Supreme Court dismisses appeal on public body employee overtime and holiday pay claims based on clear contract terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Athens's appeal against the Second Instance Court's decision awarding holiday and night shift premiums to school guard employees. The plaintiffs argued they worked Sundays and nights under fixed-term contracts, seeking statutory increases and holiday allowances, while the defendant claimed the contract was clear and the Second Instance Court correctly rejected the claim for indeterminacy. The court ruled that the Second Instance Court properly found the contract terms sufficient and the appeal groundless, ordering the municipality to pay the awarded amounts plus court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 and 649 of the Civil Code; Article 21 of Law 2190/1994: A fixed-term employment contract is valid if it specifies a duration or a certain future event; if ambiguity exists, it is deemed indefinite. The court established that where the contract clearly defines the scope of work including Sundays and night shifts, and the employer fails to pay statutory premiums, the claim is admissible and the appeal must be dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 706 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 706/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αθανίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Η., κατοίκου ..., έως και 84) Μ. - Α. Ε. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Μπουκουβάλα, ο οποίος δήλωσε ότι ο 5ος των αναιρεσιβλήτων Μιλτιάδης Αλεξόπουλος του Ιωάννη απεβίωσε στις 17-3-3011 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του Σ. χα Μ. Α., το γένος Π. Χ., Ι. Α. του Μ. και Α. Α. του Μ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Μ. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 309/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-6-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 5-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η προκείμενη δίκη η οποία διακόπηκε εξαιτίας της γνωστοποιήσεως του, μετά την κάταρξή της, θανάτου του πέμπτου αναιρεσιβλήτου Α. Μ., νόμιμα επαναλαμβάνεται εκούσια με ρητές δηλώσεις των αναφερομένων εγγυτέρων συγγενών και εντεύθεν εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, η ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα (άρθρα 286 εδ. α', 287 παρ. 1, 290 και 573 του Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.
α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, υπάγεται τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/ 1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση ιη' στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη.
του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Τέλος, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται με την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την εκπαίδευσή του.
Αντίθετα επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.
Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποιά συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ενώ από τις παραπάνω διατάξεις και δη του άρθ. 6 ν. 2527/1997, ουδόλως συνάγεται απαγόρευση σύναψης από τα πρόσωπα αυτά, στις ειδικά προβλεπόμενες από το νόμο ως άνω περιπτώσεις, σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Εξάλλου, εργοδότης είναι αυτός, που συνάπτει τη σύμβαση εργασίας με το μισθωτό, δέχεται την εργασία του, ασκώντας επ' αυτού το διευθυντικό δικαίωμα, και καταβάλλει την αμοιβή του. Ο εργοδότης δεν είναι αναγκαίο να είναι και κύριος της επιχείρησης, στην οποία ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του, ενώ δεν παύει να έχει την ιδιότητα αυτή εκείνος, που έχει εξασφαλίσει την αναγκαία χρηματοδότηση, προς καταβολή της αμοιβής του μισθωτού, από τρίτο πρόσωπο, στα πλαίσια ειδικής συμφωνίας του με τον τελευταίο, αλλά ακόμη και στην περίπτωση που, με βάση μια τέτοια συμφωνία, το μισθό έχει αναλάβει την υποχρέωση, να καταβάλει απ' ευθείας στο μισθωτό κάποιος τρίτος.
Τέλος, το Π.Δ. 164/2004 "ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα", με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 11, επέτρεψε τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων (αυτών που μεταξύ τους μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των 3 μηνών), οι οποίες ήταν ενεργές έως τη δημοσίευση αυτού και η συνολική τους διάρκεια ήταν τουλάχιστον 24 μήνες έως την έναρξη ισχύος του ή 18 μήνες με τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις σε διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση και εφόσον ο ως άνω συνολικός χρόνος υπηρεσίας έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση και το αντικείμενο της σύμβασης αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευρέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.
Η μετατροπή αυτή, όμως, των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν γίνεται αναδρομικά της αρχικής προσλήψεως των εργαζομένων αλλά εφεξής, ήτοι μετά την ισχύ του ως άνω Π.Δ. (19-7-2004). Σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. ε' του ως άνω Π.Δ., για την εφαρμογή αυτού, ως "Σύμβαση" νοείται η σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Ενόψει αυτού, προκειμένου να κριθεί, αν συμπληρώνεται η ανωτέρω συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ., ήτοι των 24 μηνών, για τη μετατροπή αυτών σε μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, συνυπολογίζεται και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο συμβασιούχος απασχολήθηκε στον εργοδότη με απλή σχέση εργασίας, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση, κατά την οποία μετά τη λήξη της ορισμένου χρόνου έγγραφης σύμβασης εργασίας, ο μισθωτός εξακολουθεί να παραμένει στον εργοδότη, παρέχοντας τις συμβατικές του υπηρεσίες στα πλαίσια μιας τέτοιας σιωπηρής ανανεωτικής συμφωνίας.
Με τις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 11 του προαναφερόμενου Π.Δ., ορίζονται τα ακόλουθα: "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δυο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.
Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία ...
Το κατά τα, ανωτέρω αρμόδιο όργανο κρίνει περαιτέρω, εάν στις συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η κατά τις ως άνω διατάξεις κρίση του αρμόδιου οργάνου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός πέντε (5) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος" (παρ. 2) "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3) (ΑΠ 1679/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με την 34100/99 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε μετά την 2701/16-11-1999 απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. και σε εφαρμογή των όσων προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998, καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολείων 2.700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας 25 έως 64 ετών.
Η διάρκεια του προγράμματος ήταν είκοσι τεσσάρων μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης φάσης, διάρκειας έντεκα μηνών, από τους οποίους ο ένας μπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, ενώ οι υπόλοιποι αφορούσαν στην τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από τον Ο.Α.Ε.Δ.
και της δεύτερης φάσης, διάρκειας δεκατριών μηνών, με αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από το Υπ. Εσ.Δ.Δ.Α. Δικαιούχοι φορείς του παραπάνω προγράμματος ήσαν οι πρωτοβάθμιοι ΟΤΑ των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών Νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων.
Στην ανωτέρω ΥΑ ορίσθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: α) Το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ) και της Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤ ΑΑ), οι οποίοι θα συμβληθούν με προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος, αφενός για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία, με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινόχρηστων χώρων στους Ο.Τ.Α., στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων, και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος, όπως αυτού της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών (άρθρο 5).
β) Το αντικείμενο του έργου, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους ΟΤΑ και επιλογή των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα (άρθρο 6). γ) Ο συντονισμός όλων των ενεργειών, που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος, ανατίθεται στην επιτροπή παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερομένων εμπλεκομένων φορέων, η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια, η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτού.
Και δ) οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα καθενός από τους συνεργαζόμενους φορείς για την υλοποίηση του έργου, και ειδικότερα της Ε.Ε.ΤΑΑ και των ΟΤΑ, οι οποίοι εκτός των κοινών με τους λοιπούς φορείς αρμοδιοτήτων, ήτοι παρακολούθηση του έργου και συμμετοχή στην επιτροπή του άρθρου 9 της ΥΑ, επελήφθησαν η μεν Ε.Ε.Τ.Α.Α.
της οικονομικής διαχείρισης του προγράμματος, της εκπαίδευσης των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, της δημιουργίας και εφαρμογής πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και της έγκαιρης λήψης διορθωτικών αποφάσεων, της παροχής τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, της παραγωγής υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, της παρακολούθησης των υποχρεώσεων των φυλάκων, της διοργάνωσης ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοσης τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου (άρθρο 71), οι δε ΟΤΑ της υποστήριξης για το σχεδιασμό του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας φύλαξης σχολικών κτιρίων (άρθρο 7ε).
Στο πλαίσιο της προαναφερόμενης ΥΑ, καταρτίστηκαν η από 9-12-1999 "προγραμματική σύμβαση" και στη συνέχεια η από 5-1-2000 τροποποιητική όμοια, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της ΕΕΤΑΑ, με τις οποίες συμφωνήθηκε η υλοποίηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και απασχόλησης συνολικά 3.300 ανέργων για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων.
Επιπλέον, και στις δύο προγραμματικές συμβάσεις προσδιορίστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις καθενός των εμπλεκομένων φορέων, καθώς και των απασχολουμένων στο πρόγραμμα. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος, στο οποίο μεταξύ άλλων, όρισαν: α) ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος και ότι η επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου και τη λήψη αποφάσεων εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συμβάσεις για την εύρυθμη και άρτια υλοποίησή του και την επίλυση τυχόν προβλημάτων που θα ανακύψουν από τη διαδικασία αυτή (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου), και β) ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι ΟΤΑ πρέπει να είναι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η πρώτη βάρδια θα διαρκεί από 07.00' έως 15.00', η δεύτερη βάρδια από 15.00' - 23.00' και η τρίτη βάρδια από 23.00' έως 07.00' και ότι κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο ΟΤΑ.
Παράλληλα, προβλέφθηκε, όπως και στην άνω ΥΑ το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο ημέρες το μήνα. Κατόπιν τούτων, αφού επιλέχθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι 145 δικαιούχοι ΟΤΑ στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δήμος Αθηναίων και οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι σε διάφορες ημερομηνίες από 8-3-2001 έως 1-8-2001 καταρτίστηκαν, μεταξύ της ΕΕΤΑΑ, του Δήμου Αθηναίων, αφενός και των αναιρεσιβλήτων αφετέρου, συμβάσεις συνεργασίας, ισχύουσες για έντεκα μήνες.
Με τις συμβάσεις αυτές οι αναιρεσίβλητοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν μία επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, απασχολούμενοι ως φύλακες σε βάρδιες, οκτώ (8) ώρες την ημέρα και για είκοσι δύο (22) ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα.
Επί πλέον, με τις ίδιες συμβάσεις ο Δήμος ανέλαβε την υποχρέωση: 1) να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του προγράμματος και να ενημερώσει εγγράφως την ΕΕΤΑΑ και να κατανείμει τους ασκούμενους σ' αυτά σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει το πρόγραμμα, 2) να προμηθευτεί τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος και να τον διαθέσει στους ασκούμενους φύλακες, 3) να διενεργεί τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκούμενων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες στο πλαίσιο του προγράμματος, 4) να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού, που θα έχουν την ευθύνη παρακολούθησης του προγράμματος, και ειδικότερα το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου προκειμένου να παρακολουθεί την εφαρμογή του προγράμματος στα διοικητικά όρια αυτού και να ενημερώνει το Δήμο, ενώ το στέλεχος του Δήμου να συντονίζει και να οργανώνει τις προγραμματισμένες ενημερωτικές συναντήσεις στο πλαίσιο των προδιαγραφών της Ε.Ε.Τ.Α.Α., να αποστείλει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α.
αρχικά πίνακα με τα στοιχεία των ασκούμενων φυλάκων και στη συνέχεια ανά δίμηνο πρόγραμμα σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθούνται σε κάθε σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες, τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν και να συντάσσει καθημερινά τα "ημερήσια δελτία παρουσιών" που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι, καθώς και το μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκούμενων, το οποίο θα αποστέλλει εντός πέντε ημερών από τη λήξη κάθε διμήνου στην ΕΕΤΑΑ, να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους φύλακες για την επίλυση τυχόν προβλημάτων και την παροχή των υπηρεσιών τους, 5) να αναπτύξει και να εφαρμόσει ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται από το πρόγραμμα, το δε πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην ΕΕΤΑΑ.
Οι συμβάσεις αυτές μετά τη λήξη των πρώτων εξ αυτών στις 7-2-2002 ανανεώθηκαν με όμοια συμφωνητικά συνεργασίας διάρκειας επίσης ορισμένου χρόνου, ήτοι από 8-2-2002 έως 30-6-2002, από 1-7-2002 έως 7-3-2003, από 17-7-2003 έως 31-12-2003, από 1-4-2004 έως 30-6-2004, από 2-8-2004 έως 31-12-2004, από 4-2-2005 έως 31-3-2005, από 28-4-2005 έως 31-5-2005, από 12-7-2005 μέχρι 31-8-2005, από 27-10-2005 μέχρι 31-12-2005, από 16-1-2006 μέχρι 31-3-2006, από 13-7-2006 μέχρι 30-9-2006 και από 26-10-2006 μέχρι 31-12-2006.
Το ημερομίσθιο των αναιρεσιβλήτων καθορίστηκε στο ποσό των 35,22 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, ως φορέας της εργασιακής σχέσης των αναιρεσιβλήτων, στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος, νοείται ο οικείος ΟΤΑ - Δήμος Αθηναίων, ο οποίος και αποτελεί αντισυμβαλλόμενο του κάθε ενάγοντος -φύλακα, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους.
Επομένως, ο αναιρεσείων είναι ο εργοδότης των αναιρεσιβλήτων κατά την έννοια του νόμου, αφού σ' αυτόν προσέφεραν πραγματικά αυτοί τις υπηρεσίες τους, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας τους ως φύλακες στα σχολικά κτίρια, στα οποία τοποθετήθηκαν, απασχολούμενοι οκτώ (8) ώρες, σε μία από τις τρεις βάρδιες, κάθε μέρα, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από το Δήμο οργάνων του για το συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας τους και στα όργανα αυτά αναφέρονταν για οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε, τελώντας, έτσι, υπό την άμεση εξάρτηση και εποπτεία του Δήμου, ως προς την τακτικά και αδιάλειπτα παρεχόμενη εργασία τους.
Αντίθετα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι υφίστατο οποιαδήποτε άλλη σχέση εξαρτήσεως από τους λοιπούς φορείς που συμμετείχαν στο συγκεκριμένο πρόγραμμα δεδομένου ότι οι φορείς αυτοί δεν χρησιμοποίησαν με αμοιβή την εργασία των αναιρεσιβλήτων, ούτε άσκησαν σ' αυτούς διευθυντικό δικαίωμα και ως εκ τούτου δεν συντρέχει κανένα στοιχείο, ώστε να μπορούν να χαρακτηριστούν ως εργοδότες τους.
Η συμβολή των λοιπών φορέων στην παραπάνω σχέση περιοριζόταν απλώς στη δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων για την υλοποίηση του προγράμματος, η οποία, όμως, συμμετοχή τους δεν μπορεί να ασκήσει ουδεμία έννομη επιρροή στην παρούσα περίπτωση ούτε να οδηγήσει στο χαρακτηρισμό αυτών ως εργοδοτών. Ειδικότερα, όσον αφορά την ΕΕΤΑΑ, η συμμετοχή αυτής στις ένδικες συμβάσεις περιοριζόταν μόνο στη χρηματοδότηση του σχετικού προγράμματος, στα πλαίσια της δέσμευσής της από τα οριζόμενα στην υπ' αριθ. 34100/1999 ΥΑ, ως προς την οικονομική του πλευρά, χωρίς καμία απολύτως ωφέλεια από την παροχή της εργασίας των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εργοδότης των τελευταίων.
Συνοψίζοντας το Εφετείο δέχτηκε ότι κατά τα επίδικα έτη 2004, 2005 και 2006, οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με τον αναιρεσείοντα με σχέση εξαρτημένης εργασίας, διότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους έναντι αμοιβής και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση από αυτόν, που εκδηλωνόταν με το δικαίωμά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της έφεσης που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με τους οποίους ισχυριζόταν ότι εσφαλμένα απορρίφθηκαν από το πρωτόδικο δικαστήριο οι ισχυρισμοί του: α) ότι κατά τα επίδικα έτη δεν συνδεόταν με τους ενάγοντες με οποιαδήποτε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σχέση εργασίας, β) ότι το καθεστώς της απασχολήσεώς τους κατά το επίδικο διάστημα και μέχρι την 12.10.2006, που κατετάγησαν σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, είχε καθορισθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα από το εκάστοτε "συμφωνητικό συνεργασίας", το οποίο υπέγραφαν μαζί του, γ) ότι οι όροι, το ύψος και ο τρόπος αμοιβής τους καθορίζονταν αποκλειστικά από την ΕΕΤΑΑ και όχι από αυτόν, ο οποίος είχε αναλάβει μόνο την ευθύνη παρακολούθησης και εφαρμογής του προγράμματος, και δ) ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά, διότι οι εφεσίβλητοι δεν ανήκαν το επίδικο διάστημα στο προσωπικό του.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν και δη των άρθρων 648, 653 ΑΚ, 20 παρ. 1 και 15 ν. 2639/1998, της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ' αριθ. 3410/124-11-1999 ΥΑ, 103 παρ. 2 και 8 του Συντάγματος και 6 ν. 2527/1997 και εκείνες των άρθρων 11 του ΠΔ/τος 164/2004, περιέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σύμφωνα δε με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά, μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν εξαρχής, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενες, αλλά επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παραταθείσες με παρόμοιες συμβάσεις, όπως ορθά χαρακτηρίσθηκαν και με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και όχι συμβάσεις μαθητείας και μάλιστα γνήσιες, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων και τούτο διότι ο προέχων σκοπός των ενδίκων συμβάσεων ήταν η παροχή εργασίας από τους αναιρεσιβλήτους και στο σκοπό αυτό απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ενόψει και του ότι η απασχόληση με την φύλαξη σχολικών κτιρίων, από την φύση της, δεν απαιτεί ούτε απόκτηση ειδικών γνώσεων και ικανοτήτων, ούτε ιδιαίτερη εκπαίδευση, επίσης δε ο αναιρεσείων Δήμος, ως αντισυμβαλλόμενος κάθε Φύλακα σχολικών κτιρίων, τόσο κατά την σύσταση, όσο και καθεαυτή την λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους, αποτελεί τον φορέα της εργασιακής σχέσης, με τον οποίο συνδέονταν οι αναιρεσίβλητοι στο πλαίσιο εφαρμογής του παραπάνω προγράμματος, και τον εργοδότη αυτών, δεδομένου ότι σε αυτόν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, έναντι αμοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν που εκδηλωνόταν με το δικαίωμά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της και ότι ο τελευταίος τους οφείλει τα επιδικασθέντα με την πρωτόδικη απόφαση ποσά, ως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας και προσαύξηση για την απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές και τη νύχτα για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σ' αυτήν.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, σχετικοί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του.
Εξάλλου η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρομοίων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, την περαιτέρω επιδίωξη των οποίων εξαρτούν από την έκβαση της επίδικης αξιώσεως μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, σχετικά με την ένσταση καταχρήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για καταβολή των ενδίκων αξιώσεών τους, που υπέβαλε ο αναιρεσείων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δέχτηκε τα εξής: Κατά το επίδικο διάστημα των ετών 2004, 2005 και 2006 εργοδότης των αναιρεσιβλήτων ήταν ο αναιρεσείων Δήμος Αθηναίων, ο οποίος και χρησιμοποιούσε με αμοιβή την εργασία τους, είχε οφέλη από αυτήν και ήταν αντισυμβαλλόμενός τους στις σχετικές συμβάσεις, ενόψει και του ότι η φύλαξη των σχολικών κτιρίων, στα οποία αυτοί εργάζονταν ως φύλακες, περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητές του.
Επομένως, ο αναιρεσείων είναι και ο μόνος υπόχρεος για τις απαιτήσεις που οι τελευταίοι ζητούν να τους επιδικασθούν με την από 28.12.2007 αγωγή τους. Εξάλλου, η μη καταβολή των επίδικων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων που αφορούν: α) προσαύξηση της αμοιβής τους για παρασχεθείσα νυκτερινή εργασία και εργασία τους κατά τις Κυριακές και αργίες και β) επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές ετήσια άδειας ανάπαυσης, οφείλεται στην εσφαλμένη πεποίθηση του αναιρεσείοντος, ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις καταβολής των ανωτέρω κονδυλίων, μολονότι ο ίδιος, που είναι ο μεγαλύτερος Δήμος της χώρας, διαθέτει έμπειρη Νομική Υπηρεσία.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι αδράνησαν να ασκήσουν τις επίδικες αξιώσεις τους, αλλά αντιθέτως κατέθεσαν την αγωγή τους λίγο μετά τη διευκρίνιση του νομικού καθεστώτος της εργασιακής τους σχέσης με τη με αριθμό 6/20.4.2005 απόφαση της Ολομελείας του ΑΣΕΠ. Τέλος, το γεγονός ότι από τον Οκτώβριο του έτους 2006 αυτοί έχουν ενταχθεί στο προσωπικό του αναιρεσείοντος, ενώ "άλλοι αναζητούν την τύχη τους και την οικονομική διέξοδο στην αγορά εργασίας" δεν καθιστά κατ' αντικειμενική κρίση καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός τους.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τη συγκεκριμένη ένσταση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία παραδεκτά διορθώνεται με την παρούσα απόφαση, δεν έσφαλε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της έφεσής του, που πρέπει να απορριφθεί.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για τη νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή προσαυξήσεων για εργασία που παρασχέθηκε νομίμως τις Κυριακές και αργίες (ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 και 25825/1951), καθώς και για νυκτερινή απασχόληση (Υ.Α.
Οικονομικών και Εργασίας 18310/1946), αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η παροχή εργασίας κατά Κυριακές και μη εργάσιμες εορτές, ο αριθμός αυτών, καθώς και το χρονικό διάστημα, στο οποίο αναφέρονται, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός τους με ακριβείς χρονολογίες, αφού οι μεν Κυριακές προκύπτουν από το ημερολόγιο, οι δε μη εργάσιμες εορτές καθορίζονται από το νόμο, ενώ δεν απαιτείται ειδικός προσδιορισμός καθ' ημέρα ή εβδομάδα της νυκτερινής εργασίας, αλλά αρκεί η αναφορά των ωρών αυτής.
Επίσης, για την καταβολή των επιδομάτων εορτών (άρθρο 1 ν. 1082/1980 και ΥΑ 19040/81 και 12921/81), του επιδόματος αδείας και των αποδοχών της ετήσιας αδείας ανάπαυσης (άρθρα 3 παρ. 1 α.ν 539/1945, 1 παρ. 2 του ν.δ. 4547/66 και 3 παρ. 6 του ν. 4506/66) αρκεί να αναγράφεται το χρονικό διάστημα παροχής της εργασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι ισχυριζόμενοι, μεταξύ άλλων, ότι κατά το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα των ετών 2004, 2005 και 2006 εργάσθηκαν ως φύλακες σχολικών συγκροτημάτων με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα απασχολήθηκαν Κυριακές και αργίες και πραγματοποίησαν νυκτερινή εργασία, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος - αναιρεσείων να τους καταβάλει τα αναφερθέντα στην αγωγή τους ποσά, που αντιστοιχούσαν στις προβλεπόμενες από το νόμο προσαυξήσεις, 75% και 25% αντίστοιχα για την εν λόγω εργασία τους, καθώς και στα επιδόματα εορτών και αδείας και στις αποδοχές αδείας.
Ειδικότερα, στο δικόγραφο της αγωγής αναφέρεται με ακρίβεια το επίδικο χρονικό διάστημα και η απασχόληση κάθε ενάγοντα επί είκοσι δύο (22) ημέρες μηνιαίως, το ωράριο εργασίας τους σε τρεις βάρδιες ημερησίως των οκτώ ωρών η καθεμία, εκ των οποίων 11 πρώτη βάρδια (πρωινή) ήταν από 07.00' έως 15.00' ώρα, η δεύτερη βάρδια (απογευματινή) ήταν από 15.00' έως 23.00' ώρα και η τρίτη βάρδια (νυκτερινή) ήταν από 23.00' μέχρι 07.00' ώρα, ενώ στη συνέχεια αναγράφονται αναλυτικά σε πίνακες οι ώρες νυκτερινής εργασίας, που πραγματοποίησε ο κάθε ενάγων κάθε μήνα, ανάλογα με τις βάρδιες που του είχαν ανατεθεί.
Επίσης, αναγράφονται αναλυτικά οι ώρες που ο κάθε ενάγων εργάστηκε κατά τη διάρκεια Κυριακής ή αργίας. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα απαραίτητα κατά νόμο στοιχεία και ως εκ τούτου το Εφετείο το οποίο απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος ισχυριζόταν ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη δεν παρέλειψε να κηρύξει ακυρότητα παρά το νόμο και ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως αληθώς από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
ανεξάρτητα από την αοριστία του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 2 του ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας) κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Ιουνίου 2012 αίτηση του Δήμου Αθηναίων για αναίρεση της 7/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ