Supreme Court partially annuls appeal judgment for re-examining non-appealed claims under procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially annulled the Athens Court of Appeal's judgment for re-examining claims regarding interest and pension compensation that were not previously appealed. The appellant argued the lower court violated procedural rules by revisiting these specific issues, while the hospital contended the re-examination was necessary for a complete resolution. The court ruled that the appellate court erred by re-evaluating matters already settled by prior Supreme Court decisions, thereby violating the principle of res judicata and specific procedural articles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579(1) and 581(2) of the Code of Civil Procedure; When an appeal judgment partially annuls a decision, the appellate court loses authority over the remaining parts, and re-examining them constitutes a procedural violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 707 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 707/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΛΑΪΚΟ" (Ν.Π.Δ.Δ.), νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/5/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1050/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 6152/1997 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 278/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 8345/2000 απόφαση. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1446/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3110/2003 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/1/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 11/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγου αναιρέσεως, κατά την επικαλούμενη από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και την απόρριψη κατά τα λοιπά των ιδίων λόγων καθώς και του τρίτου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής.
Όταν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα δηλαδή κεφάλαια της όλης δίκης, τότε, μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως του εφετείου. Αν παρά ταύτα το εφετείο ερευνήσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα τελευταία αυτά κεφάλαια ή επανακρίνει κεφάλαια μη εκκληθέντα, τότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως για παραβίαση του δεδικασμένου, που έχει παραχθεί από την απόφαση του εφετείου για τα πρώτα (κεφάλαια) και από την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για τα δεύτερα, όχι δε και ο από τον αριθμό 18 του ιδίου άρθρου, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής παραβιάζει την μετ' αναίρεση δεσμευτικότητα των αποφάσεων της ολομελείας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου ως προς τα κριθέντα νομικά ζητήματα ουσιαστικής ή δικονομικής φύσεως.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 341, 345, 346 του ΑΚ, 222 παρ. 1 περίπτ. Γ' Κ.Πολ.Δ. και 7 Παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 "περί του λογιστικού των ν.π.δ.δ.", που ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως πλην αν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής", προκύπτει ότι η υποχρέωση προς καταβολή τόκων επί των οφειλών των ν.π.δ.δ.
αρχίζει πάντοτε και μόνο από την επίδοση της σχετικής αγωγής .Άρα, εξώδικη όχληση του δανειστή δεν αρκεί για να τρέξουν έκτοτε τόκοι υπερημερίας κατά τα άρθρα 340, 345 του ΑΚ, η επίδοση δε της αγωγής συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τόκων αποκλειστικά ως διαδικαστική πράξη και όχι ως όχληση. Ως αγωγή, από την επίδοση της οποίας οφείλονται τόκοι, τόσο κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 345-346 του ΑΚ όσο και κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974, με την οποία ο νομοθέτης απέβλεψε απλώς στη θέσπιση ευνοϊκότερης για τα ν.π.δ.δ.
ρυθμίσεως ως προς το ύψος του επιτοκίου και την έναρξη οφειλής τόκων, νοείται μόνον η καταψηφιστική όχι δε και η αναγνωριστική, η οποία δεν ενέχει άλλωστε όχληση προς εκπλήρωση της παροχής. Ακόμη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 215παρ. 1, 223 παρ. 1, 295 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο αυτής, η οποία έτσι θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς το καταψηφιστικό αίτημα.
Επομένως, εκλείπουν όλες οι δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες του καταψηφιστικού αυτού αιτήματος. Ενόψει αυτών, αν επί αγωγής κατά ν.π.δ.δ., με αντικείμενο την καταψήφιση χρηματικής παροχής, περιορισθεί το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας, αφού η κατά το άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ.
αναγνωριστική αγωγή δεν επιφέρει τοκογονία, ούτε αρκεί ως εξώδικη όχληση, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 προϋποθέτει πάντοτε "αγωγή" υπό την προεκτεθείσα έννοια. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), η αναιρεσείουσα με την ένδικη από 24-5-1994 αγωγή της ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, στο οποίο εργαζόταν από το έτος 1974 ως καθαρίστρια, με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όφειλε σ' αυτή, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της εν λόγω αγωγής, α) για μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 έως 4-2-1993, που αποχώρησε από την υπηρεσία, οι οποίες προήλθαν από τον μη υπολογισμό των αποδοχών της με βάση την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς και τη μη χορήγηση της πρόσθετης αμοιβής του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975, 13.725.438 δρχ., β) για προσαύξηση της αμοιβής της από την εργασία που αυτή παρείχε κατά τις Κυριακές και αργίες του αυτού χρονικού διαστήματος, 2.281.458 δρχ.
και γ) για αποζημίωση απολύσεως 3.294.845 δρχ. Η αγωγή αυτή έγινε στο σύνολό της δεκτή με την υπ' αριθμ. 1050/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε ότι για τις ένδικες αξιώσεις υπήρχε δεδικασμένο από την 1627/1990 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε δεχθεί προηγούμενη αγωγή της για διαφορές αποδοχών προγενέστερου χρονικού διαστήματος.
Κατόπιν εφέσεως του αναιρεσιβλήτου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6152/1997 απόφαση του Εφετείου με την οποία, αφού κρίθηκε ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από την προαναφερόμενη απόφαση, έγινε δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 278/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, και ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8345/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Με την τελευταία αυτή απόφαση, αφού απορρίφθηκαν α) ως μη νόμιμα τα αιτήματα των επιμέρους αξιώσεων για το επίδομα της ειδικής αποζημιώσεως των άρθρων 7 του ν. 2019/1992 και 41 παρ. 8 του ν. 2065/1992, και για τον καθορισμό της πρόσθετης αμοιβής του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975 στο ύψος που προβλέπεται από το άρθρο 7 του ν. 1810/1988 και την Υ.Α 2039921/3479/1991 και β) ως παραγεγραμμένες οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας για αμοιβή της λόγω εργασίας αυτής κατά τις Κυριακές και αργίες όσον αφορά το χρονικό διάστημα από 1-1-1989 έως 31-12-991, δέχτηκε κατά τα λοιπά την αγωγή και αναγνώρισε ότι το αναιρεσίβλητο οφείλει στην αναιρεσείουσα για διαφορές αποδοχών 9.136.747 δρχ., για αμοιβή της λόγω εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες του από 1-1-1992 έως 4-2-1993 χρονικού διαστήματος, 398.385 δρχ.
και για αποζημίωση λόγω συνταξιοδοτήσεώς της κατά το άρθρο 49 παρ. 1 και 4 του ν. 993/1979, 2.623.123 δρχ., ήτοι συνολικά το ποσό των 13.452.232 δρχ. με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, από το οποίο και επιδίκασε 49.000 δρχ. Κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η και ήδη αναιρεσείουσα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1446/2002 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία, κατά παραδοχή σχετικού από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγου αναιρέσεως, έκρινε ότι οι ανωτέρω επιμέρους αγωγικές αξιώσεις για το επίδομα της ειδικής αποζημιώσεως των άρθρων 7 του ν. 2019/1992 και 41 παρ. 8 του ν. 2065/1992 και για τον καθορισμό της πρόσθετης αμοιβής του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975 στο ύψος που προβλέπεται από το άρθρο 7 του ν. 1810/1988 και την Υ.Α 2039921/3479/1991, ήταν νόμιμες και ακολούθως αναίρεσε "στο σύνολό της" την προσβληθείσα με την αναίρεση απόφαση του Εφετείου, διότι οι εν λόγω αξιώσεις ( κατά τη διατύπωσή της) "επηρέαζαν το ύψος του συνόλου των γενόμενων δεκτών αξιώσεων της αναιρεσείουσας".
Μετά ταύτα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναίρεση απόφαση, με την οποία, αφού, κατά συμμόρφωση προς την αναιρετική απόφαση, δέχτηκε ότι οι ανωτέρω επιμέρους αξιώσεις της αναιρεσείουσας έπρεπε να συνυπολογιστούν στις αποδοχές της, όπως είχε δεχθεί και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας συνακόλουθα τους σχετικούς λόγους της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου νοσοκομείου, δέχτηκε ακολούθως ότι οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας για προσαύξηση των αποδοχών της λόγω εργασίας της κατά τις Κυριακές και αργίες του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 έως 31-12-1991, είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ 496/19974, και περαιτέρω, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο της αγωγικής αξιώσεως που αναφέρεται στην αποζημίωση λόγω συνταξιοδοτήσεως της αναιρεσείουσας, έκρινε ότι η αποζημίωση αυτή είναι περιοριστέα στο ποσό των 1.500.000 δρχ.
κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 όπως τροποποιήθηκε τούτο με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν.δ 618/1970. Στη συνέχεια δε εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δεχόμενο εν μέρει την αγωγή αναγνώρισε ότι το αναιρεσίβλητο οφείλει στην αναιρεσείουσα για διαφορές αποδοχών, προσαύξηση για εργασία αυτής κατά τις Κυριακές και αργίες του από 1-1-1992 έως 4-2-1993 χρονικού διαστήματος και αποζημίωση λόγω συνταξιοδοτήσεως το συνολικό ποσό των 47.215, 29 ευρώ, ατόκως, από το οποίο επιδίκασε 143.80 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ενόψει των ανωτέρω, σημειώνονται τα εξής: Η αναιρετική υπ' αριθμ. 1446/2002 απόφαση, όπως από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει, παρά την αντίθετη διατύπωσή της περί ολικής αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 8345/2000 αποφάσεως του Εφετείου, αναίρεσε αυτήν μόνο σχετικά με τις επιμέρους αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας για το ειδικό επίδομα του άρθρου 41 παρ. 8 του ν. 2065/1992 και την πρόσθετη αμοιβή του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975, και κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές επηρέαζαν το ύψος των λοιπών γενόμενων δεκτών αξιώσεων αυτής, δηλαδή κατά το μέτρο που έγιναν δεκτοί οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττονταν μόνο τα εν λόγω κεφάλαια της πιο πάνω αποφάσεως του εφετείου. Έτσι, τα υπόλοιπα κεφάλαια της εν λόγω αποφάσεως, στα οποία περιλαμβάνονται α) η αναγνώριση οφειλής νομίμων τόκων από την επίδοση της αγωγής για τις λοιπές, πλην εκείνων για τις οποίες αναιρέθηκε η εν λόγω απόφαση, αξιώσεις, και β) η αναγνώριση οφειλής αποζημιώσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 1 και 4 του ν. 993/1979, χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 2 του α.ν. 73/1967, όπως ήδη ισχύει, δεν εθίγησαν με την αναιρετική απόφαση και κατά συνέπεια ως προς αυτά η απόφαση του Εφετείου παρήγαγε δεδικασμένο, λαμβανόμενο υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της παραπομπής.
Επομένως το Εφετείο, με το να εξετάσει εκ νέου τα κεφάλαια αυτά, παραβίασε το από την υπ' αριθμ. 8345/2000 προγενέστερη επί της ιδίας υποθέσεως απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, προκύπτον δεδικασμένο, υποπίπτοντας έτσι στην, από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτουσα, πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ.
Έτσι, ο σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση αυτή, είναι βάσιμοι. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι με το να δεχθεί ότι η επίδοση της ένδικης αγωγής με αντικείμενο την καταψήφιση χρηματικής παροχής, κατόπιν του μερικού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματός της σε αναγνωριστικό, δεν επιφέρει τοκογονία ως προς το αναγνωριστικό αίτημα, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 ν.δ. 496/1974, 340, 341, 345 και 346 του ΑΚ, είναι αβάσιμος για τους λόγους που αναφέρθηκαν σε προηγούμενη σκέψη.
Κατά το μέρος που ο ίδιος λόγος αναφέρεται σε παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 28 παρ. 1α του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης και 215 παρ. 1 εδ. α', 223, 221 παρ. 1γ', 294, 295 παρ. 1 και 297 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το σφάλμα περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή των διατάξεων του Συντάγματος και της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ενώ η παραβίαση των αναφερόμενων διατάξεων του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες αποτελούν δικονομικούς κανόνες, δεν ελέγχεται με τον προκείμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η από τον αριθμό 8 του αυτού άρθρου πλημμέλεια, είναι απορριπτέος επίσης, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα πράγματα που το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αν και δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη μολονότι προτάθηκαν.
Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή των πρώτου και δεύτερου από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγων αναιρέσεως, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων που πλήττουν τα αυτά κεφάλαια, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ερευνήθηκαν με αυτήν εκ νέου τα αγωγικά αιτήματα περί αναγνωρίσεως οφειλής α) νομίμων τόκων από της επιδόσεως της αγωγής σχετικά με τα μη αναιρεθέντα με την υπ' αριθμ. 1446/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου κεφάλαια της υπ' αριθμ. 8345/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, και β) αποζημιώσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως 2.623.123 δραχμών.
Παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 3110/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρείται προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ