Legislator Case Law & Legislation
706/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lawyer's severance pay ruling based on invalid employment contract.

Case Number 706/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that awarded severance pay to a lawyer whose fixed-fee contract with a public company was declared void. The lawyer argued that despite the contract's invalidity due to non-compliance with public sector hiring rules, she was entitled to statutory severance under labor laws. The court upheld the lower court's decision, finding the legal interpretation correct and rejecting the state's claim of procedural error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 11(1)(a) and (b) of Law 1649/1986; Articles 1(2), 5(3), 6(1), 8, and 9(1) of Law 3198/1955; Article 46 of Law 4194/2013: A lawyer employed under an invalid fixed-fee mandate contract with a public entity is entitled to statutory severance pay upon termination of the mandate, as the invalidity does not preclude the application of labor protection provisions.

Keywords

AI generated
severance pay entitlement invalid employment contract lawyer employment law public sector hiring rules statutory severance fixed fee mandate labor protection provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 11(1)(a) and (b) of Law 1649/1986
Article 9 of Law 1232/1982
Article 1(6) of Law 1256/1982
Articles 1(2), 5(3), 6(1), 8, and 9(1) of Law 3198/1955
Article 46 of Law 4194/2013
Paragraph 2, item (b) and item (a), paragraph 3 of Law 4194/2013
Article 7(1)(a) of Law 4250/2014
Article 19(1)(z) of Law 4250/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 706 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 706/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Β. Ε. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/6/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 530/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 973/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο με την από 18/4/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 18-4-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 973/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν αντιθέτων εφέσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και του δευτέρου εκ των εναγομένων Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 530/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν οι αντίθετες εφέσεις και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια άνω απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και είχε υποχρεωθεί το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη, να καταβάλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 37.723,16 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).

2. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ενάγουσα με την από 2-6-2014 αγωγή ισχυρίστηκε ότι είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και ότι, στα πλαίσια σύμβασης έμμισθης εντολής που κατήρτισε στις 16-3-1998 με την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε", παρείχε στην τελευταία, από 1-3-1998, αντί πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας, νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις, πλήρη δικαστική και εξώδικη νομική κάλυψη, καθώς και εκπροσώπηση αυτής ενώπιον των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, ασκώντας επιπλέον, από 12-2-2002, καθήκοντα προϊσταμένης της νομικής της υπηρεσίας.

Ότι, με το άρθρο 7 του ν.4250/2014, η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία καταργήθηκε και τέθηκε σε καθεστώς εκκαθάρισης, ενώ, με το άρθρο 19 παρ. 1 περ. ζ' του ιδίου Νόμου, λύθηκε αυτοδικαίως από τη θέση του σε ισχύ, δηλαδή στις 26-3-2014, η ανωτέρω σύμβαση έμμισθης εντολής. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον, η μεν πρώτη ως αντισυμβαλλόμενη στη σύμβαση έμμισθης εντολής το δε δεύτερο, ως ευθυνόμενο, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, εκ του άρθρου 7 του Ν. 4250/2014, να της καταβάλουν μεταξύ άλλων και το ποσό των 36.066,60 ευρώ ως αποζημίωση του άρθρου 46 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", κυρίως με βάση τη σύμβαση έμμισθης εντολής και τη λύση αυτής, επικουρικώς δε, με βάση το άρθρο 19 παρ. 1 περ, α' του Ν. 4250/2014, που προβλέπει την καταβολή αποζημίωσης σε όλους τους υπαλλήλους που συνδέονται με την εταιρία "...

Α.Ε" με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, των οποίων, επίσης, οι εργασιακές τους συμβάσεις λύθηκαν αυτοδικαίως με την κατάργηση της άνω εταιρίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον η περίπτωση της είναι ουσιωδώς όμοια με τους ανωτέρω εργαζομένους. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 530/2016 απόφασή του, δικάζοντας ερήμην της πρώτης εναγομένης και αντιμωλία του δευτέρου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου έκρινε την αγωγή, αναφορικά με το αίτημα καταβολής αποζημίωσης λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής, μη νόμιμη κατά τη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 περ.

α' του Ν. 4250/2014 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος επικουρική βάση της, και νόμιμη, κατά τη στηριζόμενη στη σύμβαση και στο άρθρο 46 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", κύρια βάση και υποχρέωσε, κατά ουσιαστική παραδοχή της αγωγής, τους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην ενάγουσα το ποσό των 37.723,16 ευρώ νομιμότοκα.

Κατά της απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και επ'αυτών εκδόθηκε η προσβαλλομένη 973/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία τις απέρριψε από ουσιαστική άποψη, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

3. Σύμφωνα με το άρθρο 46 του ν. 4194/2013 "Κώδικα Δικηγόρων": 1. Οι διατάξεις για τη χορήγηση ετήσιας άδειας και επιδόματος αδείας που ισχύουν για τους υπαλλήλους στον ιδιωτικό τομέα, ισχύουν και για τους έμμισθους δικηγόρους. Σε περίπτωση....... Εφαρμόζονται επίσης στους έμμισθους δικηγόρους ......... 2. Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο:

α) με το θάνατο, β) τη λύση, κατάργηση ή διάλυση με οποιονδήποτε τρόπο του νομικού προσώπου που απασχολεί τον δικηγόρο, γ) την πτώχευση του εντολέα και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο. Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο.

Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή. 3. α) Αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί για οποιονδήποτε λόγο που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του αποζημίωση.

Η αποζημίωση προβλέπεται αναλόγως με το χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής και ισούται: α) με δύο μηνιαίες παροχές ......... Για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 4250/2014 "περί κατάργησης της ανώνυμης εταιρίας ''...'' (...

Α.Ε.) και μεταφορά των αρμοδιοτήτων της" 1.α. Η Ανώνυμη Εταιρία, ... Α.Ε. (... Α.Ε.), η οποία ιδρύθηκε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 2229/1994 (Α 138), με την υπ' αριθμ. 69163/21.6.1995 κοινή υπουργική απόφαση (Β 551), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, καταργείται. Κατά δε το άρθρο 19 του ίδιου αυτού νόμου υπό τον τίτλο "Γενικές Διατάξεις περί καταργήσεων - συγχωνεύσεων νομικών προσώπων και υπηρεσιών του παρόντος νόμου": 1.

Με την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων του παρόντος, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού: α. Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που με τις διατάξεις του παρόντος νόμου καταργούνται οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου λύονται αυτοδικαίως συγχρόνως με την κατάργηση του νομικού προσώπου, χωρίς προς τούτο να απαιτείται δήλωση, καταγγελία, ανακοίνωση ή άλλη διατύπωση.

Οι υπάλληλοι αυτοί δικαιούνται τη νόμιμη κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αποζημίωση η οποία προβλέπεται για την περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης. β...γ...ζ. Η σύμβαση ή και σχέση έμμισθης εντολής των δικηγόρων που έχουν προσληφθεί και υπηρετούν στα νομικά πρόσωπα που καταργούνται λύεται αυτοδικαίως. 4.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 εδ. α' και β' του ν. 1649/1986 "Η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ.6 του ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη.

Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για την πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου των παραπάνω νομικών προσώπων". Με τις διατάξεις που παρατίθενται στη συνέχεια του ίδιου άρθρου καθορίζεται η νόμιμη διαδικασία προκήρυξης και επιλογής, ενώ, τέλος, στο εδ. δ' της παρ.6 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989, "Προσλήψεις, που γίνονται ή έχουν γίνει από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου (ήτοι, από 10-10-1989) χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης απ' αυτόν διαδικασίας, είναι άκυρες".

5. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2, 5 παρ.3, 6 παρ.1, 8 και 9 παρ.1 του ν.3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων" συνάγεται ότι και σε απλή σχέση εργασίας, που προκύπτει από άκυρη σύμβαση εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται την κατά νόμο αποζημίωση απολύσεως, διότι η καταβολή της αποβλέπει στην εξασφάλιση των στοιχειωδών μέσων της συντήρησής του μέχρι την ανεύρεση νέας εργασίας και συνιστά αναγκαίο μέτρο πρόνοιας που προσήκει σ' αυτόν τόσο στην περίπτωση που απασχολήθηκε με έγκυρη σύμβαση εργασίας όσο και σ' εκείνη που η σύμβαση ήταν άκυρη (ΟλΑΠ 192/ 1962). Οι διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προσαρμοζόμενες στις διατάξεις του κώδικα δικηγόρων, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στη σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου και εντολέα. Γι' αυτό, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, ο δικηγόρος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου την αποζημίωση απολύσεως, όταν ο εντολέας παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του (ΑΠ 540/2017, ΑΠ 1272/2006).

6. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, αυτή κατά την ανέλεγκτη κρίση της δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων, καθώς και εκείνες του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 1 της 19040/1981 Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 2 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΣΣΕ), συνάγεται ότι τα επιδόματα εορτών, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, καθώς και την κατά νόμο αποζημίωση απόλυσης δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης σύμβασης με απλή σχέση εργασίας.

Οι διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προσαρμοζόμενες στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στη σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου και εντολέα. Γι' αυτό, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, ο δικηγόρος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου την αποζημίωση απόλυσης, όταν ο εντολέας παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καθώς και τις αποδοχές άδειας και τα επιδόματα εορτών και άδειας.....

Η εκκαλούσα της υπό στοιχείο β' έφεσης - εφεσίβλητη της υπό στοιχείο α'- ενάγουσα, Β. Ε., η οποία είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, στις 16-3-1998, κατήρτισε εγγράφως με την πρώτη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β' έφεσης - εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... (...) Α.Ε", σύμβαση έμμισθης εντολής αόριστης διάρκειας, αρχόμενη την 1-3-1998, προκειμένου να παρέχει νομικές υπηρεσίες δικηγόρου και νομικού συμβούλου, αντί πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας 700.000 δραχμών, η οποία, κατόπιν διαδοχικών αυξήσεων ανήλθε στο ποσό των 2.885,33 ευρώ....

Η εταιρία ... Α.Ε ιδρύθηκε βάσει της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 6 του Ν. 2229/1994 και της εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού 69163/21-6-1995 κοινής απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Πολιτισμού και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με σκοπό την υλοποίηση του προγράμματος της ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας, συνιστώσα επιχείρηση κοινής ωφέλειας που λειτούργησε χάριν δημοσίου συμφέροντος.

Στα πλαίσια της προαναφερθείσας σύμβασης, η εφεσίβλητη της υπό στοιχείο α' έφεσης - εκκαλούσα της υπό στοιχείο β' - ενάγουσα διεκπεραίωνε τις δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις της εταιρίας ... Α.Ε που απαιτούσαν νομικούς χειρισμούς και εκπροσωπούσε αυτήν εξώδικα και δικαστικά ενώπιον των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, διεξάγοντας τις αντίστοιχες δίκες, ενώ, παράλληλα, παρείχε νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις επί των νομικών ζητημάτων που αντιμετώπιζε η εταιρία, όποτε αυτό ήταν αναγκαίο.

Εφόσον λοιπόν τα κύρια καθήκοντα της εφεσίβλητης της υπό στοιχείο α' έφεσης - εκκαλούσας της υπό στοιχείο β' - ενάγουσας άπτονταν του χειρισμού των δικαστικών υποθέσεων της εταιρίας έναντι τρίτων, της διεξαγωγής δικών και της εκπροσώπησης αυτής (εταιρίας) ενώπιον των δικαστηρίων, χωρίς ποτέ να περιοριστούν στην παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων και χωρίς, περαιτέρω, να της ανατεθούν καθήκοντα κατεύθυνσης άλλων δικηγόρων στο χειρισμό των υποθέσεων, δοθέντος του ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ...

Α.Ε διέθετε νομική υπηρεσία στελεχωμένη από άλλους δικηγόρους, που να εποπτεύεται από προϊστάμενο, η σύμβαση της έμμισθης εντολής, που καταρτίστηκε στις 16-3-1998, ήταν άκυρη. Και τούτο διότι η πρώτη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β' έφεσης - εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, η οποία, ως ήδη προαναφέρθηκε, ιδρύθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 6 του Ν. 2229/1994, λειτούργησε χάριν του δημοσίου συμφέροντος και οι μετοχές της άνηκαν εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, αποτελούσε, ενόψει και του επιδιωκόμενου σκοπού της, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δημόσια επιχείρηση και συνεπώς νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα, αδιαφόρως της εξαίρεσης της από τις διατάξεις που αφορούν αυτόν και, επομένως, για την πρόσληψη δικηγόρου με πάγια αντιμισθία όφειλε να τηρήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 11 του Ν. 1649/1986, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989, σύμφωνα με το οποίο η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη και σύμφωνα με την οριζόμενη από τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου διαδικασία, η μη τήρηση της οποίας καθιστά τη σύμβαση άκυρη, με εξαίρεση την πρόσληψη του προϊσταμένου της νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου των ανωτέρω προσώπων, για τους οποίους δεν ισχύει η προαναφερόμενη διαδικασία πρόσληψης.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε ότι η πρώτη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β' έφεσης - εναγομένη, ως νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα, όφειλε για την πρόσληψη της εκκαλούσας της υπό στοιχείο β' έφεσης - εφεσίβλητης της υπό στοιχείο α'- ενάγουσας, ως δικηγόρου, να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 11 Ν. 1649/1986 και ότι η μη τήρηση αυτής κατέστησε άκυρη την σύμβαση έμμισθης εντολής, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο β' έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Ακολούθως, στις 26-3-2014, δημοσιεύθηκε ο Ν. 4250/2014 "Διοικητικές Απλουστεύσεις / Καταργήσεις / Συγχωνεύσεις Νομικών Προσώπων/Αξιολόγηση, διαθεσιμότητα κλπ. Δημοσίων υπαλλήλων" (ΦΕΚ. Α 74/26-3-2014), με τον οποίο, αφενός μεν καταργήθηκε και τέθηκε σε καθεστώς εκκαθάρισης η ... Α.Ε (άρθρο 7), αφετέρου δε προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων ή/και σχέσεων έμμισθης εντολής των δικηγόρων που είχαν προσληφθεί και υπηρετούσαν στα νομικά πρόσωπα που καταργήθηκαν, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β' έφεσης - εναγόμενη εταιρία (άρθρο 19 παρ. 1 περ.

ζ'). Έτσι, εφόσον η ... Α.Ε από 26-3-2014 έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της εφεσίβλητης της υπό στοιχείο α' έφεσης - εκκαλούσας της υπό στοιχείο β'- ενάγουσας, η τελευταία, ενόψει και του ότι μεταξύ τους λειτούργησε απλή σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, δικαιούται αποζημίωση εκ του νόμου και, ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", οι οποίες, συνδυαζόμενες και προσαρμοζόμενες στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, έχουν, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ανάλογη εφαρμογή και στη σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου και εντολέα".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων ως ουσιαστικά αβάσιμες επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κάνει δεκτή εν μέρει την αγωγή και είχε υποχρεώσει τους εναγομένους εις ολόκληρον έκαστο να καταβάλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 37.723,16 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. 7.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στις με αριθμούς 3,4 και 5 μείζονες σκέψεις. Ειδικότερα αφού ορθά δέχθηκε, ότι η εν λόγω σύμβαση έμμισθης εντολής της ενάγουσας με την πρώτη εναγομένη εταιρία, ήταν άκυρη λόγω μη τηρήσεως των επιταγών του άρθρου 11 παρ.1 εδ.

α' και β' του ν. 1649/1986, σύμφωνα με το οποίο η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και στον οποίο ανήκει και η πρώτη εναγομένη, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, πράγμα που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, ορθά στην συνέχεια ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2, 5 παρ.3, 6 παρ.1, 8 και 9 παρ.1 του ν.3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων" και οδηγήθηκε στη κρίση ότι και σε απλή σχέση εργασίας, που προκύπτει από άκυρη σύμβαση εργασίας, ο εργαζόμενος και εν προκειμένω η ενάγουσα, δικαιούται την κατά νόμο αποζημίωση απολύσεως.

Ειδικότερα ορθά έκρινε ότι οι διατάξεις αυτές των άρθρων 1 παρ.2, 5 παρ.3, 6 παρ.1, 8 και 9 παρ.1 του ν.3198/1955, συνδυαζόμενες και προσαρμοζόμενες στις διατάξεις του κώδικα δικηγόρων, και ειδικά στο άρθρο 46 του ν. 4194/2013 "Κώδικα Δικηγόρων" και στις παραγράφους 2 περ. β' και 3 περ. α' αυτού, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στη σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου και εντολέα και ότι σε περίπτωση άκυρης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, ο δικηγόρος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου την αποζημίωση απολύσεως, όταν ο εντολέας παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, για οποιοδήποτε λόγο, εκτός από την οικειοθελή αποχώρησή του, δηλαδή και όταν σύμφωνα με την παράγραφο 2 περ.

β του ν. 4194/2013 η σύμβαση λυθεί με την κατάργηση του νομικού προσώπου που απασχολεί τον δικηγόρο, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση που η πρώτη εναγομένη εταιρία ... ΑΕ καταργήθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 α' του ν. 4250/2014 και λύθηκε αυτοδίκαια σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 περ. ζ' του νόμου αυτού, η έμμισθη εντολή της ενάγουσας με την εταιρία αυτή.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο της αίτησης, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2, 5 παρ.3, 6 παρ.1, 8 και 9 παρ.1 του ν.3198/1955 δεχόμενη ότι η αναιρεσίβλητη δικηγόρος, υπασχολούμενη με άκυρη σύμβαση εντολής, δικαιούται αποζημίωσης απόλυσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττώμενο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-4-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 973/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.-Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, ανερχόμενα σε τριακόσια(300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ