Legislator Case Law & Legislation
706/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, remands case for appeal court to reject plaintiff's claim as unlawful.

Case Number 706/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision to reject the plaintiff's lawsuit as procedurally unlawful. The plaintiff, an insurance company, argued for a direct claim against the insured, but the court found no legal basis for such a claim outside of traffic accident scenarios. Consequently, the court upheld the lower court's rejection of the suit while remanding the case for the appellate court to formally accept the appeal and rule on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Art. 25 of Law 2496/1997; The general civil liability insurance contract creates rights and obligations only between the insurer and the insured, and the direct action of a third party against the insurer is restricted to traffic accident cases, thus rendering the plaintiff's claim unlawful.

Keywords

AI generated
general civil liability insurance direct action third party traffic accident exception procedural unlawfulness remand for appeal court insurance contract privity direct claim limitation

Cited Legislation

AI generated
Art. 25 of Law 2496/1997
Art. 552, 553, 556, 558, 564, 566 para.1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 106, 176, 183, 189, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 706 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 706/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην ... Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Α., κατοίκου ... Καρδίτσας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καραχάλιο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 356/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/3/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 118/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας που δίκασε ως Εφετείο, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και την είχε υποχρεώσει να του καταβάλει το ποσό των 15.000 ευρώ νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 αρθμ. 3ΚΠολΔ).

Όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 2496/1997 που ορίζει ότι "Η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη", η ασφάλιση γενικής αστικής ευθύνης δημιουργεί σχέση μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων και συνεπώς από αυτήν γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλομένου του ή του ασφαλισμένου.

Ο κοινός νομοθέτης θέσπισε την ευθεία αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή, περιοριστικώς, μόνο στις περιπτώσεις αποζημιώσεως από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, μη επιτρεπομένης για το λόγο αυτό της επεκτάσεως της εφαρμογής της πιο πάνω διατάξεως και στην περίπτωση ασφαλίσεως της γενικής αστικής ευθύνης, η οποία ασφάλιση σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 189 ΕμπΝ, καλύπτουσα κινδύνους επαγγελματικούς και επιχειρηματικούς, δημιουργεί συμβατικό δεσμό μόνο μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, αποκλειομένης της ευθείας αξιώσεως του τρίτου ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή, ο οποίος τρίτος μόνο πλαγιαστικώς, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του ασφαλισμένου από την ασφαλιστική σύμβαση (ΑΠ 109/2007).

Εξάλλου στις παρ. 3 και 5 του προδιαληφθέντος άρθρου 26 του Ν. 2496/1997 ορίζονται τα εξής: "3. Γεγονός που οδηγεί στην άρση ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης, δεν αντιτάσσεται κατά του τρίτου ζημιωθέντα παρά μόνο μετά πάροδο ενός (1) μηνός από τότε που ο ασφαλιστής το κοινοποιήσει στην υπηρεσία ή στο νομικό πρόσωπο που έχει ορισθεί για το σκοπό αυτό... 4. ... 5.

Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται οι υπηρεσίες ή τα νομικά πρόσωπα που θα δέχονται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, η διαδικασία ελέγχου τήρησης της υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και οι αναγκαίες λεπτομέρειες λειτουργίας υποχρεωτικών ασφαλίσεων αστικής ευθύνης.

Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται, αν δεν έχει προσδιορισθεί η υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο...". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς συνάγεται μεταξύ άλλων ότι: α) όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, ο τρίτος ζημιωθείς έχει ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή, β) ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, εφόσον δεν έχει ακόμη εκδοθεί κοινή υπουργική απόφαση που να προσδιορίζει την υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο που προβλέπεται στο ως άνω άρθρο 26 παρ. 5, οι διατάξεις αυτές, που προβλέπουν ευθεία αξίωση του τρίτου σε περιπτώσεις υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης, δεν εφαρμόζονται (ΑΠ 179, 180/2014, ΑΠ 1502/2008, ΑΠ 109/2007).

Και ναι μεν με το άρθρο 1 του Ν. 3229/2004 είχε συσταθεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Επιτροπή Eποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) και με έδρα την Αθήνα, το οποίο εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με το άρθρο δε 3 παρ. 1 αυτού, όπως η περ. β' της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 71 παρ. 1 του Ν. 3746/2009 , ορίστηκαν οι αρμοδιότητες της Επιτροπής, ως ακολούθως: "1.

Προς εκπλήρωση του σκοπού της η Επιτροπή έχει ιδίως τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) ... β) Εποπτεύει την τήρηση της ασφαλιστικής νομοθεσίας κατά τη λειτουργία των ασφαλιστικών εταιρειών έως και την εκκαθάρισή τους, κατά την παροχή υπηρεσιών από αυτές και τους διαμεσολαβούντες και κατά την εφαρμογή της περί υποχρεωτικής ασφάλισης και της περί ασφάλισης οχημάτων νομοθεσίας.

Ασκεί εν γένει όλες τις διοικητικές, ρυθμιστικές και εποπτικές αρμοδιότητες, του καθορισμού της ύλης των σχετικών εξετάσεων πιστοποίησης συμπεριλαμβανομένων, που ο Υπουργός Ανάπτυξης, μόνος του ή από κοινού με άλλους Υπουργούς, είχε για τη ρύθμιση και εποπτεία της ασφαλιστικής αγοράς, όπως ενδεικτικά τις διοικητικές αρμοδιότητες που προκύπτουν από τις διατάξεις του ν. 1569/1985, του ν. 2496/1997, του ν.δ. 400/1970, του π.δ. 190/2006 και του π.δ. 237/1986 , όπως ισχύουν.

Η αρμοδιότητα της πρότασης για την έκδοση διαταγμάτων ανήκει στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών". Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, αφετηρία για την προώθησή του υπήρξε η ανάγκη για εκσυγχρονισμό του χώρου των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και γενικότερα της ιδιωτικής ασφαλίσεως και προσαρμογή του προς τις αντίστοιχες ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με προεξάρχουσα την ανάγκη βελτιώσεως και εκσυγχρονισμού της εποπτείας της ασφαλιστικής αγοράς, οι αρμοδιότητες δε της δημιουργούμενης Επιτροπής είναι ενισχυμένες, δηλονότι η προληπτική εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και ο έλεγχος των ουσιαστικών και τυπικών προϋποθέσεων άσκησης του επαγγέλµατος του ασφαλιστικού διαµεσολαβητή, καθώς και η τήρηση των κανόνων συναλλακτικής συµπεριφοράς, τόσο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων όσο και των ασφαλιστικών διαµεσολαβητών.

Ως ημερομηνία δε ενάρξεως της λειτουργίας της ΕΠ.Ε.Ι.Α. και των ρυθμιστικών και εποπτικών αρμοδιοτήτων της ορίστηκε με την υπ' αριθμό 46511/Β.2147/2007 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας & Οικονομικών και Ανάπτυξης η 1η Ιανουαρίου 2008. Εν συνεχεία βέβαια το νομικό αυτό πρόσωπο με το άρθρο 1 του Ν. 3867/2010 καταργήθηκε από 1-1-2011, οι δε αρμοδιότητες της ΕΠ.Ε.Ι.Α., όπως αυτές απαριθμούνται στο προμνησθέν άρθρο 3 του Ν. 3229/2004, μεταφέρθηκαν από την ίδια ημερομηνία στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Ωστόσο μεταξύ των αρμοδιοτήτων που ανατέθηκαν στη συσταθείσα δια νόμου "Επιτροπή Eποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) [και μεταγενέστερα στην Τράπεζα της Ελλάδος] δεν περιλαμβανόταν η λήψη των κοινοποιήσεων των ασφαλιστών για γεγονότα που οδηγούν στην άρση ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του Ν. 2496/1997, με τις οποίες χορηγείται στον τρίτο ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή όταν επισυμβεί η ασφαλιστική περίπτωση.

Ευλόγως δε ο νομοθέτης προέβλεψε ότι για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, οι οποίες δεν είναι αρκούντως λεπτομερείς, έπρεπε να προηγηθεί η έκδοση κοινής υπουργικής αποφάσεως του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού και η δημοσίευση αυτής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προκειμένου να ρυθμιστούν οι λεπτομέρειες εφαρμογής τους (ΑΠ 746/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ως παθών από αξιόποινη πράξη, διαπραχθείσα, κατά τη διάρκεια θήρας μπεκάτσας, έχει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1και 2, 9 παρ.1 του Ν 2496/1997 και 410 επ.

ΑΚ, ευθεία αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία με ασφαλιστική σύμβαση έχει αναλάβει την ασφάλιση της σχετικής αστικής ευθύνης, καθόσον η ένδικη ασφάλιση συνιστά γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, οπότε ο ενάγων, τρίτος, που ζημιώθηκε και έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλισμένου, με την ιδιότητα του μέλους του λήπτη της ασφαλίσεως, κυνηγετικού συλλόγου, έχει ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, αφού από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο προκύπτει ότι οι ιδιότητες του λήπτη της ασφαλίσεως και του ασφαλισμένου δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο και συγκεκριμένα λήπτης της ασφάλειας είναι η Κυνηγετική Ομοσπονδία και ασφαλισμένοι είναι τα μέλη της, τόσο για την περίπτωση ατυχήματος που θα προκαλέσει ο ασφαλισμένος, όσο και γι' αυτά που θα υποστεί από άλλον κυνηγό.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του Ν 2496/1997, ενώ δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ευθεία αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή προβλέπεται μόνο στις περιπτώσεις αποζημιώσεως από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, ενώ στην περίπτωση ασφαλίσεως της γενικής αστικής ευθύνης, όπως στην προκείμενη περίπτωση, δημιουργείται συμβατικός δεσμός μόνο μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, αποκλειομένης της ευθείας αξιώσεως του τρίτου ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή, ο οποίος μόνο πλαγιαστικά μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του ασφαλισμένου από την ασφαλιστική σύμβαση.

Επομένως, ο αναιρεσίβλητος, τρίτος, που ζημιώθηκε από την αδικοπραξία του ασφαλισμένου, μέλους της Ζ' Κυνηγετικής Ομοσπονδίας, συμβαλλομένης - λήπτριας της ασφάλειας, δεν έχει εκ του νόμου ευθεία αξίωση κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, κατά της οποίας μπορεί να στραφεί μόνον πλαγιαστικά.

Ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας έχει μόνον ο ζημιώσας ασφαλισμένος, δικαιούχος του ασφαλίσματος. Και τούτο διότι δεν έχει μέχρι τώρα προσδιορισθεί η υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο που θα δέχεται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών και επομένως, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που υπάρχει αστική ευθύνη από την κυκλοφορία των οχημάτων (Ν.489/1976), ο τρίτος ζημιωθείς δεν έχει ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή.

Δεν είναι δυνατόν δε να υποστηριχθεί ότι τέτοιο νομικό πρόσωπο ήταν η "Επιτροπή Eποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) και μεταγενέστερα η Τράπεζα της Ελλάδος, καθόσον μεταξύ των αρμοδιοτήτων που ανατέθηκαν στη συσταθείσα δια νόμου "Επιτροπή Eποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) [και μεταγενέστερα στην Τράπεζα της Ελλάδος] δεν περιλαμβανόταν η λήψη των κοινοποιήσεων των ασφαλιστών για γεγονότα που οδηγούν στην άρση ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσεως και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 26 παρ.1 και 5 του Ν. 2496/1997, με τις οποίες χορηγείται στον τρίτο ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή όταν επισυμβεί η ασφαλιστική περίπτωση.

Εξάλλου, στην προκείμενη περίπτωση, δεν καταρτίστηκε γνήσια σύμβαση υπέρ του τρίτου ζημιωθέντος, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η ασφαλιστική σύμβαση συνήφθη μεταξύ της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και της Ζ' Κυνηγετικής Ομοσπονδίας ως λήπτριας της ασφαλίσεως (συμβαλλομένης), με ασφαλισμένους - δικαιούχους του ασφαλίσματος τα μέλη της Ομοσπονδίας, οι οποίοι ως τρίτοι, υπέρ ων η σύμβαση, δικαιούνται να στραφούν ευθέως κατά της ασφαλιστικής εταιρείας και να αξιώσουν την καταβολή σ' αυτούς όσων υποχρεωθούν να καταβάλουν λόγω αδικοπραξίας τους στο ζημιωθέν πρόσωπο, όπως εν προκειμένω, ο αναιρεσίβλητος.

Επομένως, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα ), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζομένη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 42/2005, ΑΠ 1305/2018, ΑΠ 1402/2018).

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο δεν υπάρχει και όταν ο Άρειος Πάγος έκρινε για το ορισμένο ή τη νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 131/2020, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 1297/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν έχει ευθεία αξίωση κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και, επομένως η ένδικη αγωγή του είναι μη νόμιμη.

Επομένως, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 356/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, να ερευνηθεί η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου και να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της εφέσεως στην εκκαλούσα - εναγομένη (άρθρο 495 αρθμ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας - εναγομένης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 αρθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189, 191αρθμ.2ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

Πρέπει να επισημανθεί ότι τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης είναι διακριτά από τα δικαστικά έξοδα που προκλήθηκαν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στα δικαστήρια της ουσίας, τα οποία προσδιορίζονται από το Εφετείο στα πλαίσια της συνολικής νίκης και ήττας των διαδίκων σε δεύτερο βαθμό, αν η απόφαση αναιρεθεί, έστω και εν μέρει και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, άρα εκκαθαρίζονται από τον Άρειο Πάγο όταν στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ κρατήσει και δικάσει την υπόθεση, αφού τότε αποφαίνεται τελειωτικά (ΑΠ131/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 118/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 18-5-2016 έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης - αναιρεσείουσας. Δέχεται τυπικά και στην ουσία της την έφεση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της εφέσεως στην εκκαλούσα-εναγομένη.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθμ.356/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας.

Κρατεί και δικάζει την από 14-12-2013 αγωγή του ενάγοντος- εφεσιβλήτου.

Απορρίπτει την παραπάνω αγωγή.

Καταδικάζει τον εφεσίβλητο - ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσης- εναγομένης και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ