Supreme Court allows appeal against lower court's failure to state facts for legal basis of judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision, which had been upheld by the Court of Appeal. The appellant argued that the lower courts failed to provide sufficient factual reasoning to establish the legal basis for their rulings regarding a repair contract dispute. The court agreed, finding that the absence of clear facts regarding the agreed price and the representative authority of the third party rendered the judgments legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 § 19 KPolD; Art. 128 § 4 KPolD: An appeal ground for lack of legal basis is established when the decision's reasons do not clearly establish the facts necessary to determine if the statutory conditions for the substantive provision applied are met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 707 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 707/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Δρανδάκη.
Του αναιρεσιβλήτου : ........, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 24/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1294/1997 μη οριστική, 1212/1998 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της 24/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και της 1212/1998 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Απριλίου 1999 αίτησή του και τους από 7 Ιουλίου 1999 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2000 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ανδρέα Κατσίφα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της αποφάσεως κατά μερική παραδοχή των λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Επειδή, από την έκθεση επιδόσεως ....... του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....... σε συνδυασμό προς τις από 23.8.2006 και 24.8.2006 βεβαιώσεις του ιδίου δικαστικού επιμελητού περί παραδόσεως του κολληθέντος στην πόρτα της κατοικίας του αναιρεσιβλήτου δικογράφου της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως στον αξιωματικό υπηρεσίας του αστυνομικού τμήματος της περιφερείας της κατοικίας του αναιρεσιβλήτου και περί της ταχυδρομικής ειδοποιήσεως για την γενόμενη επίδοση (αρθρ. 128 παρ.4 εδ.β΄ και γ΄ ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 30.4.1999 αιτήσεως αναιρέσεως της 1212/1998 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση προς συζήτηση κατά την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος στον αναιρεσίβλητο, πλην, όμως, αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση, η οποία, επομένως, πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του, κατ' άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Επειδή, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ, ορίζουσα ότι με τη σύμβαση της πωλήσεως ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πωλήσεως, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε, προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως πωλήσεως είναι το πράγμα ή το δικαίωμα και το τίμημα.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, ορίζουσα ότι ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργολάβος να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή, συνάγεται ότι ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής περιστατικά:
Στις 25.11.1991 η εδρεύουσα στο ....... και δη επί των οδών ........ Εταιρεία με την επωνυμία "........ ΟΕ-Τεχνική και Εμπορική Εταιρεία" διά του νομίμου εκπροσώπου της παρήγγειλε, με το ταυτόχρονο τηλετύπημα, στον ενάγοντα, που διατηρούσε στον ........βιοτεχνία κατασκευής ηλεκτροπαραγωγών ζευγών, την κατασκευή ενός ηλεκτροπαραγωγού ζεύγους 40 KVA, για λογαριασμό του εναγομένου.
Σε εκτέλεση της εντολής αυτής ο ενάγων κατασκεύασε το παραγγελθέν ηλεκτροπαραγωγό ζεύγος με τα συγκεκριμένα τεχνικά στοιχεία και στις 4.12.1991 μέσω του πρακτορείου μεταφορών "ΤΑΟ-ΓΕΝΙΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ ΕΠΕ" το απέστειλε στον εναγόμενο, ο οποίος διατηρούσε στην περιοχή που αναγράφεται στο σχετικό τηλετύπημα επιχείρηση θερμοκηπίου.
Η πώληση του επίμαχου μηχανήματος προς τον εναγόμενο έγινε με πίστωση τιμήματος, γεγονός άλλωστε που αναγράφεται και στο σχετικό τιμολόγιο, τίμημα που δεν έχει πληρωθεί από τον αγοραστή. Περί το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Δεκεμβρίου 1991 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην επιχείρηση θερμοκηπίου που ο εναγόμενος διατηρούσε, από την οποία υπέστησαν ζημιά σημαντικός αριθμός μηχανημάτων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο ηλεκτροπαράγωγο ζεύγος, για το λόγο αυτό ο τελευταίος αυτός στις 27.2.1992 επέστρεψε το μηχάνημα στον ενάγοντα, προκειμένου αυτός να προβεί στις αναγκαίες επισκευές του.
Για την επιστροφή αυτή του μηχανήματος ο εναγόμενος εξέδωσε το με αριθ. ........... δελτίο αποστολής. Ο ενάγων επεσκεύασε το μηχάνημα, αφού προηγουμένως προέβη στην έκδοση του με αριθ. ...... δελτίου ποσοτικής παραλαβής και παραδόσεως, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κ.Φ.Σ. στο οποίο αναγράφει στην αντίστοιχη στήλη και τον σκοπό της παραλαβής του, που είναι η "επισκευή", αποκαθιστώντας τις ζημιές που αυτό είχε υποστεί, με την τοποθέτηση των αναγκαίων ανταλλακτικών και δη:
α) περιέληξης γεννήτριας, β) μίζας, γ) εναλλάκτου φόρτισης μπαταρίας, δ) καλωδίων ελέγχου, ε) πίνακα ελέγχου αυτοματισμού, στ) σειρά από φλάντζες, ζ) βαφή και η) αμοιβή για τις προαναφερόμενες εργασίες 401.000. Μετά την αποπεράτωση της επισκευής του ηλεκτροπαραγώγου ζεύγους περί το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Μαρτίου 1992 ο ενάγων ειδοποίησε τον εναγόμενο να προσέλθει για να παραλάβει το επισκευασθέν μηχάνημα, χωρίς όμως αυτός να έχει ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του αυτή και χωρίς να έχει καταβάλει μέχρι στιγμής ούτε το τίμημα, ούτε τις δαπάνες επισκευής.
Ακολούθως το Εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υπεχρέωσε τον αναιρεσείοντα να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 4.318.000 δραχμών. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, διαλαβόν σε αυτή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των παρατεθεισών ουσιαστικών διατάξεων.
Ειδικότερα: 1) Ενώ γίνεται δεκτή η σύναψη των αμφοτεροβαρών συμβάσεων της πωλήσεως και της μισθώσεως έργου δεν αναφέρεται στην απόφαση το συνομολογηθέν τίμημα της πωλήσεως και η συνομολογηθείσα εργολαβική αμοιβή. 2) Ενώ γίνεται δεκτό ότι η σύναψη της πωλήσεως έγινε από τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό του εναγόντος αναιρεσιβλήτου, ουδεμία διαλαμβάνεται αιτιολογία για την συνδέουσα τούτον με τον τρίτο σχέση, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί η εξουσία εκπροσωπήσεως του διαδίκου αυτού και εντεύθεν η δεσμευτικότητα της ενεργείας αυτού έναντι του αναιρεσείοντος και του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση για την εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 1212/1998 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος εξ εννιακοσίων εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ