Legislator Case Law & Legislation
706/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding unlawful dismissal of union officer due to company liquidation.

Case Number 706/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by DORA AE against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued that the employer failed to consider specific evidence proving the company's liquidation and the termination of the leather processing department. The court ruled that the employer had explicitly acknowledged all submitted documents and that the lower court correctly applied the law protecting union officers during liquidation, mandating re-employment in another department.

Legislator headnote

AI generated

Articles 14, 7, 23 of Law 1264/1982; Union officers are protected from dismissal during and one year after their term unless the enterprise is liquidated, in which case re-employment in another department is mandatory.

Keywords

AI generated
union officer protection company liquidation unlawful dismissal re-employment obligation labor law appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 14, 7, 23 of Law 1264/1982
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 706 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 706/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΟΡΑ ΑΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. 2. Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., ως εκπροσώπου της εταιρίας και ατομικά. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίδημο Βεργούλη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Β. Θ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιτσάκη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/12/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5686/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2465/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν ο αναιρεσείοντες με την από 3/8/2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 5/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 5, 7 και 23 παρ. 2 του ν. 1264/1982 είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας μελών της διοίκησης συνδικαλιστικής οργάνωσης, μεταξύ των οποίων, αν δεν προβλέπεται διαφορετικά από το καταστατικό της, προστατεύονται κατά σειρά ο πρόεδρος, αναπλ. πρόεδρος ή αντιπρόεδρος, ο γενικός γραμματέας κ.λ.π., κατά τη διάρκεια της θητείας τους και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν υπάρχει ένας από τους λόγους που αναφέρονται στην παράγρ. 10 του ίδιου άρθρου και διαπιστωθεί η ύπαρξή του κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 15 του νόμου αυτού.

Σε περίπτωση μη τηρήσεως της διαδικασίας αυτής η απόλυση του προστατευομένου μέλους της διοικήσεως συνδικαλιστικής οργανώσεως είναι άκυρη και ο εργοδότης, εκτός από την υποχρέωσή του να του καταβάλλει αποδοχές υπερημερίας, είναι υποχρεωμένος σε επαναπρόσληψη αυτού, απειλουμένων μάλιστα των ποινών που προβλέπονται από το άρθρο 23 του ίδιου νόμου.

Αναγκαία όμως προϋπόθεση για την ανωτέρω προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών αποτελεί η διατήρηση της επιχείρησης σε λειτουργία. Σε περίπτωση όμως διαλύσεως τμήματός της στο οποίο απασχολούνται τα στελέχη αυτά δεν αίρεται η παρεχόμενη προστασία και ο εργοδότης οφείλει να απασχολήσει τον προστατευόμενο σε άλλο τμήμα, εκτός αν λόγω της ιδιομορφίας της εργασίας είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη η απασχόληση σε άλλο τμήμα.

Περαιτέρω είναι γεγονός, ότι διεύρυνση των λόγων απόλυσης, για τους οποίους είναι, σύμφωνα με το άρθρο 14 § 10 του ν. 1264/1982, επιτρεπτή η καταγγελία της εργασιακής σχέσης, απαγορεύεται, γιατί η πιο πάνω διάταξη δημόσιας τάξης αποτελεί εξαίρεση του απαγορευτικού κανόνα και η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι περιοριστική.

Σε περίπτωση, όμως, που η συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους μισθωτού εξέρχεται από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 του ν. 1264/1982, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων και εξικνείται μέχρι του σημείου παράβασης θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή τότε η επίκληση προστασίας του, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης ως συνδικαλιστικού στελέχους, για απόληψη αποδοχών υπερημερίας και επαναπρόσληψής του μπορεί να αποκρουσθεί από τον εργοδότη ως καταχρηστική.

Και τούτο γιατί οι πιο πάνω προστατευτικές διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσης έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση της σχέσης του με αυτόν. Όταν, όμως, επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στην εργασία του τέτοιο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.

Είναι αυτονόητο, ότι την έλλειψη κλίματος συνεργασίας και την προαναφερόμενη αναταραχή στον εργασιακό χώρο μπορεί να επικαλεσθεί ο εργοδότης όταν δεν είναι υπαίτιος της δημιουργίας τους. Η διαπίστωση δε της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 1264/1982, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απόλυσης του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας και για επαναπρόσληψη του ακύρως απολυθέντος συνδικαλιστικού στελέχους.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Μετά από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων προσλήφθηκε στις 2-9-94 από την "ΔΟΡΑ Α.Ε. κατεργασίας δέρματος" και από τότε εργαζόταν ως βυρσοδεψεργάτης στην επιχείρηση της κατεργασίας δέρματος.

Η ανωτέρω σύμβαση συνεχίστηκε και μετά τις 9-7-1996, όταν την ανωτέρω εταιρία διαδέχθηκε η πρώτη εναγομένη, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος εναγόμενος. Σημειωτέον ότι η εναγομένη διατηρούσε δύο τμήματα επιχειρηματικής δραστηριότητας, ήτοι ένα τμήμα κατεργασίας δερμάτων και έτερο τμήμα εμπορίας δερμάτων και δερμάτινων ειδών.

Ο ενάγων εργαζόταν μέχρι το έτος 1999 αποκλειστικά ως βυρσοδεψεργάτης στο τμήμα κατεργασίας δερμάτων της επιχείρησης της εναγομένης. Στη συνέχεια όμως, επειδή οι εργασίες του τμήματος αυτού μειώθηκαν σημαντικά, ο ενάγων αποδέχθηκε πρόταση της εναγομένης και προσέφερε την εργασία του κυρίως ως εργάτης στην αποθήκη του άλλου τμήματος της επιχειρήσεώς της, όπου εφρόντιζε για την εκτέλεση παραγγελιών και αποστολή εμπορευμάτων δερματίνων ειδών σε πελάτες της εναγομένης.

Παράλληλα ασχολείτο με την παραλαβή (κατεργασμένων) δερμάτων - που αυτή εισήγαγε από το εξωτερικό - και την ταξινόμησή τους στους αποθηκευτικούς της χώρους. Εντελώς δε δευτερευόντως εργαζόταν με την αρχική ειδικότητά του (βυρσοδεψεργάτης) στο περιστασιακώς πλέον λειτουργούν βυρσοδεψείο της εναγομένης.

Τελικώς από την άνοιξη του 2000 διεκόπη κάθε λειτουργία του βυρσοδεψείου αυτού και ο ενάγων ασχολείτο αποκλειστικά με τα προαναφερθέντα καθήκοντά του στην αποθήκη της εναγομένης. Λίγο καιρό όμως αργότερα, και συγκεκριμένα στις 3-11-2000 η τελευταία προέβη στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης και από τότε έπαυσε να δέχεται την εργασία του ενάγοντα.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων ήτο από 1-9-1999 αντιπρόεδρος του συνδικαλιστικού σωματείου "Συνδικάτο εργατοτεχνιτών υποδηματοποιΐας και δέρματος Ν. Θεσ/νίκης", έχοντας εκλεγεί στη θέση αυτή βάσει των αρχαιρεσιών της 5-11-1999 (κατά τις οποίες εξελέγη τρίτος κατά σειρά προτεραιότητος για το Δ.Σ.) και της συνεδρίασης του Δ.Σ.

του σωματείου που ακολούθησε μετά απ' αυτές. Έτσι, λοιπόν, και δεδομένου ότι το εν λόγω σωματείο αριθμούσε κατά το χρόνο των αρχαιρεσιών, αλλά και της παραπάνω καταγγελίας υπέρ τα 1000 μέλη και το καταστατικό του δεν όριζε διαφορετικά, ο ενάγων ανήκε στην ομάδα των 11 προστατευομένων συνδικαλιστικών στελεχών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 14 παρ. 5α και 7 Ν. 1264/82.

Επομένως, και αφού α) η παραπάνω ιδιότητά του ήτο γνωστή στην εναγομένη εργοδότριά του, και β) η προστασία του αυτή ίσχυε κατά τη διάρκεια της θητείας του που ήτο τριετής (άρθρο 15 καταστατικού του εν λόγω σωματείου) και επί ένα έτος μετά τη λήξη της, ήτοι μέχρι 1-11-2002, ήταν άκυρη η παραπάνω καταγγελία, αφού για την πραγματοποίησή της έπρεπε να συντρέχει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 14 παρ. 10 Ν. 1264/82 και για την ύπαρξή του έπρεπε να αποφανθεί η επιτροπή του άρθρου 15 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου, πράγμα το οποίο δεν έλαβε χώρα".

Στη συνέχεια και σε σχέση με τον προβληθέντα ισχυρισμό της εναγομένης εταιρείας ότι ο ενάγων επικαλείται καταχρηστικά (Α.Κ. 281) την προστασία των διατάξεων του ανωτέρω νόμου διότι υπήρχε πραγματική αδυναμία της να τον απασχολήσει στο τμήμα κατεργασίας δέρματος της επιχείρησής της αφ' ενός και αφ' ετέρου διότι του επρότεινε να απασχοληθεί σε άλλη ομοειδή επιχείρηση τρίτου προσώπου και αυτός αρνήθηκε, το Εφετείο τον απέρριψε κατ' ουσίαν διότι "α) ναι μεν υπήρχε αδυναμία της να τον απασχολήσει στο τμήμα κατεργασίας δέρματος της επιχείρησής της, πλην όμως υπήρχε δυνατότητά της να τον απασχολήσει σε έτερο τμήμα της (εμπορικό), πράγμα άλλωστε που επί αρκετούς μήνες έπραξε, όπως έχει ήδη αναφερθεί και β) ο εργαζόμενος συνδικαλιστής έχει, σε περίπτωση αδυναμίας του εργοδότη του να τον απασχολεί σε ένα τμήμα της επιχειρήσεώς του, υποχρέωση να εργασθεί σε άλλο τμήμα αυτής.

Δεν έχει όμως καμμία υποχρέωση να αποδεχθεί πρόταση του εργοδότη του να αποχωρήσει από την εργασία του και να συνάψει άλλη σύμβαση εργασίας με άλλο εργοδότη, απεμπολώντας έτσι τα νόμιμα δικαιώματά του που απορρέουν από την υφισταμένη σύμβαση εργασίας του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε α) ότι η ένδικη καταγγελία είναι άκυρη, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 14, 15 του Ν. 1264/1984 και β) ότι η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντα άσκηση του σχετικού δικαιώματός του, που απορρέει από την ακυρότητα αυτή δεν είναι καταχρηστική, και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα, υποχρέωσε την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο τους απαιτούμενους μισθούς υπερημερίας με την αναλογία δώρων και επιδόματος αδείας, και να τον επαναπροσλάβει με απειλή προσωπικής κράτησης κατά του δευτέρου αναιρεσείοντα.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, απ' ευθείας και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή (ή μη) εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων που εφάρμοσε και δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη "πράγματα" σε σχέση με την προταθείσα καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της ένδικης αγωγής.

Επομένως οι αντίθετοι από τους αριθμ. 1, 19, 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως, του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο του αναιρεσείοντα, που είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη παραδεκτού και νομικά βάσιμου ισχυρισμού και όχι όταν έλαβε μεν υπόψη τούτο, έκρινε όμως ότι δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την ακυρότητα της γενομένης από την πρώτη αναιρεσείουσα καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσιβλήτου δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα τα έγγραφα 1) της σύστασης της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας "ΔΟΡΑ ΑΕ κατεργασία δέρματος", 2) της σύστασης της εταιρείας ΔΟΡΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ, 3) της συγχώνευσης των δύο εταιρειών, 4) της Δ.Ο.Υ.

ΦΑΕ Θεσσαλονίκης για την διακοπή της λειτουργίας του βυρσοδεψείου και 5) των απολύσεων των τελευταίων συναδέλφων του αναιρεσίβλητου. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη "και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι".

Από τη ρητή αυτή διατύπωση και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα παραπάνω έγγραφα. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8, 11 και 20 ΚΠολΔ και αληθώς μόνον από τον αριθμό 11 του άρθρου αυτού, με την περί του αντιθέτου αιτίασή του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.8.2004 αίτηση της εταιρείας ΔΟΡΑ ΑΕ κλπ για αναίρεση της 2465/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ