Legislator Case Law & Legislation
706/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract dispute verdict, remands case for further examination of evidence.

Case Number 706/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the State's appeal against the First Instance Court's partial acceptance of a labor contract dispute. The State argued the lower court erred in finding a loan contract between the employee and a public utility, while the employee contended a direct employment relationship existed. The Court found the appeal admissible but rejected arguments regarding violations of substantive law and lack of evidence, ruling that the lower court's factual assessment was unreviewable.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case for further examination when the appeal raises issues requiring clarification of the evidence, even if the lower court's factual assessment is generally unreviewable.

Keywords

AI generated
labor contract dispute loan contract validity public utility employer appeal admissibility remittal for further examination unreviewable factual assessment substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 552, 553, 556, 558, 564 No. 1, 566 Para. 1 and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 11 of the Decree of 26.6/10.7.1944 'On the Code of Laws of the State'
Article 577 Para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 Para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 No. 1, 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559 No. 1a of the Code of Civil Procedure
Article 559 No. 11, item b of the Code of Civil Procedure
Article 580 Para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 Para. 1 of Law 3693/1957
Article 52 No. 18 of Law 6 of the Code of Civil Procedure
Article 5 Para. 12 of Law 1738/1987
Article 2 of the Circular 134423/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 706 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 706/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Παναγιώτη Αθανασόπουλο και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Οικονόμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Γ. Π. του Π., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5479/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 19/12/2019 αίτησή του και τους από 7/9/2020 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 19-12-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5479/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 3-10-2018 έφεσης του ηττηθέντος πρωτοδίκως εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθρ. 614 αρ.3 ΚΠολΔ), 133/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η παραπάνω έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 17-3-2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, και είχε αναγνωρισθεί ότι αυτή συνδέεται με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από 1-5-1992 με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 1995 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564 αρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ και 11 του Δ/τος 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των Νόμων περί δικών του Δημοσίου). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με την αίτηση αναίρεσης πρέπει να συνεκδικαστούν και οι από 7-9-2020 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά, εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 9-10-2020, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/1976, κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είναι απαράδεκτη αν η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από τη λύση της σχέσης εργασίας.

Από τη διάταξη αυτή, στην οποία γίνεται λόγος για αξίωση από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας και σχετική αγωγή, προκύπτει ότι η αγωγή με την οποία ασκείται αξίωση από άκυρη καταγγελία της σύμβασης δεν ταυτίζεται με την αγωγή με την οποία ζητείται η κήρυξη της καταγγελίας ως άκυρης. Η ακυρότητα της καταγγελίας επέρχεται αυτοδικαίως και υπάρχει πριν απαγγελθεί με δικαστική απόφαση, η οποία, όταν εκδοθεί, αναγνωρίζει απλώς την υφιστάμενη κατάσταση.

Για το λόγο αυτό, η αγωγή, με την οποία διώκεται μόνο αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, χωρίς να ασκείται αξίωση, δεν υπόκειται καθεαυτή, ως αναγνωριστική, στην πιο πάνω αποκλειστική προθεσμία, όταν όμως, κατά το χρόνο άσκησής της, έχει παρέλθει η άνω προθεσμία για τις αξιώσεις που πρόκειται να προπαρασκευάσει, απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 80/2009, ΑΠ 1435/2002).

Η προαναφερόμενη διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, δηλαδή έχει εφαρμογή όχι μόνο για τους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ρηθέντος νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παραβάσεως των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παραβάσεως άλλων διατάξεων ή και κανονισμών του εργοδότη που έχουν ισχύ νόμου (ΑΠ 21/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία η αναιρεσίβλητη ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το αναιρεσείον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την 1-5-1992 μέχρι και την άσκηση της αγωγής, είναι απαράδεκτη, επειδή δεν ασκήθηκε εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.3198/1995 δεχόμενο τα εξής: "Η ενάγουσα δια της ένδικης αγωγής, όπως το περιεχόμενο και αίτημά της προεκτίθεται, αφενός μεν δεν επικαλείται καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης με το εναγόμενο, αφετέρου δεν αιτείται οποιαδήποτε αξίωση που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης, όπως την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, οπότε στην περίπτωση και μόνον αυτή η άσκησή της θα υπόκειτο στην αποσβεστική τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.3198/1955, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.

Δια της ένδικης αγωγής ζητά να αναγνωρισθεί εξ' υπαρχής ότι με το εναγόμενο συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, κρίνεται απορριπτέος ως κατ'ουσίαν αβάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης....". Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.3198/1955.

Πρέπει, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 εδ.α'ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το σκοπό και το είδος της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 ΑΚ, παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλήν αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά του υπαλλήλου" (παρ.1). "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου (παρ. 3)".

Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης χρονική διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής οδηγίας (Ολ.ΑΠ 7/2011).

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 907/2017, ΑΠ 509/2016). Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 7/2011, Ολ.ΑΠ 8/2006). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.1, 2 και 3 του Ν.2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ.1 του νόμου αυτού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για την αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.

ε' του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 ΠΚ και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας, περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64) και 72 παρ.1 και 73 του ΠΔ/τος 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.

Σε συνάφεια με την κατά τα ανωτέρω νομοθεσία και ειδικά για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών κατά την εκτέλεση αρχαιολογικών έργων με το άρθρο 81 του Ν. 1958/1991 προβλέφθηκε στις περιπτώσεις επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης εκτέλεσης κάποιου αρχαιολογικού έργου, μη περιλαμβανομένου στο ετήσιο εγκεκριμένο πρόγραμμα του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) για την αποτροπή κινδύνου, η πρόσληψη του αναγκαίου ωρομίσθιου προσωπικού μέσα στα όρια των συγκεκριμένων πιστώσεων για το συγκεκριμένο έργο, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των 880 ωρών για κάθε απασχολούμενο, αριθμός που μεταγενέστερα αυξήθηκε σε 1320 ώρες με το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 2833/2000.

Ο ίδιος ως άνω νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού, ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγούμενη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Περαιτέρω στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανισμών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ'Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7 που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ.5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως ο νόμος ορίζει".

Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο παράγραφος 8 που προβλέπει ότι "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ΠΔ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν.2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ.3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007).

Συνεπώς, στις συναφθείσες μετά τις 18-4-2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο ή σε φορείς του δημόσιου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (αρθ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του ΒΔ/τος 16/18.7.1920) ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007).

Αντίθετα, η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και της 1999/70 ΕΚ Οδηγίας που εφαρμόστηκε αργότερα).

Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ.

ΑΠ 7/2011 και 8/2011). Η δε από το νόμο (Ν. 2190/1994), κατά τα ήδη προαναφερθέντα, απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου δεν επάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης από το δικαστήριο του πραγματικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης έννομης σχέσης, η οποία δεν συνιστά "μετατροπή", αλλά ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ.

ΑΠ 18/2006). Στην περίπτωση αυτή, η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (18-4-2001) και της 1999/70 Οδηγίας (10-7-2001) συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια κατά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (Ολ.ΑΠ 7/2011) Προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή να μην μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μίας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 788/2017, ΑΠ 1425/2015, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 696/2013).

Τοιαύτη περίπτωση συνοχής και χρονικής ενότητας δεν συντρέχει κατά νόμο όταν μεταξύ των εν λόγω συμβάσεων μεσολαβεί χρονικό διάστημα ενός ή δύο και πλέον ετών. Ως εργοδότης δε στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 648 ΑΚ, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφετέρου υποχρεούται να του καταβάλλει τον συμφωνημένο ή νόμιμο μισθό.

Συνήθως εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας. Ειδικότερα στις περιπτώσεις δανεισμού εργαζομένου, ο οποίος, κατά τα άρθρα 648, 651 και 361 ΑΚ, προϋποθέτει παροχή των υπηρεσιών του εργαζομένου για ορισμένο ή αόριστο χρόνο σε άλλο πρόσωπο (τρίτο) με την συναίνεση ή συμφωνία του εργαζομένου και μάλιστα αδιαφόρως της βραχυχρόνιας ή μακροχρόνιας παραχώρησης του εργαζομένου από τον αρχικό εργοδότη του, δεν λύεται η σύμβαση εργασίας και αρχικός (άμεσος) εργοδότης δεν αποβάλλει την ιδιότητά του αυτή αλλά είναι υποχρεωμένος, ως αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση εργασίας, να καταβάλλει τις αποδοχές στο μισθωτό, εκτός τυχόν αντίθετης συμφωνίας (ΑΠ 1240/2014, ΑΠ 800/2014, ΑΠ 1580/2012), ενώ ο τρίτος (έμμεσος εργοδότης), που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, ασκεί κατά τη διάρκεια της παραχώρησης το διευθυντικό δικαίωμα κατά την παροχή των υπηρεσιών του μισθωτού προς αυτόν και αποκτά και αυτός, ως εκ τούτου, την ιδιότητα του εργοδότη, με συνέπεια τον επιμερισμό των εργοδοτικών αρμοδιοτήτων (ΑΠ 17/2012).

Για την έννοια του δανεισμού δεν έχει σημασία η βραχυχρόνια ή μακροχρόνια παραχώρηση του εργαζομένου από τον αρχικό εργοδότη του, με τον οποίο δεν αποκόπτεται ο ενοχικός δεσμός και ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας. Λόγω δε της μη μεταβολής της εργασιακής σχέσης μεταξύ εργοδότη (άμεσου) και μισθωτού, σε περίπτωση αρχικής σύμβασης δανεισμού των υπηρεσιών του μισθωτού σε τρίτο (έμμεσο εργοδότη) η εν λόγω αρχική σύμβαση δανεισμού δεν προσμετράται στις τυχόν επακολουθήσασες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του τρίτου, ως άμεσου εργοδότη πλέον, και του μισθωτού ως μέρος μίας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εκτός εάν αυτή (σύμβαση δανεισμού) κατά την περί τούτου ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας καταρτίστηκε εικονικά με πραγματικό εργοδότη τον τρίτο και με σκοπό την καταστρατήγηση του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 από τον τρίτο (έμμεσο εργοδότη).

Τούτο άλλωστε ορίσθηκε ρητώς και νομοθετικά με τις μεταγενέστερες του επίδικου χρόνου διατάξεις του άρθρου 3 περ. α' του ΠΔ/τος 81/2003 και του άρθρου 3 περ. α' του ΠΔ/τος 164/2004, που εκδόθηκαν καθυστερημένα προς ενσωμάτωση στο εσωτερικό δίκαιο της 1999/70 Οδηγίας, κατά τις οποίες ως εργαζόμενος ορισμένου χρόνου νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου, περίπτωση που δεν υφίσταται επί δανεισμού εργαζόμενου (ΑΠ 674/2012).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κτλ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 2/2020 ΑΠ 19/2020).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 12/2020).

Τέλος, κατά τον αριθμό 11 περ.β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Δεν χωρεί αναίρεση στην εν λόγω περίπτωση αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε προσκομισθεί (ΑΠ 257/2008, ΑΠ 968/2007, ΑΠ 1595/2007).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω τον αναιρετικό έλεγχο και κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα - εφεσίβλητη είναι αρχαιολόγος απόφοιτη της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Το έτος 1992 προσελήφθη με την ανωτέρω ιδιότητά της (ως αρχαιολόγος) από το εναγόμενο και συγκεκριμένα το Υπουργείο Πολιτισμού - Ε' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων (εφεξής ΕΠΚΑ) στη Σπάρτη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου δυνάμει της …/…-4-1992 απόφασής του με πλήρες ωράριο.

Η εργασία της αυτή συνίστατο στην έρευνα για την ύπαρξη αρχαιοτήτων, στην καταγραφή και διάσωσή τους. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι δυνάμει του …/…/…/…/…/…/…-10-1992 εγγράφου του Υπουργείου Πολιτισμού και της άμεσης εποπτείας της Ε' ΕΠΚΑ Σπάρτης, ήτοι καθ' υπόδειξη της ανωτέρω αρχαιολογικής υπηρεσίας η ενάγουσα παραχωρήθηκε με τη συναίνεσή της το έτος 1995 έως το τέλος του έτους 1998 από το εναγόμενο στη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Σπάρτης (Δ.Ε.Υ.Α.Σ.) προκειμένου να εργαστεί ως αρχαιολόγος στα πλαίσια του έργου της ύδρευσης και αποχέτευσης του Δήμου Σπάρτης, με τη συμφωνία μεταξύ του εναγομένου και τη ΔΕΥΑ Σπάρτης να καταβάλει η τελευταία το μισθό της, ενώ την εποπτεία για τη διενέργεια των ανασκαφών είχε το εναγόμενο (βλ.

την νομίμως μετ'επικλήσεως προσαγόμενη από την ενάγουσα με αριθμό πρωτ. …/….9.2017 βεβαίωση της ΔΕΥΑ Σπάρτης). Επομένως, εν προκειμένω με τη σύμβαση δανεισμού της ενάγουσας στην οποία προέβη το εναγόμενο με την ΔΕΥΑ Σπάρτης δεν επήλθε μεταβολή της εργασιακής σχέσεως μεταξύ του εναγομένου ως εργοδότη και της ενάγουσας ως εργαζομένης, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το εκκαλούν - εναγόμενο ότι δηλαδή κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα που η ενάγουσα απασχολείτο στη ΔΕΥΑ Σπάρτης δεν ήταν τούτο ο εργοδότης της.

Ωστόσο από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα η ενάγουσα κατάρτισε αυτοτελώς σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την ΔΕΥΑ Σπάρτης, οπότε σ' αυτή την περίπτωση δεν θα ήταν εργοδότης της το εκκαλούν (βλ. σχετικά ΑΠ 1269/2018, ΑΠ 1240/2014, ΑΠ 1580/2012 Δημ. Στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντιθέτως, όπως σαφώς προκύπτει από την νομίμως μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα με αριθμό πρωτ.

…/…-9-2004 βεβαίωση της Ε' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων η ενάγουσα εργάσθηκε κατ'επιλογήν της ανωτέρω Υπηρεσίας ως αρχαιολόγος στις ανασκαφές που διενεργήθηκαν υπό την εποπτεία της (ήτοι της Ε' ΕΠΚΑ) στα πλαίσια του προαναφερομένου έργου της ύδρευσης και αποχέτευσης του Δήμου Σπαρτιατών σύμφωνα με την προεκτεθείσα απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού και σύμφωνα με την ανωτέρω βεβαίωση η μισθοδοσία της διενεργήθηκε από τη ΔΕΥΑ Σπάρτης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έστω και σιωπηρά δέχθηκε τα ίδια ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από το εκκαλούν με τον τρίτο λόγο της έφεσής του κατά το σχετικό σκέλος αυτού. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα καθ'ολο το ανωτέρω χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-1998 ήτοι επί τέσσερα έτη προσέφερε ανελλιπώς σε πενθήμερη βάση τις υπηρεσίες της στη ΔΕΥΑ Σπάρτης πραγματοποιώντας 25 ημερομίσθια μηνιαίως, πλήν του μηνός Ιανουαρίου 1995 που πραγματοποίησε 26 ημερομίσθια, του μηνός Μαϊου 1996 που πραγματοποίησε 24, του μηνός Φεβρουαρίου 1997 που πραγματοποίησε 20 ημερομίσθια (βλ.

την με αριθμό πρωτ…./…-9-2017 βεβαίωση της ΔΕΥΑ Σπάρτης). Ακολούθως δυνάμει των με αριθμ…./…-6-1999, …/…-9-1999, …/…-1-2000, …/…-5-2000, …/…-6-2000, …/…-7-2000, …/...-9-2000, …/…-3-2001, …/…-5-2001, …/…-7-2001, …/…-8-2001, …/…-10-2001, …/…-2-2002, …/…-5-2002 και …/…-7-2002 αποφάσεων της τέως Ε' ΕΚΠΑ ανατέθηκαν στην ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 1999 έως και τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 καθήκοντα αρχαιολόγου για τις ανασκαφικές ανάγκες οικοπέδων Σπάρτης, Γυθείου, Μυκηναϊκών Τάφων Πελλάνας καθώς και για τις ανάγκες συντήρησης ψηφιδωτών δαπέδων στο Νομό Λακωνίας, επίσης για εργασίες μελέτης, σχεδίασης και καθαρισμού αρχείων σε ανασκαφές στα προαναφερόμενα οικόπεδα, με φορέα πληρωμής τις πιστώσεις από ΛΟΤΤΟ ή από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) (βλ.

την νομίμως μετ' επικλήσεως προαγόμενη από την ενάγουσα από 13-9-2017 βεβαίωση του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού - Εφορεία Αρχαιοτήτων Λακωνίας). Ειδικότερα η ενάγουσα στα πλαίσια των ως άνω καθηκόντων που της ανατέθηκαν από το εναγόμενο απασχολήθηκε από τον Ιούλιο του έτους 1999 ως ωρομίσθια ανελλιπώς έως το μήνα Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ακολούθως απασχολήθηκε από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000 ανελλιπώς μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του ίδιου έτους, περαιτέρω από το μήνα Απρίλιο του έτους 2001 έως και τον Νοέμβριο του 2001 και τέλος από τον Φεβρουάριο του 2002 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους (βλ.

την νομίμως μετ' επικλήσεως προαγόμενη με αριθμό πρωτ…./…-11-2003 βεβαίωση της Διευθύντριας της Ε' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων). Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι από τον Ιανουάριο του έτους 1995 έως και τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 η ενάγουσα απασχολήθηκε από το εκκαλούν - εναγόμενο, συμμορφούμενη με συγκεκριμένο εργασιακό πρόγραμμα, τελώντας υπό τις οδηγίες και εντολές των αρμοδίων υπαλλήλων του εκκαλούντος.

Εξάλλου, οι συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις δεν δικαιολογούνταν από λόγους αντικειμενικούς, καθόσον η ενάγουσα ακολουθούσε ως προς τους όρους και τις συνθήκες εργασίας της, τα ισχύοντα και για τους λοιπούς υπαλλήλους του εναγομένου, απασχολείτο για την κάλυψη τρεχουσών, απολύτως τακτικών, προβλέψιμων και υφιστάμενων αναγκών του, μόνιμης, διαρκούς και πάγιας προοπτικής, οι οποίες ανάγκες ήταν σχετικές και αλληλοσυναρτώμενες με αυτές που εξυπηρετεί και το μόνιμο προσωπικό του εναγομένου.

Γι'αυτό το τελευταίο, δια της αρμόδιας υπηρεσίας του, για όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, απαιτούσε από την ενάγουσα, την οποία επόπτευε μέσω της ανωτέρω υπηρεσίας του, να ασχολείται με τη διενέργεια των προαναφερομένων ανασκαφικών αναγκών συγκεκριμένες ώρες εβδομαδιαίως και σε συγκεκριμένους τόπους.

Καίτοι οι επίμαχες συμβάσεις χαρακτηρίζονται από το εναγόμενο ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, όμως ο οποιοσδήποτε νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του στη συνδέουσα αυτά σχέση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, αφού υπό τα ως άνω πραγματικά και νομικά δεδομένα συνάγεται ότι: α)οι επίδικες συμβάσεις - σύμφωνα με τα ανωτέρω - δεν συνιστούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά υποκρύπτουν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β)οι υποχρεώσεις του εναγομένου ήταν διαρκείς και δεν μπορούσαν να καλυφθούν με περιστασιακή ή προσωρινή απασχόληση αρχαιολόγων, ώστε αναντίρρητα η ενάγουσα με την προσφορά των υπηρεσιών της στο εναγόμενο εξυπηρετούσε διαρκείς και πάγιες ανάγκες του εναγομένου (εργαζόμενη υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις με τους λοιπούς εργαζόμενους), συνακόλουθα δε η σχέση εργασίας της ενάγουσας με το εναγόμενο είχε από τον Ιανουάριο του έτους 1995 τα χαρακτηριστικά ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας με διάρκεια η πρώτη τέσσερα έτη και οι λοιπές 11 μήνες, 8 μήνες έως 6 μήνες η μικρότερη (που συνολικά αγγίζουν την επταετία) δεν δικαιολογούνται από λόγους αντικειμενικούς και έγιναν καταχρηστικώς προκειμένου να καταστρατηγηθεί η προστασία τους από τις διατάξεις του εργατικού δικαίου, δοθέντος ότι η ορισμένη διάρκεια των επίμαχων συμβάσεων δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας, ούτε επιβαλλόταν από τις συνθήκες και τις ανάγκες λειτουργίας του εναγομένου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ήδη ανωτέρω.

Σημειωτέον, όπως προαναφέρθηκε, το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 1995 έως και τον Δεκέμβριο 1998 που η ενάγουσα απασχολείτο ως αρχαιολόγος στη ΔΕΥΑ Σπάρτης και μισθοδοτείτο από την τελευταία κατόπιν παραχώρησής της (δανεισμού) από το εναγόμενο και συμφωνίας του τελευταίου ότι θα μισθοδοτείται από αυτήν, συνυπολογίζεται στο χρόνο απασχόλησής σ'αυτό (ήτοι στο εναγόμενο) για να θεμελιώσει σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον εξακολούθησε να υφίσταται η εργασιακή της σχέση με το εναγόμενο.

Ενόψει των προεκτεθέντων, οι συμβάσεις της ενάγουσας με το εναγόμενο, οι οποίες καταρτίσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001), των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος δηλαδή πριν τις 17-4-2001 και του ΠΔ 164/2004, και συνεχίστηκαν, όντας ενεργές κατά τα χρονικά αυτά σημεία, και μετά ταύτα, δεν συνιστούν συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου, αλλά κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ενώ ο καθορισμός αυτών ως διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εκκαλούντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή και είχε αναγνωρίσει ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από την 1-5-1992 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση κατ'ουσίαν, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αναφορικά με τις επικαλούμενες στην αγωγή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-5-1992 έως και το έτος 1994 και αναφορικά με τις συμβάσεις που αφορούν το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο 2002 έως και το έτος 2004, και ως μη νόμιμη αναφορικά με τις επικαλούμενες από την ενάγουσα καταρτισθείσες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ αυτής και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου από το έτος 2005 έως και την 28-2-2017, και δέχθηκε εν μέρει κατά τα λοιπά την αγωγή και αναγνώρισε ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο από τον Ιανουάριο του έτους 1995 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.3 του Ν.2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281 και 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ενώ περαιτέρω διέλαβε ελλιπείς αιτιoλογίες, στερώντας την απόφαση από νόμιμη βάση και καθιστώντας με τον τρόπο αυτό ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, ενώ κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης 1)Καθ' υπόδειξη της Ε' ΕΠΚΑ Σπάρτης η ενάγουσα παραχωρήθηκε, με τη συναίνεσή της, το έτος 1995 έως το τέλος του έτους 1998 από το εναγόμενο στη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Σπάρτης, προκειμένου να εργασθεί ως αρχαιολόγος σε σωστικές ανασκαφές στα πλαίσια του έργου της ύδρευσης και αποχέτευσης του Δήμου Σπάρτης, υπό την εποπτεία της ως άνω Υπηρεσίας, με τη συμφωνία μεταξύ του εναγομένου και της ΔΕΥΑ Σπάρτης να καταβάλλει η τελευταία τον μισθό της, 2)Με την παραπάνω σύμβαση δανεισμού, στην οποία προέβη το εναγόμενο με τη ΔΕΥΑ Σπάρτης δεν επήλθε μεταβολή της εργασιακής σχέσης μεταξύ του εναγομένου ως εργοδότη και της ενάγουσας ως μισθωτού, και 3)Συνυπολογίζεται ως μέρος ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο η χρονική περίοδος από το μήνα Ιανουάριο του έτους 1995 έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1998 της απασχόλησης της ενάγουσας ως αρχαιολόγου με τη διενέργεια σωστικής ανασκαφής κατά την κατασκευή του έργου της ύδρευσης και αποχέτευσης του Δήμου Σπάρτης, καθόσον εξακολούθησε να υφίσταται η εργασιακή της σχέση με το εναγόμενο, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει με σαφήνεια τα εξής ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, αναφορικά με την απαιτούμενη κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου της ενάγουσας με το εναγόμενο, προκειμένου οι συμβάσεις αυτές να χαρακτηρισθούν διαδοχικές και να προσλάβουν ενιαία τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, περιστατικά, ήτοι δεν αναφέρει τις επί μέρους διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που συνήψε η ενάγουσα με το εναγόμενο κατά τα έτη 1995, 1996, 1997 και 1998, καθώς και τη χρονική διάρκεια καθεμίας από αυτές, γεγονός κρίσιμο για την ύπαρξη της απαιτούμενης από το νόμο συνοχής και χρονικής ενότητας μεταξύ των εν λόγω συμβάσεων, και περαιτέρω δεν αναφέρει η απόφαση αν κατά τα μεσολαβήσαντα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα των διαδοχικών αυτών συμβάσεων ή κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, η ενάγουσα συνέχιζε να απασχολείται στο εναγόμενο, έστω και με άκυρη σύμβαση εργασίας, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, στην περίπτωση δανεισμού μισθωτού δεν επέρχεται μεταβολή της εργασιακής σχέσης μεταξύ του άμεσου εργοδότη και του μισθωτού.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά τα σχετικά σκέλη του, από τους αριθμούς 1 εδ.α'και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Περαιτέρω ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο με το να καταλήξει στην κρίση του ότι το Δημόσιο προέβη σε σύμβαση δανεισμού της ενάγουσας προς την ΔΕΥΑ Σπάρτης παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648, 651 και 361 ΑΚ, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι το αναιρεσείον, υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, περί του ότι δηλαδή λειτούργησε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δανεισμού της ενάγουσας προς τη ΔΕΥΑ Σπάρτης, είναι απαράδεκτος, διότι με τον λόγο αυτόν πλήττεται, μέσω των αντιθέτων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το με αριθμό πρωτ. …/…/…/…/…/…/…-10-1992 έγγραφο, το οποίο δεν προσκομίσθηκε από τους διαδίκους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, συνήγαγε ανελέγκτως το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την παραδοχή εν μέρει της αγωγής κυρίως από τα άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και όχι μόνον από το ως άνω έγγραφο.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των προαναφερομένων λόγων αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (αρθ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ), καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία θα καθορισθούν μειωμένα (αρθ.176 και 183 ΚΠολΔ σε συνδ. με αρθ. 22 παρ.1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του 6 Ν.ΚΠολΔ και 5 παρ.12 Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 ΚΥΑ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5479/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον Εφέτη Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ