Legislator Case Law & Legislation
706/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident judgment due to inadmissible grounds not listed in Article 560 of Civil Procedure Code.

Case Number 706/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance judgment regarding a traffic accident liability dispute. The State argued the lower court failed to consider evidence and provided insufficient reasoning, but the Court ruled these grounds were inadmissible. The Court held that appeals against Peace Courts are strictly limited to four specific grounds under Article 560 of the Civil Procedure Code, excluding the State's cited complaints.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330, 559, 560 of the Civil Procedure Code; Appeals against Peace Court judgments are limited to four specific grounds under Article 560, rendering other complaints inadmissible.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Peace Court appeals inadmissible grounds traffic accident liability state appeal dismissal Article 560 limitation legal reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 560 of the Civil Procedure Code
Articles 176, 183, 189, 191 of the Civil Procedure Code
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 706 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 706/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Μ. του Α., 2) Α. συζ. Θ. Μ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 12-3-2012 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 231/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-7-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 5-10-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 28-7-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 231/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 128/2013).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ή 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου (μόνο κατά το άρθρ. 559 αριθμ. 19) παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/ 1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 105 εδάφ. α’ του ΕισΝΑΚ, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.

Τέτοια ευθύνη του δημοσίου προς αποζημίωση οποιασδήποτε μορφής γεννάται και για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητα αυτού κατά την εκτέλεση δημόσιας υπηρεσίας, ενώ οι σχετικές διαφορές που αφορούν τις απαιτήσεις αυτές υπάγονται, μετά τις 18-3-2011, σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 1 του ν. 3900/2010 που τροποποίησε το άρθρο 1 παρ. 2 περ.

η’ του ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ακόμη και αν οι ασκούμενες αξιώσεις γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικά επιδιώξιμες πριν από την εν λόγω ημερομηνία (ΑΠ 329/2014). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Επίσης, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...", ενώ, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 περ. β’ του ίδιου νόμου, αν η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη ρύθμισης της κυκλοφορίας είναι ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής, "ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει προ της ειδικής γραμμής διακοπής αυτής ή, αν δεν υπάρχει τέτοια, σε αρκετή απόσταση από το σηματοδότη, ώστε η σηματοδότηση να είναι σε αυτόν ευχερώς ορατή, να παραμένει δε σε στάση μέχρις ότου ανάψει το πράσινο φως...".

Ακόμη, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, εξαιτίας αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή, σε περίπτωση θανάτου, ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος ή του θύματος, αντίστοιχα και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διάδικων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, συνακόλουθα, η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου.

Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 (εδάφ. δ’ ) του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του προσώπου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προεκτέθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα εν λόγω δικαιώματα του ανθρώπου, κατά τη θεσπιζόμενη από τη διάταξη αυτή προστασία, "ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα μέτρα που μπορούν να ληφθούν, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Με βάση αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η πιο πάνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία, πάντως, αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ο δικαστής οφείλει, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει, προφανώς, τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και, συνακόλουθα, η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από όσα προπαρατέθηκαν συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνες δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνους του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, ήτοι να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής για το δίκαιο συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Κατόπιν τούτων, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αυτά ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015) ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα.

Τέλος, από την τελευταία διάταξη (του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 231/2015 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τα ζητήματα της πρόκλησης του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο αυτοκινήτων που είχαν εμπλοκή σ’ αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η επίδικη σύγκρουση και οι βλάβες που υπέστη το με αρ.

κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο - στρατιωτικό όχημα, της ιδιοκτησίας του ενάγοντος της πρώτης αγωγής και ήδη εκκαλούντος, οφείλονται σε αποκλειστική αμέλεια του στρατιώτη -οδηγού του ως άνω οχήματος. Ειδικότερα, η αμέλεια συνίσταται στο γεγονός ότι, ενώ ο πρώτος εναγόμενος και ενάγων της δεύτερης αγωγής και ήδη εφεσίβλητος, στις 5-8-2008 και περί ώρα 13.00, οδηγούσε το υπ’ αρ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ιδίου και της δεύτερης εναγομένης - ενάγουσας της δεύτερης αγωγής και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο με έγκυρη και σε ισχύ σύμβαση στην τρίτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", κινούμενος επί της οδού ..., με πρόθεση να στρίψει αριστερά σε σχέση με την πορεία του, στη συμβολή της με την οδό ..., όπου στη διασταύρωση αυτή η κίνηση των οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι επί της οδού ...

είναι διπλοί, ρυθμίζοντας την ευθεία πορεία προς την οδό ... και την αλλαγή πορείας προς αριστερά, όπως και επί της ... οι σηματοδότες είναι διπλοί, ρυθμίζοντας την αλλαγή πορείας προς αριστερά (ανατολικά της πόλης) στις δύο αριστερές λωρίδες και προς τα δεξιά (δυτικά της πόλης) στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, και, αφού (ο πρώτος εναγόμενος) ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του στο σηματοδότη που έδειχνε ερυθρό φως, αναμένοντας να ανάψει πράσινο φως, ευρισκόμενος στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, ξεκίνησε με πράσινο φως, πραγματοποιώντας στροφή αριστερή και πριν προλάβει να αναπτύξει ταχύτητα, το υπ’ αρ. ...

φορτηγό στρατιωτικό όχημα, μάρκας ΦΟΡΝΤ τύπου ΤΡΑΝΖΙΤ, που κινούνταν επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού ..., παραβίασε τον κόκκινο σηματοδότη και έφραξε την πορεία του ως άνω επιβατηγού αυτοκινήτου, που ήδη είχε πάρει αριστερή κλίση, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με αυτό. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, συντρέχει αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του στρατιωτικού οχήματος (Ν.

Σ.), που συνίσταται στο ότι αυτός δεν κατέβαλε την αναγκαία επιμέλεια και προσοχή του μετρίως συνετού και ευσυνείδητου οδηγού κάτω από τις ίδιες περιστάσεις και συνθήκες ούτε συμμορφώθηκε με τους κανόνες οδήγησης, ώστε να ακινητοποιήσει το όχημα που οδηγούσε μπροστά από το φωτεινό σηματοδότη, που έδειχνε κόκκινο, και να αφήσει ελεύθερο το οδόστρωμα για να διέλθει το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, παραβιάζοντας έτσι με την αμελή συμπεριφορά του τις από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 6 παρ. 1 περ.

Β’ του ΚΟΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 330 εδ. β’ του ΑΚ επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του, η παραβίαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο συμβάν. Το γεγονός της λόγω της υπαίτιας συμπεριφοράς του οδηγού του οχήματος του ενάγοντος πρόκλησης του ατυχήματος επιβεβαιώνεται τόσο από τις επελθούσες ζημίες στα δύο αυτοκίνητα και τα ίχνη σύγκρουσης που φέρει το υπ’ αρ. ...

όχημα του ελληνικού δημοσίου, που φαίνεται να έχουν φορά από εμπρός προς τα πίσω όσο και από το μήκος των ιχνών πέδησης του επιβατηγού αυτοκινήτου, που είναι μόλις δύο μέτρα και αποδεικνύουν μικρή ταχύτητα αυτού του αυτοκινήτου, που είχε εκκινήσει από τη θέση αναμονής. Αντίθετα, εάν αυτός είχε παραβιάσει τον ερυθρό σηματοδότη, κατά τον ισχυρισμό του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, αφενός μεν θα είχε μεγαλύτερη ταχύτητα και, ως εκ τούτου, περισσότερα μέτρα ιχνών πέδησης αφετέρου δε οι ζημίες των δύο οχημάτων θα ήταν σοβαρότερες.

Εξάλλου, η κίνηση των οχημάτων στην οδό ..., την δεδομένη χρονική στιγμή, ήταν πυκνή και τυχόν παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη από τον οδηγό του επιβατηγού IX αυτοκινήτου θα σήμαινε την εμπλοκή στο ατύχημα και άλλων αυτοκινήτων που θα προπορεύονταν ή θα ακολουθούσαν το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Επομένως, ο οδηγός του στρατιωτικού οχήματος παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη και μόνος αυτός κινήθηκε επί της οδού ...

παράνομα, ερχόμενος σε σύγκρουση με το συννόμως κινούμενο επιβατηγό αυτοκίνητο του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι ο οδηγός του οχήματος ιδιοκτησίας του ενάγοντος της υπ’ αρ. 372/2010 αγωγής είναι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την ως άνω αγωγή και, ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν.

Εξαιτίας της σύγκρουσης, της στενοχώριας αλλά και των εκτεταμένων υλικών ζημιών που το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων της δεύτερης αγωγής υπέστη στο εμπρόσθιο και εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του, για την αποκατάσταση των οποίων οι πρώτος και δεύτερη ενάγοντες της δεύτερης αγωγής, που είναι οι ιδιοκτήτες του κατά ποσοστό 50% αυτού, δαπάνησαν το συνολικό ποσό των 2.852,75 ευρώ, αυτοί (οι πρώτος και δεύτερη των εναγόντων της δεύτερης αγωγής και ήδη εφεσιβλήτων) υπέστησαν ηθική βλάβη.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 200 ευρώ για τον καθένα των εναγόντων, το οποίο κρίνεται εύλογο, αν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες του ένδικου ατυχήματος, η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση του ατυχήματος, η ταλαιπωρία που δοκίμασαν από το ατύχημα και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση αυτών, ορθώς έκρινε ως προς την ερμηνεία του σχετικού νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός περί τούτου λόγος της έφεσης...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το πιο πάνω δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 2-7-2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 134/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο, αφενός μεν, κατά ένα μέρος, την από 12-3-2012 αγωγή των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και επιδικάζοντας σε καθέναν απ’ αυτούς α) αποζημίωση 1.426,37 ευρώ για την αποκατάσταση των ζημιών του αυτοκινήτου τους και β) 200 ευρώ, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αφετέρου δε, απορρίπτοντας την, αντίθετη, από 25-6-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων που συνεκδικάστηκαν.

Κρίνοντας έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως, τις προπαρατιθέμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, αφού δέχεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου ατυχήματος είναι ο οδηγός του στρατιωτικού οχήματος που παραβίασε τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη που είχε στην πορεία του με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος.

Εξάλλου, με την κρίση του ότι το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, ανέρχεται σε 200 ευρώ για καθέναν από τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, συνιδιοκτήτες, κατά ποσοστό, 50% έκαστος, του ως άνω αυτοκινήτου, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 (και όχι από το 559, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο) ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος τους, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις που αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση με τους λόγους αυτούς, ότι δηλαδή "...δεν προκύπτει στη συγκεκριμένη υπόθεση ότι ο οδηγός του στρατιωτικού οχήματος παραβίασε τη νομοθεσία του ΚΟΚ, ότι οι αντίδικοι υπέστησαν την αναγραφόμενη, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ζημία, ότι στοιχειοθετείται υπαιτιότητα του ανωτέρω οργάνου του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της φερόμενης ως παράνομης ενέργειας - παράβασης του ΚΟΚ και της αναγραφόμενης, στην ίδια απόφαση, ζημίας των αντιδίκων..." και "...δεν συντρέχουν, στην προκείμενη υπόθεση, οι προϋποθέσεις για θεμελίωση αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου έναντι των αντιδίκων, ότι αυτοί δεν υπέστησαν ηθική βλάβη από το επίδικο συμβάν, για την πρόκληση του οποίου ευθύνεται αποκλειστικά ο πρώτος αντίδικος...", είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως (30-7-2015), ήτοι, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, το οποίο, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, εφαρμόζεται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που προβλέπονται περιοριστικά στο νόμο, αφού στις εν λόγω διατάξεις που είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναίρεσης των αναγραφόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτή λόγους.

Οι λόγοι αυτοί είναι μόνο τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμ. 1, 2, 4, 5 και 7, αντίστοιχα, του άρθρου 559, προς τους οποίους, πάντως, δεν ταυτίζονται απολύτως. Άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι αναίρεσης και, έτσι, μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνονται οι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμ. 8, 11 και 19 ΚΠολΔ.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τους λόγους αναίρεσης, α) πρώτο και δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος τους, β) τρίτο και γ) τέταρτο, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμ. 19, 8 και 11 εδάφ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα και, συγκεκριμένα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην απόφασή του α) διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και, συνακόλουθα, τη στέρησε από την αναγκαία νόμιμη βάση της, β) δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε τους αναφερόμενους ουσιώδεις - λυσιτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που πρότεινε παραδεκτά στο παραπάνω δικαστήριο, αλλιώς, τους απέρριψε παντελώς αναιτιολόγητα, αλλιώς, τους απέρριψε σιωπηρά και γ) δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος τα μνημονευόμενα τρία έγγραφα που με επίκληση προσκόμισε για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του σχετικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι δεν περιέχονται στο άρθρ. 560 ΚΠολΔ, κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει για έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της .../8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28 Ιουλίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης …/30-7-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 231/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ