Supreme Court allows appeal against lower court's rejection of state's claim to public land ownership in Crete.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the Greek State's appeal against a final judgment that rejected its claim to public land in Crete. The State argued it succeeded the Cretan State rather than the Ottoman State, while the lower court held the State succeeded the Ottoman entity. The Court ruled the State's claim valid based on the Cretan State's succession, overturning the lower court's decision and remanding the case for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 KPolD; Art. 2 para. 3 of Law 147/1914: The Greek State, as successor to the Cretan State, holds public land in Crete, not the Ottoman State, invalidating lower court rulings based on the latter succession.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 706 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 706/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Ν. Γ., το γένος Σ. και Ε. Μ., 2) Σ. Γ. του Ν. και Α., 3) Ε. Γ. του Ν. και Α., κατοίκων ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κόρακα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-12-2018 αίτηση και τους από 21-10-2021 προσθέτους λόγους αυτού.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 20-12-2018 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και οι από 21-10-2021 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του ιδίου, που έχουν ασκηθεί παραδεκτά με ιδιαίτερο δικόγραφο, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επιδόθηκαν στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, ως αντίκλητο αυτών, στις 26-10-2021 (8172 Β'/26-10-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Φ. Κ.), ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναίρεσης και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1-12-2021).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 34/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 37/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου.
Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή η από 6-5-2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτές ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριες, σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, στο περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο εμβαδού 63.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος ….. του Δήμου ...
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης (άρθρ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει κατά συνέπεια να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, συνεκδικαζόμενες κατά τα άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω της προφανούς μεταξύ τους συναφείας.
Με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 147/1914, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της με το Νόμο (ΔΣΙΓ') 79 της 14/14 Νοεμβρίου 1913 κυρωθείσας Συμβάσεως περί ειρήνης της 1/14 Νοεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες Χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους.
Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ' αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην ελληνική επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά τις 11.5.1915, αφότου η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το 1897 η Κρήτη που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή Επιτροπεία του πρίγκιπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και, συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11.5.1915) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ.
της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, δεδομένου ότι από τις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε η ισχύς του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 591/2021, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 555/2016). Παρά δε την κατά τα ανωτέρω ενδιάμεση αυτονομία της Κρήτης και τη διατήρηση, δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 147/1914, της ισχύος του Κρητικού Αστικού Κώδικα με τους εκεί αναφερόμενους περιορισμούς, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται ότι κατέστη διάδοχο του Δημοσίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι της Κρητικής Πολιτείας, όπως άλλωστε εν γένει συνέβη με την προσάρτηση των Νέων Χωρών στην Ελληνική Επικράτεια, με συνέπεια οι δημόσιες γαίες της Κρήτης να θεωρούνται ότι ανήκουν, κατ' αρχήν, στο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 503/2021, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1139/2002, ΑΠ 572/2001).
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 4 του από 3/4-10-1906 διατάγματος της Κρητικής Πολιτείας περί διαδοχής αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το οποίο "Το Ελληνικόν Δημόσιον ως διάδοχο του Δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας δωσιδικεί προσωρινώς κατά τους κείμενους Κρητικούς Νόμους", καθώς το άρθρο αυτό αναφέρεται σε άλλα ζητήματα και όχι στο ζήτημα των εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, επί των οποίων, κατ' εφαρμογή των ως άνω ειδικών διατάξεων ως προς τις προαναφερόμενες δημόσιες γαίες, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρείται διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου (ΑΠ 970/2017).
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1-3 του, προϊσχύσαντος του Κρητικού ΑΚ, Οθωμανικού Νόμου "Περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) , οι γαίες διακρίνονται σε πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) π.χ. οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, κλπ, των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ) π.χ.
τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση, κλπ., των οποίων η κυριότητα ανήκει στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια) των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού (π.χ.
μοναστηριού, νοσοκομείου κλπ.), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) π.χ. δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κλπ., οι οποίες ήταν προορισμένες στην κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) π.χ. βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση κλπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δε κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Εξ άλλου, προκειμένου για δημόσιες, κατά την έννοια του παραπάνω Οθωμανικού Νόμου, γαίες, οι οποίες ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο, η παραχώρησή τους στους ιδιώτες γινόταν με τη χορήγηση από το Κράτος έγγραφου τίτλου, που ονομαζόταν "ταπί", το οποίο έφερε το μονόγραμμα του Σουλτάνου και με το οποίο παρεχόταν στον ιδιώτη, όχι δικαίωμα κυριότητας, αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), που ισοδυναμούσε με διηνεκή μίσθωση, αφού αντικείμενό του ήταν η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (ΑΠ 1296/2020, ΑΠ 587/2019, ΑΠ 1204/2014).
Περαιτέρω, για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικού ή μη χαρακτήρα αρμόδια είναι τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που η νομοθεσία αυτή προβλέπει, η δε έννοια του δάσους έχει προσδιορισθεί με την υπ' αριθ. 27/1999 απόφαση του ΑΕΔ, ενώ τα πρόσθετα για τον προσδιορισμό του στοιχεία που απαιτήθηκαν κατά το άρθρο 1 του Ν. 3208/2003, που αντικατέστησε το άρθρο 3 του ν.998/1979, έχουν κριθεί αντισυνταγματικά (Ολ ΣτΕ 34/2013, ΑΠ 596/2016).
Με το άρθρο 14 του ν. 998/1979 θεσπίζεται ειδική ενδικοφανής διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη, με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για τη διοίκηση, όσο και για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες (ΣτΕ 885/2008). Οι αποφάσεις του Δασάρχη και των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας (άρθρ. 10 παρ. 3 Ν. 998/1979) σχετικά με τον χαρακτήρα ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη συνίσταται στη διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης και των τυχόν προσφάτων αλλοιώσεών της.
Η σχετική διαπίστωση ανάγεται και στο παρελθόν, όταν η μεταβολή του δασικού χαρακτήρα οφείλεται σε καταστροφή ή παράνομη εκχέρσωση. Οι Επιτροπές είναι αρμόδιες, μεταξύ άλλων, να επιλύουν διαφορές ως προς τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως χορτολιβαδικής ή μη κατά την προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 14 του Ν. 998/1979, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι δημόσια ή ιδιωτική, όπως τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 8, 14 και 74 παρ. 3 του ίδιου νόμου.
Η επίλυση της σχετικής δασικής αμφισβήτησης ανάγεται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης και δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας ή της διαχείρισης των χορτολιβαδικών εκτάσεων (ΑΠ 1104/2019, ΑΠ 1182/2018, ΑΠ 596/2016). Τέλος, με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμω βάσιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ ΑΠ 4/2021, ΑΠ 625/2022, ΑΠ 1292/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της ένδικης υπόθεσης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με τις από 8-2-2012 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατά της από 6-5-2009 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτές ισχυρίστηκαν ότι απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο πρότεινε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι το ακίνητο αυτό, ως χορτολιβαδική έκταση, που δεν έχει αναγνωρισθεί ως ιδιωτική, περιήλθε στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους δυνάμει της από 1/14 Νοεμβρίου 1913 σύμβασης ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το Νόμο 79 (ΔΣΙΓ).
Ότι ειδικότερα, το επίδικο, ως δημόσιο κτήμα, που ανήκε στην κυριότητα του Οθωμανικού Κράτους και επί του οποίου κτήση κυριότητας υπέρ ιδιώτη θα μπορούσε να υπάρξει μόνο αν είχε εκδοθεί ταπί υπέρ των δικαιοπαρόχων του επικαλούμενου ιδία κυριότητα, μεταβιβάστηκε στο Ελληνικό Δημόσιο λόγω της διαδοχής του Τουρκικού Δημοσίου κατά την ένωση της Κρήτης με το Βασίλειο της Ελλάδος.
Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε σιωπηρά με την 37/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθμύμνης, το δε αναιρεσείον επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με την από 8-10-2014 έφεσή του. Το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την προσβαλλόμενη 34/2018 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, δέχθηκε σχετικά τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε καμία θετική απόδειξη των τίτλων που επικαλείται, όσα δε ισχυρίζεται στην υπό κρίση έφεση περί απόκτησης κυριότητας λόγω διαδοχής του Οθωμανικού Κράτους βάσει της από 1/14 Νοεμβρίου 1913 σύμβασης ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (σχετικά αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας) και περαιτέρω της ένωσης της Κρήτης με το Βασίλειο της Ελλάδος, όσο και για την έλλειψη της έκδοσης τίτλου "ταπί" υπέρ των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, δεν έχουν εφαρμογή, δεδομένου ότι η προσάρτηση της Κρήτης με την Ελλάδα, δεν έγινε με πολεμικά και στρατιωτικά μέσα, ούτε και με κάποια συνθήκη του διεθνούς δικαίου, έτσι ώστε δεν μπορούσαν να περιέλθουν στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου οι εν λόγω εκτάσεις, ούτε δικαιώματι πολέμου, ούτε με παράγωγο τρόπο, συνθήκη κλπ.
Το Ελληνικό Δημόσιο είναι διάδοχος του Δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας και όχι του Οθωμανικού Δημοσίου, επειδή μεταξύ της απελευθέρωσης της Κρήτης και της Ένωσης με την Ελλάδα παρεμβάλλεται η Κρητική Πολιτεία. Με το από 3/4.10.1906 Διάταγμα της Κρητικής Πολιτείας ορίζεται το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχος του Δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας και μάλιστα το άρθρο 4 αναφέρει ότι ?Το Ελληνικόν Δημόσιον ως διάδοχος του Δημοσίου της Κρητικής Πολιτείας δωσιδικεί προσωρινώς κατά τους κειμένους Κρητικούς Νόμους?.
Με το άρθρο 2 παρ. 3 του Βασικού Νόμου 147/1914 περί της εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες, διατηρήθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, ο οποίος ίσχυε από τις 23.9.1904 μέχρι το 1946, που θεσπίστηκε ο Εισαγωγικός Νόμος Αστικού Κώδικα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ο οποίος επαναφέρθηκε ενώπιόν του με την έφεση του τελευταίου και ακολούθως απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Με αυτά που δέχθηκε και κρίνοντας μη νόμιμο τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, το Ελληνικό Δημόσιο, ως προς τις δημόσιες, κατά τον Οθωμανικό Νόμο "Περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274, γαίες, θεωρείται διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου και όχι της Κρητικής Πολιτείας, σύμφωνα με το με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 147/1914.
Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτός ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης ως βάσιμος. Με τα δεδομένα αυτά παρέλκει πλέον η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αίτησης αναίρεσης, καθώς και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, καθόσον καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου ως άνω αναιρετικού λόγου, που γίνεται δεκτός.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 34/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και να παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προς περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογισθούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 34/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υπόθεσης στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ