Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling denying equal pension bonuses to Ombudsman staff.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by eight individuals against the Athens Court of Appeal's decision denying them statutory pension bonuses. The appellants argued that the lower court incorrectly excluded them from the bonus scheme intended for public works engineers, claiming a violation of the constitutional principle of equality. The court upheld the lower court's finding that the Ombudsman's investigative role does not directly contribute to the production of public works, justifying the differential treatment based on social interest and distinct salary structures.
Legislator headnote
AI generatedArticles 27 paragraphs 34 and 35 of Law 2166/1993; Article 8 paragraph 2 of Law 2430/1996; Article 5 of the Constitution: The court established that staff of the Ombudsman do not qualify for specific public works bonuses because their investigative functions do not directly contribute to the production of public works, and the distinction is justified by general social interest and different salary regimes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 706 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 706/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ... και 8) .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Χρυσανθάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκαν από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. 2) Ανεξάρτητης Αρχής "Συνήγορος του Πολίτη", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. 3) Ταμείου Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Αντί αυτού, παραστάθηκε στο ακροατήριο ως καθολικός διάδοχός του, δυνάμει του ν. 3655/2008, το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Κωσταρά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 160/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 617/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-7-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 16-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος 3ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθ. 8961 Ε/23-6-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 7-7-2008 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 617/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με την κάτω από αυτό πράξη του αρμοδίου Αντιπροέδρου, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση για εμφάνιση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Ανεξάρτητη Αρχή "Συνήγορος του Πολίτη". Αυτή όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκε κατά την εν λόγω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον του τρίτου των αναιρεσιβλήτων "Ταμείου Συντάξεως Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε με καθολική εκ του νόμου διαδοχή το "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων" (ν.3655/2008), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ), καθόσον τούτο δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Στους πόρους του Ταμείου Συντάξεων Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ), για τους οποίους προβλέπει η παρ. 1 του άρθρου 7 α.ν. 2326/1940, προστέθηκε με την παρ. 34 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993 και πόρος "εκ κρατήσεως έξι τοις χιλίοις (6 ο/οο) υπέρ τρίτων επί παντός ανεξαιρέτως λογαριασμού πληρωμής εργολάβου φυσικού ή νομικού προσώπου είτε ούτος κέκτηται πτυχίο εργολάβου Δημοσίων Έργων είτε μη και επί των οπωσδήποτε εκτελουμένων έργων υπό του Δημοσίου, Δήμων Κοινοτήτων και νομικών εν γένει προσώπων δημοσίου δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των εκτελούμενων έργων από τις εταιρείες αναπτύξεως έργων υποδομής του ν. 2160/1993 κατά το μέρος που χρηματοδοτούνται είτε από τον Τακτικό Προϋπολογισμό, είτε από τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων, είτε από τον προϋπολογισμό Ν.Π.Δ.Δ.
και ΟΤΑ είτε από κοινοτικούς πόρους, μη ισχυούσης, ως προς τας κρατήσεις και τους πόρους του ΤΣΜΕΔΕ, οιασδήποτε εναντίας διατάξεως γενικών ή ειδικών νόμων καθιερούντων εξαιρέσεις ή απαλλαγάς". Περαιτέρω με την παρ. 35 του ιδίου άρθρου ορίστηκε ότι τα ποσά των εισπράξεων από την ως άνω κράτηση υπέρ τρίτων διατίθενται "α) για την παροχή κινήτρων, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, στους μηχανικούς διπλωματούχους Α.Ε.Ι.
υπαλλήλους (μόνιμους και συμβασιούχους) του Δημοσίου Ν.ΠΔ.Δ. και ΟΤΑ, β) Για την προσέλκυση και παραμονή των υπηρετούντων μηχανικών διπλωματούχων Α.Ε.Ι. (μόνιμων και συμβασιούχων) στις, με την υπ' αριθ. ΔΙΔΑΔ/Φ50/265/29847/30-10-1992 κοινή Υπουργική απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών, καθοριζόμενες προβληματικές περιοχές σε εφαρμογή του άρθρου 9 του ν. 2085/1992...γ) Για την καταβολή ειδικού επιδόματος ευθύνης σε μηχανικούς διπλωματούχους Α.Ε.Ι.
υπαλλήλους μόνιμους ή συμβασιούχους του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ, που κατέχουν θέση αυξημένης υπευθυνότητας μετά από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του αρμοδίου καθ' ύλην υπουργού...". Εξάλλου, στην εισηγητική έκθεση των διατάξεων αυτών αναφέρονται τα ακόλουθα: "Οι πτυχιούχοι μηχανικοί του Δημοσίου, μόνιμοι και συμβασιούχοι αποτελούν στο σύνολό τους στελέχη της παραγωγικής διαδικασίας της χώρας.
Στο πλαίσιο των γενικότερων προσπαθειών για την αναβάθμιση της οικονομίας, της άμεσης βελτίωσης και επίσπευσης της διαδικασίας εκπόνησης μελετών και κατασκευής των πάσης φύσεως τεχνικών έργων και της αύξησης της απορροφήσεως των κονδυλίων της ΕΟΚ αποφασίστηκε η θεσμοθέτηση της... αμοιβής, ώστε οι πτυχιούχοι μηχανικοί να ανταποκριθούν στις πιο πάνω διαδικασίες...
Η θεσμοθέτηση του κινήτρου αυτού θεωρείται απαραίτητη για την προσέλκυση και παραμονή στο Δημόσιο των πτυχιούχων μηχανικών τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στις προβληματικές περιοχές καθώς επίσης και στις εταιρείες κατασκευής έργων υποδομής." Η παραπάνω δε παράγραφος 35 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993 ερμηνεύτηκε αυθεντικώς με το άρθρο 15 παρ. 5 παρ.
β' του ν. 32308/1995 η οποία ορίζει, ότι η αληθινή έννοια των εν λόγω διατάξεων είναι ότι σε αυτές δεν περιλαμβάνεται το αντίστοιχης ειδικότητας προσωπικό των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις διατάξεις των περιπτώσεων γ' (εκπαιδευτικό ή διδακτικό προσωπικό των ΑΕΙ και ΤΕΙ), δ' (ερευνητικό προσωπικό των ερευνητικών και τεχνολογικών ιδρυμάτων), ε'(στρατιωτικοί, το μη πολιτικό προσωπικό του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και Εμπορικής Ναυτιλίας και το προσωπικό της Ε.Υ.Π.), η'(το προσωπικό των νομικών προσώπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των λοιπών Εκκλησιών), ια'(οι μετακλητοί υπάλληλοι, ειδικοί σύμβουλοι και ειδικοί συνεργάτες), ιβ'(οι απευθείας διοριζόμενοι σε διευθυντικούς βαθμούς ή καθήκοντα), ιγ'( οι παρέχοντες υπηρεσίες με έμμισθη εντολή και όσοι δεν αποκτούν ιδιότητα υπαλλήλου ή σχέση εξαρτημένης εργασίας), και ιδ'( το προσωπικό των αμιγών ή μεικτών επιχειρήσεων οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως) της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, καθώς και το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για κάλυψη παροδικών αναγκών.
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 2166/1993, ερμηνευόμενες, ενόψει και των διαλαμβανομένων στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, αλλά και της έννοιας που αποδόθηκε στην παρ. 35 του άρθρου 27 με τη γνησίως ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 15 παρ. 5β του ν. 2190/1995, η οποία και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ερμηνευόμενης διατάξεως, συνάγεται ότι ο νομοθέτης θεσμοθέτησε την προβλεπόμενη από αυτές πρόσθετη παροχή μόνο για τους διπλωματούχους ΑΕΙ μηχανικούς που υπηρετούν στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ.
και σε Ο.Τ.Α., οι οποίοι μετέχουν με άμεσο τρόπο στη βελτίωση και επίσπευση της διαδικασίας εκπονήσεως μελετών και κατασκευής τεχνικών έργων και την αύξηση της απορροφήσεως κονδυλίων της ΕΟΚ (και ήδη της Ε.Ε.), λαμβάνοντας υπόψη αφενός μεν τη συμβολή της κατηγορίας αυτής υπαλλήλων στην παραγωγική διαδικασία στο πλαίσιο των γενικότερων προσπαθειών για την αναβάθμιση της οικονομίας, αφετέρου δε τις δυσχέρειες που συναντά η διοίκηση στην εξεύρεση τέτοιων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν προσελκύονται στις δημόσιες υπηρεσίες χωρίς ισχυρά κίνητρα και έτσι θέλησε να παράσχει κίνητρα στην κατηγορία αυτή των διπλωματούχων ΑΕΙ μηχανικών, οι οποίοι μετέχουν άμεσα στην όλη παραγωγική διαδικασία της εκτελέσεως των δημοσίων έργων, ώστε αφενός μεν να προσελκύονται και αφετέρου να παραμένουν εργαζόμενοι στο Δημόσιο , σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ο.Τ.Α. και μάλιστα σε προβληματικές περιοχές, ακόμη δε και να εντείνουν τις προσπάθειές τους όταν κατέχουν θέσεις αυξημένης υπευθυνότητας. Έτσι, την ως άνω παροχή δε δικαιούνται, βάσει των εν λόγω διατάξεων, άλλες κατηγορίες διπλωματούχων Α.Ε.Ι μηχανικών, που δε μετέχουν άμεσα στην παραγωγική διαδικασία εκτελέσεως δημοσίων έργων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 παρ. 2 περ. α' του ν. 2430/1996 "Στους μόνιμους και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλους, μηχανικούς διπλωματούχους ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), καταβάλλεται ειδικό επίδομα (αντιστάθμισμα) από το σύνολο των πιστώσεων των προγραμμάτων δημοσίων επενδύσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, που διατίθενται κάθε χρόνο για την εκπόνηση μελετών και την κατασκευή δημοσίων έργων στους ανωτέρω φορείς, για την παροχή κινήτρων για την προσέλκυση ικανών επιστημόνων στη δημόσια διοίκηση και την εξάντληση της θητείας τους, την κατοχή και αποκλειστική χρήση στην υπηρεσία της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, τις αυξημένες ευθύνες στην εκπόνηση μελετών στην ανάθεση και κατασκευή δημοσίων έργων και γενικότερα για την υλοποίηση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και για την ταχύτερη απορρόφηση των διασφαλισμένων κοινοτικών και εθνικών πόρων.
Το ειδικό αυτό επίδομα δεν καταβάλλεται στο προσωπικό των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις διατάξεις των περιπτώσεων γ', δ', ε', κ', ια', ιβ', ιγ', και ιδ' της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, καθώς και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρεται, μεταξύ άλλων και ότι με την προτεινόμενη τροπολογία παρέχεται η δυνατότητα χορηγήσεως ειδικού επιδόματος αυξημένης ευθύνης, ως κίνητρο αποδοτικότητας και σε υπαλλήλους άλλων Υπουργείων και Ν.Π.Δ.Δ.
ως εξής: α)...β) στους μηχανικούς του δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. διπλωματούχους Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, για την έγκαιρη απορρόφηση των εγκεκριμένων χρηματοδοτήσεων των διαφόρων κοινοτικών ταμείων των οποίων το μεγαλύτερο μέρος αφορά σε δημόσια έργα. Η σχετική δαπάνη θα καλυφθεί από παρακράτηση ποσοστού 7ο/οο εκ του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων.
Από τις διατάξεις αυτές, ενόψει και των διαλαμβανομένων στην εισηγητική έκθεση, συνάγεται ότι η επίμαχη παροχή καταβάλλεται, μεταξύ άλλων και στους διπλωματούχους ΑΕΙ μηχανικούς, που υπηρετούν στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α., υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί απασχολούνται άμεσα στην παραγωγική διαδικασία εκτελέσεως των δημοσίων έργων.
Περαιτέρω, η ανεξάρτητη διοικητική αρχή "Συνήγορος του Πολίτη" έχει, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2477/1997, ως αποστολή τη διαμεσολάβηση μεταξύ των πολιτών και των δημοσίων υπηρεσιών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, των Ν.ΠΔ.Δ. και των Ν.Π.Ι.Δ. όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 3 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, για την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη, την καταπολέμηση της κακοδιοικήσεως και την τήρηση της νομιμότητας.
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 3 του ν. 3094/2003 "Συνήγορος του Πολίτη και άλλες διατάξεις" ο Συνήγορος του Πολίτη είναι αρμόδιος για θέματα που ανάγονται στις υπηρεσίες του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως α' και β' βαθμού, των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., των κρατικών Ν.Π.Ι.Δ., των δημοσίων επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων των οποίων τη διοίκηση ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος, με εξαίρεση τις Τράπεζες και το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.
Αυτός ερευνά ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις ή υλικές ενέργειες οργάνων των δημοσίων υπηρεσιών που παραβιάζουν δικαιώματα ή προσβάλλουν νόμιμα συμφέροντα φυσικών ή νομικών προσώπων. Ιδίως ερευνά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες όργανο δημόσιας υπηρεσίας ατομικό ή συλλογικό προσβάλλει με πράξη ή παράλειψη δικαίωμα ή συμφέρον προστατευόμενο από το Σύνταγμα και το νόμο, αρνείται να εκπληρώσει συγκεκριμένη υποχρέωση που επιβάλλεται από τελεσίδικη ή προσωρινά εκτελεστή δικαστική απόφαση, αρνείται να εκπληρώσει συγκεκριμένη υποχρέωση που επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή από ατομική διοικητική πράξη και ενεργεί ή παραλείπει οφειλόμενη ενέργεια, κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της διαφάνειας κατά κατάχρηση εξουσίας.
Με το άρθρο 5 του νόμου αυτού ιδρύθηκαν 75 θέσεις ειδικών επιστημόνων και 50 θέσεις βοηθών επιστημόνων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ενώ σχετικά με τις αποδοχές του επιστημονικού αυτού προσωπικού της πιο πάνω Ανεξάρτητης Αρχής ορίζεται με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ότι "με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 4 του ν. 3051/2002, οι αποδοχές των ειδικών και βοηθών επιστημόνων, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, μετά από πρόταση της Αρχής.
Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω κ.υ.α. εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Ειδικότερα εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 6 του ν. 2477/1997 που ίσχυαν πριν από την ψήφιση του ν. 3094/2003. Κατ' εξουσιοδότηση της πιο πάνω διατάξεως του ν. 2477/1997 εκδόθηκε κατ' αρχάς η υπ' αριθ. 2049787/5231/0022/23-7-1998 Κ.Υ.Α, με την οποία οι αποδοχές των ειδικών επιστημόνων της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 2477/1997, που υπηρετούν στο Συνήγορο του Πολίτη, ορίστηκαν ίσες με τις αποδοχές του προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου της παρ. 2 του άρθρου 33 του ν. 2190/1994, οι οποίες καθορίστηκαν αρχικά με την υπ' αριθ. 2069560/3202/0022/1994 Κ.Υ.Α., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 33 παρ. 2 του ν. 2190/1994 και στη συνέχεια με την ισχύουσα σήμερα υπ' αριθ. 2061915/6754/0022/24-9-1998 Κ.Υ.Α., με την οποία ορίζονται οι αποδοχές του προβλεπόμενου από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 33 του ν. 2190/1994 προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, στο ποσό των 370.000 δρχ.
Επιπλέον χορηγήθηκαν στους εν λόγω ειδικούς επιστήμονες, οικογενειακή παροχή (άρθρο 12 ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 ν. 2515/1997), οι εκάστοτε ποσοστιαίες αυξήσεις των δημοσίων υπαλλήλων από 1-1-1999 και εφεξής καθώς και πρόσθετη αμοιβή από 620 ευρώ (υπ' αριθ. 2/62963/002/5-6-2003 Κ.Υ.Α.).
Τέλος, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.
Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν και όταν οι αποδοχές κάθε κατηγορίας διέπεται από διαφορετικό νομικό καθεστώς. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι διπλωματούχοι ΑΕΙ μηχανικοί, μέλη του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και υπηρετούν ως υπάλληλοι στην Ανεξάρτητη Αρχή "Συνήγορος του Πολίτη", προσληφθέντες με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως ειδικοί επιστήμονες του άρθρου 5 παρ. 1 του ιδρυτικού της εν λόγω Αρχής Νόμου 2477/1997.
Αυτοί, στα πλαίσια των καθηκόντων τους, όπως οριοθετούνται από τον "Κανονισμό Λειτουργίας του Συνηγόρου του Πολίτη" (ΠΔ 273/1999), δεν παρέχουν υπηρεσίες σε τεχνική υπηρεσία ούτε απασχολούνται άμεσα στην παραγωγική διαδικασία των έργων, αφού δεν αναθέτουν ούτε εκπονούν μελέτες, ούτε αναθέτουν ή προβαίνουν σε κατασκευές πάσης φύσεως τεχνικών έργων, ώστε να θεωρηθεί ότι συμβάλλουν αποφασιστικά στην επίτευξη των σκοπών για τους οποίους προβλέφθηκε η καταβολή των ενδίκων επιδομάτων, όπως στην άμεση βελτίωση και επίσπευση της διαδικασίας εκπονήσεως και κατασκευής έργων, στην αύξηση και στην έγκαιρη απορρόφηση των εγκεκριμένων χρηματοδοτήσεων από την Ε.Ε και τέλος δεν είναι υπεύθυνοι για την άμεση υλοποίηση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων.
Έτσι, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις καταβολής των ένδικων επιδομάτων, αφού το αντικείμενο της εργασίας τους δε σχετίζεται άμεσα με την παραγωγή δημοσίων έργων, αλλά μόνο έμμεσα στο πλαίσιο του διερευνητικού και διαμεσολαβητικού ρόλου τους, τον οποίο επιτελούν με τη διενέργεια αυτοψιών και τη σύνταξη πορισμάτων σχετικά με τη διαπίστωση παραλείψεων, αυθαιρέτων κατασκευών, καταπατήσεων, ρυπάνσεως, κατασκευαστικών κακοτεχνιών κ.λ.π., όπως συνέβη με την αδειοδότηση των ατμοηλεκτρικών σταθμών της ΔΕΗ Κοζάνης, με τον ΧΥΤΑ Καρδίτσας, με τη χωροθέτηση ΧΥΤΑ Ν.
Μεσσηνίας και Ν. Ηλείας, με την κατασκευή έργων επί του αιγιαλού και της παραλίας στην περιοχή ..., με την ηχορύπανση και τα υγρά απόβλητα και όμβρια ύδατα στο διεθνή αερολιμένα "Ελευθέριος Βενιζέλος", κ.λ.π. Με βάση δε τα ανωτέρω, κατέληξε το Εφετείο, οι αναιρεσείοντες δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 27 παρ. 34 και 35 του ν. 2166/1993 και 8 παρ. 2 του ν. 2430/1996, επιπλέον δε με τη μη χορήγηση και σ' αυτούς των προβλεπόμενων από τις εν λόγω διατάξεις επιδομάτων, δεν παραβιάζεται η Συνταγματική αρχή της ισότητας, γιατί οι ενάγοντες ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία υπαλλήλων για την οποία δεν συντρέχει ο ίδιος λόγος που επέβαλε την ειδική μεταχείριση των μηχανικών του Δημοσίου , Ν.Π.Δ.Δ.
και ΟΤΑ με τη χορήγηση σ' αυτούς των πιο πάνω παροχών, αφού αυτοί, με την απασχόλησή τους στην ανεξάρτητη αρχή "Συνήγορος του Πολίτη" δεν συμβάλλουν άμεσα, όπως εκείνοι, στην εν γένει παραγωγική διαδικασία εκτελέσεως των δημοσίων έργων, κριτήριο στο οποίο βασίζεται η χορήγηση των εν λόγω επιδομάτων και επιπλέον η διάκριση επιβλήθηκε από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες υπάγονται σε διαφορετικό μισθολογικό καθεστώς.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων 2166/1993, 2430/1996 και 3094/2003, του ΠΔ. 273/1999 και του Συντάγματος, ενώ κατέληξε σ' αυτήν με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες. Επομένως, όλοι οι από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι σχετικές πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι καθώς και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του τρίτου των αναιρεσιβλήτων που παρέστη και υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 617/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ