματιστηριακές συναλλαγές μεταξύ των οποίων αναφέρονται οι αγοραπωλησίες χρηματιστηριακών πραγμάτων, καθώς και όλες οι παρεπόμενες δικαιοπραξίες, που σχετίζονται με τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις (ε' περίπτώση του άρθρου 16 του ως άνω ν. 3632/1928).

Με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 1806/1988, που αντικατέστησε το παραπάνω άρθρο 16 του ν. 3632/ 1928, ορίστηκε ότι χρηματιστηριακή συναλλαγή θεωρείται κάθε αγοραπωλησία που καταρτίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία περί χρηματιστηρίων, καθώς (περ. γ') και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση αγοραπωλησίας χρηματιστηριακών πραγμάτων και αξιών.

Στην τελευταία αυτή κατηγορία των χρηματιστηριακών συναλλαγών (παρεπόμενων - συναφών) υπάγεται Λ και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Η ανωτέρω σύμβαση (χρηματιστηριακή παραγγελία) έχει ως αντικείμενο αφενός την ανάληψη από τον χρηματιστή της υποχρέωσης να εκτελέσει, με την κατάρτιση κύριας χρηματιστηριακής σύμβασης, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρεογράφων (χρηματιστηριακών πραγμάτων) και αφετέρου την ανάληψη από τον πελάτη της υποχρέωσης να καταβάλει στον χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεογράφων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής.

Η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής, η οποία είναι γνωστή στη χρηματιστηριακή πρακτική ως σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. του ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή.

Κατά δε την ΑΚ 710 ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της. Επίσης κατά την ΑΚ 721 ο εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 23/2006), υποχρεούμενος παράλληλα του εντολοδόχου να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική και αποθετική ζημία του εντολές (ΑΠ 536/2004).

Περαιτέρω, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και εφαρμόζονται επ' αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. 1 ΑΚ, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει, και αν ακόμη δεν έχει παρέλθει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξη του.

Επομένως, αν τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε την απόδοση εις εκείνον του ποσού της καταθέσεως ή τούτο αναλήφθηκε από προστηθέντα από τον τραπεζικό οργανισμό υπάλληλο χωρίς εντολή του παρακαταθέτη, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι κυρία των χρημάτων και της οποίας η περιουσία βλάπτεται από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου ή του προστηθέντος από εκείνον υπαλλήλου της, ενώ η εναντίον της ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης παραμένει άθικτη, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της κατά το άρθρο 3 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" (ΑΠ 405/2007, 2050/2006).

Κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, δι' αυτής η ήδη αναιρεσείουσα διατείνετο "ότι στις ... υπογράφηκε στην ...μεταξύ αυτής και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΙΟΥ ΑΕ", τη οποίας διάδοχος, λόγω συγχώνευσης, κατέστη η δεύτερη εναγόμενη, δια του νόμιμου εκπροσώπου της τότε, πρώτου εναγομένου, διευθυντή του εκεί υποκαταστήματός της, σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που συνίστατο αποκλειστικά στη μεσολάβηση της ως άνω Τράπεζας μεταξύ του χρηματιστή και της ενάγουσας, ως πελάτισσας αυτής, με τη λήψη και αποδοχή από την τράπεζα εντολών της, για την αγορά ή πώληση μετοχών εισηγμένων και ελεύθερα διαπραγματευόμενων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) και εν συνεχεία στη διαβίβαση των μετοχών αυτών από την Τράπεζα σε χρηματιστή της απόλυτης επιλογής της, προς εκτέλεσή τους ως και στη φύλαξη έναντι αμοιβής κινητών αξιών της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην υπ' αριθ. 007026838 έγγραφη σύμβαση.

Ότι ρητά είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων (ενάγουσας και τράπεζας) ότι οι εντολές της ενάγουσας προς την τράπεζα θα δίνονταν είτε αυτοπροσώπως είτε από ειδικά, προς τούτο, εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους της. Ότι την ίδια ως άνω ημέρα της υπογραφής της ένδικης συμβάσεως, ανοίχθηκε στην ίδια τράπεζα ο υπ' αριθ. 0402-199118-405 λογαριασμός καταθέσεων ταμιευτηρίου, όπου η ενάγουσα κατέθεσε το ποσό των 32.973.528 δρχ.

Ότι ο πρώτος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΙΟΥ Α.Ε.", ενεργώντας αυθαίρετα, και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων προέβη κατά το διάστημα, από 21-2-2000 μέχρι 7-4-2000, χωρίς καμμία εντολή εκ μέρους της ενάγουσας, σε αγορά επ' ονόματί της, μετοχών διαφόρων εταιρειών εισηγμένων στο Χ.Α.Α. εν αγνοία της, συνολικού ύψους 13.978.713 δρχ.

με αποτέλεσμα να ζημιωθεί αυτή, κατά το ποσό αυτό, που αντιστοιχεί στο ποσό των μετοχών, που αγοράστηκαν χωρίς την εντολή και έγκριση της. Ακολούθως, επικαλούμενη η ενάγουσα ότι οι εναγόμενοι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, αρνούνται μέχρι σήμερα να της επιστρέψουν το ως άνω ποσό, ζητά α) να υποχρεωθούν αυτοί σε ολόκληρο ο καθένας να της καταβάλουν κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας το συνολικό ποσό των 46.023 Ευρώ, ως αποζημίωσή της και εν μέρει χρηματική ικανοποίησή της ποσού 5.000 Ευρώ για ηθική βλάβη και β) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι της οφείλουν σε ολόκληρο ο καθένας επί πλέον ποσό 195.000 Ευρώ για χρηματική ικανοποίηση της, λόγω ηθικής βλάβης, και όλα τα ως άνω ποσά νομιμοτόκως από 7-4-2000, άλλως από 17-9-2002, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση".

Με βάση το ιστορικό αυτό η αγωγή, η οποία θεμελιώνεται προεχόντως στην χωρίς εντολή της δι' αυτής ενάγουσας ανάληψη από τον φερόμενο ως νόμιμο εκπρόσωπο της συνεναγομένης του τράπεζας, πρώτο των εναγομένων, του χρηματικού ποσού των 13.978.713 δρχ., από τον τηρούμενο στην τελευταία λογαριασμό της για την αγορά στο όνομά της μετοχών, με άμεση κατά νόμο συνέπεια, με βάση τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές, την ισόποση από την αιτία αυτή ζημία της τράπεζας από την τελούμενη σε βάρος της τελευταίας αδικοπραξία, ως κυρίας των χρημάτων, η περιουσία της οποία και βλάπτεται, ενώ η εναντίον της ενοχική αξίωση της ενάγουσας καταθέτου από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, παραμένει άθικτη, ορθώς αξιολογήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμη και απορρίφθηκε με την διάφορη αιτιολογία, χωρίς νομική δυνατότητα αντικαταστάσεώς της, εφόσον δεν δικαιολογείται έννομο συμφέρον της προς αποτροπή του απορρέοντος εξ αυτού ορθού κατ' αποτέλεσμα δεδικασμένου (ΚπολΔ 578) ότι η αποδιδόμενη στον πρώτο των αντισυμβαλλομένων αντισυμβατική συμπεριφορά της χωρίς εντολή της αναιρεσείουσας αναλήψεως χρημάτων από τον τηρούμενο στην δεύτερη τούτων τραπεζικό της λογαριασμό για την αγορά στο όνομά της μετοχών δεν συνιστά αδικοπραξία σε βάρος της.

Αντίθετα, μετά την απόρριψη της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως οι από την τελευταία απορρέουσες δικονομικές συνέπειες εντοπίζονται και περιορίζονται στη δέσμευση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών για την κατά τόπο αναρμοδιότητα του και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την κατά τόπο αρμοδιότητά του κατά την απεύθυνση της αγωγής κατά της δεύτερης των αναιρεσίβλητων τράπεζας (ΚπολΔ 46 εδ. 1, 2), η έναντι της οποίας ενοχική της αξίωση από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης παραμένει άθικτη.

Επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτή απόφαση ευθεία παραβίαση του άρθρου 914 ΑΚ, ελέγχεται ως αβάσιμος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της νομίμως παρισταμένης δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την 199/29-11-2007 αίτηση για αναίρεση της 449/26-4-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2009. Και

O ΠΡΟΕΔΡEYΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ