Legislator Case Law & Legislation
706/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and declares proceedings terminated regarding third and fourth defendants.

Case Number 706/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal proceedings terminated regarding the second, third, and fourth defendants after the appellant withdrew the appeal against them. The court rejected the remaining appeal arguments as unfounded, noting that the lower court had considered the contested evidence and facts. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 296, 297, 298, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 573, Section 1 of the Code of Civil Procedure: A party may withdraw an appeal against a judgment of the court of first instance, in which case the proceedings are declared terminated.

Keywords

AI generated
withdrawal of appeal termination of proceedings Code of Civil Procedure legal costs unfounded appeal arguments

Cited Legislation

AI generated
Articles 296, 297, 298 and 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573, Section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, Number 20 of the Code of Civil Procedure
Article 561, Section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, Number 11, Item 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559, Number 8, Item 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 2/01
Supreme Court Case 12/00
Supreme Court Case 11/96
Supreme Court Case 25/03

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 706 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 706/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ........, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κριθαρά, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφα της 20-9-2004 αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τους 2ο, 3η και 4η αναιρεσίβλητους.

Των αναιρεσιβλήτων : 1) ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σούλη, 2)........., 3) Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Εθνικής Χρηματιστηριακής ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν και ως προς τους οποίους δηλώθηκε παραίτηση από το δικόγραφο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2000 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5514/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4484/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείον με την από 20 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και ο 1ος αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 24 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρε-σείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 296, 297, 298 και 299 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και επί της διαδικασίας της αναιρετικής δίκης, κατά το άρθρο 573§1 του ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δύναται να παραιτηθεί από την ασκηθείσα από αυτόν αναίρεση κατά της εκδοθείσης σε βάρος του αποφάσεως του ουσιαστικού δικαστηρίου. Η δήλωση περί της παραιτήσεως γίνεται κατά τους τύπους του άρθρου 297 ΚΠολΔ, ήτοι δια δηλώσεως καταχωριζομένης στα πρακτικά ή δια δικογράφου που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και ο Άρειος Πάγος αποφαίνεται κατηργημένη την δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου παραιτήθηκε από την ασκηθείσα από αυτόν αναίρεση ως προς τον δεύτερο, τρίτη και τέταρτη εκ των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, ως προς αυτούς πρέπει να κηρυχθεί κατηργημένη η δίκη.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561§1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 482 ΚΠολΔ, έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό, ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας απλώς το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου με τις άλλες αποδείξεις καταλήγει σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό (ΑΠ 22/2004, ΕλΔ. 35.707, ΑΠ. 507/2003, ΝΟΒ 51.2124). Για να είναι, όμως ορισμένος και επομένως παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118§2, 566§1, 577§13 και 578 ΚΠολΔ, στην αίτηση αναιρέσεως:

α) Να προσδιορίζεται επακριβώς το έγγραφο. β) Να αναφέρεται ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο, ότι έχει το έγγραφο αυτό. γ) Να παρατίθεται το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που φέρεται ότι δέχτηκε η απόφαση να μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει, αν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. 2200/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου κρίθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος για το αδίκημα της απιστίας.

Στο αναιρετήριο, όμως, δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο διαγνωστικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο, ήτοι το σφάλμα περί την ανάγνωση, το οποίο και οδήγησε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος ως αόριστος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση, διότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίσθηκαν πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται:

α) ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή να έχει επίδραση στο διατακτικό, γ) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε νομίμως και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας - αυτός ή ο αντίδικος του - το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.

Αντίθετα, είναι αόριστος ο αναιρετικός λόγος από το αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που περιορίζεται στο παράπονο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, δίχως στο έγγραφο της αναιρέσεως να διαλαμβάνονται όλα τα ανωτέρω στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις που ο αναιρεσείων υπέβαλε στο Εφετείο, επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο το υπ' αριθμ. 2946/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, δια του οποίου κρίθηκε να μην γίνει εναντίον του κατηγορία για το αδίκημα της απιστίας εις βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με αντικείμενο 440 μετοχές της τρίτης αναιρεσιβλήτου.

Από την ρητή διαβεβαίωση, του Εφετείου που υπάρχει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ότι ο αναιρεσείων παρακράτησε παράνομα το τίμημα εκ της πωλήσεως των άνω μετοχών που ανήκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το προαναφερόμενο απαλλακτικό βούλευμα, του οποίου γίνεται μνεία στην απόφαση, σε συνδυασμό προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και το παραπάνω βούλευμα προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, οι τρίτος, κατά το ένα μέρος, και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, δια των οποίων αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση εκ του ιδίου άρθρου (559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "τα παραστατικά κινήσεως του κοινού λογαριασμού 169/76709580" είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται στο αναιρετήριο ότι στο Εφετείο επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα εν λόγω έγγραφα.

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, δια του οποίου ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν ελήφθη υπόψη η κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος ........ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση σχετική διαβεβαίωση ότι το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ελήφθη υπόψη και η ένορκη κατάθεση του άνω μάρτυρος, της οποίας η αποδεικτική αξιολόγηση από το Εφετείο εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου κατά το άρθρο 561§1 του ΚΠολΔ.

ΙV. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.ΑΠ 2/01 και 12/00). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα" επομένως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/96).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/03). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη των νομίμως και παραδεκτώς ενώπιον αυτού προταθέντα από τον αναιρεσείοντα ουσιώδη ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως από τον πρώτο αναιρεσίβλητο του επίδικου δικαιώματος.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως (αριθμ. 8 περ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει κατηργημένη τη δίκη ως προς τον δεύτερο, τρίτη και τέταρτη εκ των αναιρεσιβλήτων.

Απορρίπτει την από 20.09.2004 αίτηση αναιρέσεως του .......για αναίρεση της 4484/2004 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ