Legislator Case Law & Legislation
705/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as a new argument regarding payment differences was raised for the first time in the appeal.

Case Number 705/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against the First Instance Court's decision. The appellant raised a new argument for the first time in the appeal regarding the court's failure to rule on the difference between monthly payments and the final settlement amount. The court rejected this claim as inadmissible because the argument was not properly presented during the original trial proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument raised for the first time in the appeal document, which had a decisive influence on the outcome of the case and was not presented during the trial, is inadmissible.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal new argument first time Code of Civil Procedure payment settlement difference voluntary jurisdiction procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 28, paragraph 4 of Law 2579/1998
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3, section b of Law 3869/2010
Article 8, paragraph 6, section b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 705 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 705/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Π., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου του υπό ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Μ. Σ. του Β., συζ. Ε. Κ. και 6) Φ. (ή Φ.) Κ. του Π., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, ενώ οι 1ος, 2η, 4η, 5η και 6ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση του 6ου των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. (ΑΠ 44/2023, ΑΠ 423/2023, ΑΠ 1191/2023).

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1544/2021).

Περαιτέρω, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολιπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του.

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 26/2023, ΑΠ173/2022, ΑΠ 1487/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (22-9-2023). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οι πρώτος, δεύτερη, τέταρτη, πέμπτη και έκτος των αναιρεσιβλήτων, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της. Παρέστησαν, όμως, νομίμως και προσηκόντως το αναιρεσείον και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και ήδη "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK Ανώνυμη Εταιρεία" καθολική διάδοχος του τελούντος υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος υπό την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ".

Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...-2022, ...-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Π. και τις υπ' αριθμ. ...-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Ε. Τ., που προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης , με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους πρώτο, δεύτερη, τέταρτη, πέμπτη και έκτο των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους. Με την κρινόμενη από 14-9-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 74/8-4-2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.

του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των δεύτερης, τρίτης, τετάρτης και πέμπτου των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης, τρίτης, τετάρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E" ως καθολικής διαδόχου του υπό ειδική εκκαθάριση τελούντος πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", καθώς και κατά της Μ.

Σ. και του Φ. Κ. Για την παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τους ανωτέρω εφεσίβλητους , που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.

Έτσι, η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001, ΑΠ 46/2022, ΑΠ 792/2022), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.

β` περ. β` του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998,ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην των ανωτέρω αναφερθέντων εφεσιβλήτων, οι οποίοι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στη δικάσιμο της 4-3-2020 ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης , η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση του εκκαλούντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτοί (οι απολιπόμενοι) παρόντες (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Επομένως, ως προς τους ανωτέρω εφόσον είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ` άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ και περαιτέρω νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, (8-4-2020) σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 769 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση με αρ. 74/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:

Ο πρώτος αναιρεσίβλητος με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης από 19-12-2013 και με αρ. καταθ. ...-2013 αίτησή του κατά των ήδη 2ης έως και 4ης των αναιρεσιβλήτων πιστωτριών εταιρειών και του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., που κοινοποιήθηκε στην 5η ήδη αναιρεσίβλητη -σύζυγό του, ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, τη ρύθμιση των χρεών του με την υπαγωγή του στη διαδικασία του ν. 3869/2010 καθώς και την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, κατά το ποσοστό συγκυριότητάς του σε αυτή, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσε.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αρ. 43/1-2-2019 απόφασή του αφού συνεκδίκασε την ως άνω αίτηση με την ασκηθείσα υπέρ του αιτούντος πρόσθετη παρέμβαση του έκτου ήδη αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εγγυήθηκε την προσήκουσα αποπληρωμή του δανείου του αιτούντα και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και την ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση.

Συγκεκριμένα, ρύθμισε τα χρέη του, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του. Την απόφαση αυτή προσέβαλε το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" με την από 4-4-2019 και με αρ. καταθ. 37/4-4-2019 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.

Το τελευταίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Ο νομοθέτης σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, οφείλει να ασκήσει τη ρυθμιστική του παρέμβαση προς αντιμετώπιση του φαινομένου της υπερχρέωσης. Η υπερχρέωση αναδεικνύεται σε ένα από τα κρίσιμα κοινωνικά προβλήματα. Σηµαντικό µέρος των πολιτών έχει οδηγηθεί στη περιθωριοποίηση, καθώς, µη διαθέτοντας σοβαρή αγοραστική δύναµη και δυνατότητα απεγκλωβισµού από την υπερχρέωση, δεν είναι σε θέση να σχεδιάσει τη συμμετοχή του στην οικονοµική και κοινωνική ζωή.

Με το ν. 3869/2010 δόθηκε ακριβώς η δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με βάση το εισόδημά τους ένα μέρος των χρεών τους και ρευστοποιηθεί η περιουσία τους, πλην της κύριας κατοικίας τους, για τη διάσωση της οποίας, επίσης, πρέπει να καταβληθεί σημαντικό τίμημα, που προσεγγίζει την πραγματική της αξία.

Η δυνατότητα ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά, βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου, που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία, χωρίς διέξοδο και προοπτική, κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος.

Μια τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει, όμως, να εξυπηρετεί ευρύτερα και το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες με την προβλεπόμενη από το νόμο ρύθμιση και απαλλαγή από τα χρέη τους επανακτούν ουσιαστικά, μέσω των εν λόγω διαδικασιών, την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, καθώς και την επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο (άρθρα 2 παρ.1, 21 παρ. 1 και 25 παρ. 1α του Συντάγματος).

Στόχος των εν λόγω διατάξεων είναι η επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονοµική και κοινωνική ζωή µε την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει. Επομένως, ο ν. 3869/2010 δεν έχει σχεδιαστεί ως νομοθέτημα μεταβατικού χαρακτήρα, με σκοπό την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης, αλλά, αντιθέτως, η λειτουργία του προορίζεται να καταστεί παραπληρωματική προς εκείνη του Πτωχευτικού Κώδικα, διαλαμβάνοντας εκείνες τις περιπτώσεις υπερχρεώσεως που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του τελευταίου.

Από αυτή την άποψη οι διατάξεις του συνιστούν ειδικό δίκαιο της εκκαθαρίσεως των οφειλών του ιδιώτη, το οποίο συντελεί από οικονομικής απόψεως στην (οιονεί κοινωνική) "ασφάλιση" των φυσικών προσώπων που έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους και, ως εκ τούτου, συνιστούν αναγκαστικό δίκαιο, αφού η φύσις διατάξεων ως δημοσίας τάξεως ή αναγκαστικού δικαίου συνάγεται εκτός άλλων και εκ του γενικοτέρου σκοπού ή συμφέροντος τον οποίο υπηρετούν (άρθρο 3 ΑΚ).

Ειδικότερα, με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) αφού η ένδικη αίτηση κατατέθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης στις 30-12-2013, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. 2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 ,είτε β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, είτε γ) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α' 151). 3.

Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη δύναται να γίνει μία μόνο φορά ". Εξάλλου, κατά τη ρύθμιση των οφειλών σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διότι από το σύνολο των διατάξεων του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι αυτές έχουν χαρακτήρα αναγκαστικού δικαίου, καθόσον ο νόμος αυτός περιέχει ειδικότερες ως προς το σκοπό και το εύρος εφαρμογής τους διατάξεις, με τις οποίες υποκαθίσταται η ιδιωτική αυτονομία και η δικαιοπρακτική ελευθερία των μερών από τη δικαστική απόφαση, από την οποία πηγάζουν αναγκαστικού δικαίου συνέπειες για τις απαιτήσεις των δανειστών και τα δικαιώματά τους κατά του υπερχρεωμένου οφειλέτη.

Επιπρόσθετα, οι διατάξεις περί δημοσίου λογιστικού δεν κωλύουν την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3869/2010. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων μπορεί ύστερα από αίτηση του υπόχρεου να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων οποιουδήποτε είδους δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Με βάση τα ανωτέρω, επιβάλλεται από την καλή πίστη, αλλά και από την ratio του νόμου, ο οποίος αποσκοπεί μεν στην προστασία του υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, αλλά και στην εξισορρόπηση των συμφερόντων των πιστωτών, η διαφάνεια της περιουσιακής κατάστασης (καθήκον ειλικρίνειας έναντι των πιστωτών αλλά και της ίσης μεταχείρισης αυτών), η οποία υπαγορεύει την υποχρέωση του αιτούντα-οφειλέτη να συμπεριλάβει στην αίτησή του όλους τους πιστωτές του, αλλά και το σύνολο των ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών του, ώστε να μπορεί κάθε δανειστής να καθορίζει τη στάση του, βάσει της συνολικής οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη του.

Συνεπώς, η συλλογική διαδικασία με το γνωστό χαρακτηριστικό της καθολικότητας, σημαίνει ότι η διαδικασία καταλαμβάνει όλη την περιουσία του οφειλέτη και όλους τους πιστωτές, με μόνη εξαίρεση τις οφειλές του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3869/2010, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι εκ των στεγαστικών δανείων απαιτήσεις του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

Επομένως, σαφώς προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια τα οποία το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία δάνεια οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη κατά νόμο προεκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Ο νόμος με την άνω ρύθμιση θέλησε να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του χρηματικές οφειλές από δάνεια προς όλους τους πιστωτές (ιδιώτες και μη), στην περίπτωση, δε, που ήθελε να εξαιρέσει από το νόμο τις εκ δανείων οφειλές προς το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητώς, όπως τούτο συνέβη στην περίπτωση οφειλών από τέλη προς Ν.Π.Δ.Δ.

Αντίθετο δεν προκύπτει από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010 που παρέχει τη δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει-επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεων. Η παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 αναφέρει τα χρέη εκείνα των οποίων δεν επιτρέπεται η ρύθμιση με δικαστική απόφαση.

Η ένταξη και των έναντι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων χρεών στη ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 θα σήμαινε διεύρυνση των περιπτώσεων της παραγράφου αυτής, πράγμα το οποίο δεν προκύπτει ότι θέλησε ο νομοθέτης. Αντιθέτως ,ο τελευταίος, με την άνω διάταξη, έστω και αν δεν χρησιμοποιεί σχετική διατύπωση, ορίζει τις περιπτώσεις των μη υπαγόμενων στη ρύθμιση του νόμου χρεών.

Είναι πρόδηλο, ότι η εξαίρεση από τη ρύθμιση του νόμου των έναντι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων χρεών, θα δημιουργούσε προνομιακή κατάσταση του τελευταίου έναντι των λοιπών δανειστών, οι απαιτήσεις των οποίων υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου και κατά τις περιστάσεις υφίστανται την οριζόμενη με τη δικαστική απόφαση περικοπή.

Η εξαίρεση των δανείων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 παρίσταται αδικαιολόγητη, εφόσον δεν εξαιρούνται ούτε οι οφειλές από στεγαστικά δάνεια που χορήγησαν τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Η ερμηνευτική εξαίρεση των οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από τις διατάξεις του ν. 3869/2010 παραβιάζει την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) κατά διττό τρόπο, διότι αφενός οι οφειλές του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων θα στερούνταν αναιτιολόγητα την προστασία των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010 έναντι των δανειοληπτών των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων και αφετέρου τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα θα υποχρεούνταν να δέχονται τη μείωση των χρηματικών απαιτήσεών τους μέσω της αναγκαστικής συμμετοχής τους στη διαδικασία του ν. 3869/2010 σε αντίθεση με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων που θα διατηρούσε αλώβητες τις δικές του απαιτήσεις.

Ο δικαιολογητικός λόγος που ,ενδεχομένως, θα μπορούσε να προβληθεί και σχετίζεται με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου του δημόσιου χαρακτήρα του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρα 1 και 2 π.δ/τος 95/1996 "Οργανισμός Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων"), ήταν γνωστός στο νομοθέτη κατά τη θέσπιση και τις τροποποιήσεις του ν. 3869/2010, αλλά αυτός προτίμησε να μην το συμπεριλάβει στους δημόσιους φορείς, οι οφειλές προς τους οποίους εξαιρούνται από το πεδίο ρύθμισης του νόμου αυτού.

Ενδεικτικό προς τούτο πλέον είναι ότι μετά την τροποποίηση του ανωτέρω άρθρου με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α. 4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, οι μόνες οφειλές έναντι του Δημοσίου γενικώς, που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου πλέον είναι οι οφειλές, οι οποίες συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές. (ΑΠ 658/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015).

Ακολούθως, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει, δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 604/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. (ΑΠ 1325/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1338/2023, ΑΠ 548/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1497/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 508/2020,ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1325/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023,ΑΠ 3/2021,ΑΠ 552/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 69/2022, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/ 2017).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 64/2017).

Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Συνεπώς, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και ανεπαρκώς αιτιολόγησε την κρίση του ως προς το ζήτημα ότι οι διατάξεις του ν. 3869/2010 είναι αναγκαστικού δικαίου και υποχρεωτικώς εφαρμοστέες, υπό την επίκληση κατά λέξει: "δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 ΑΚ για τον χαρακτηρισμό των διατάξεων του ν. 3869/2010 ως αναγκαστικού δικαίου", εν αντιθέσει "με τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων το οποίο με βάση τον Οργανισμό του (αρθρ. 1,2 Π.Δ 95/1996) σκοπό έχει τη στήριξη της στεγαστικής πολιτικής και εξυπηρέτηση του δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος, την ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης ...".

Στην ερευνώμενη υπόθεση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 74/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), αναφορικά με την υπαγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 των υφισταμένων, έναντι του αναιρεσείοντος, χρεών, και την εξαίρεση από την εκποίηση δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα ως προς το ζήτημα αυτό: " ....Δικαιοπολιτική επιλογή του Έλληνα νομοθέτη με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 3869/2010 είναι η παροχή προστασίας στον καλόπιστο υπερχρεωμένο οφειλέτη με σκοπό την επανένταξή του στην οικονομική και κοινωνική ζωή, με την επανάκτηση της οικονομικής του ελευθερίας, που συνεπάγεται η ρύθμιση και η απαλλαγή των χρεών του (βλ.

την αιτιολογική έκθεση του νόμου)..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 43/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η με αρ. καταθ. ...-2013 αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου και είχε υπαχθεί αυτός στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, οι οποίες είναι αναγκαστικού δικαίου και εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση της δικαστικής ρύθμισης του ενδίκου χρέους, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

Εξάλλου, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ` όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανωτέρω κρίση του.

Κατά συνέπεια, η αναιρεσιβαλλόμενη δεν υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και, επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 1 του άνω άρθρου με την αιτίαση ότι , το Δικαστήριο με την παραδοχή ότι ο αιτών περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, των ληξιπρόθεσμων χρεών του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και δη ότι απορρίπτοντας ως αβάσιμη την έφεση του, με την οποία επανέφερε παραδεκτά την πρωτοδίκως προταθείσα ένστασή του περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος - εφεσίβλητου (ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών παραβίασε, ευθέως, την προαναφερόμενη διάταξη (άρθρο 1 παρ. 1 εδάφ.

τελευταίο του ν. 3869/2010), αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για να του αποδοθεί ενδεχόμενος δόλος, ήτοι αξίωσε για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης ενδεχόμενου δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη, κατά την ανάληψη του χρέους, πρόσθετα στοιχεία, (εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη 1ου αναιρεσίβλητου).

Στην ερευνώμενη υπόθεση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του, τα ακόλουθα:

" ... Ο αιτών (πρώτος αναιρεσίβλητος) ηλικίας ... ετών κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, υπηρετεί ως αστυνομικός με τον βαθμό του αρχιφύλακα στο Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Φερών. Ο μισθός του τον Ιανουάριο του έτους 2018 ανερχόταν στο ποσό των 1277,40 ευρώ, αυξανόμενος στη συνέχεια, υπολογίζεται κατά μέσο όρο (λόγω της κυλιόμενης νυχτερινής απασχόλησης και εργασίας σε ημέρες αργίας κλπ) στο μηνιαίο ποσό των 1.400 ευρώ, ενώ το έτος 2016 κυμαινόταν από 1195 έως 1390 ευρώ το μήνα.

Είναι έγγαμος με τη Μ. Σ. (πέμπτη αναιρεσίβλητη), ηλικίας ... ετών κατά το ίδιο ως άνω χρονικό σημείο, η οποία είναι δημόσιος υπάλληλος, απασχολούμενη εκπαιδευτικός της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης με μισθό 1181,30 ευρώ, εκ των οποίων παρακρατείται το ποσό των 384,30 ευρώ κάθε μήνα από το ΤΠΔ για την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων.

Από τον γάμο τους απέκτησαν τέσσερα τέκνα, όλα ανήλικα (την Κ., τον Π., τον Β. και την Σ., που γεννήθηκαν τα έτη ..., αντίστοιχα). Μέχρι το έτος 2018 η οικογένεια λάμβανε και επίδομα πολυτεκνίας, ποσού 1900 ευρώ ετησίως, όμως από το 2019 και επέκεινα αυτό διακόπηκε, καθώς δεν πληρούσαν πλέον τα νόμιμα οικονομικά κριτήρια (λόγω αναδρομικής λήψης μέρους των ποσών που είχαν περικοπεί από τους μισθούς του αιτούντος).

Πάντως ο μισθός του αιτούντος και κατά συνέπεια το οικογενειακό εισόδημα μειώθηκε σε σχέση με το παρελθόν και ειδικότερα, το οικονομικό έτος 2011 (χρήση του έτους 2010) το ετήσιο εισόδημα του διαδίκου υπερέβαινε τις 20.000 ευρώ και της συζύγου του το ποσό των 19.500 ευρώ ετησίως, το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) το ετήσιο εισόδημα του πρώτου είχε περιοριστεί σε 17.600 ευρώ και της δεύτερης σε 15.000 ευρώ.

Περαιτέρω, το δεύτερο από τα τέκνα του αιτούντος υπολείπεται σε ανάπτυξη λόγου και πάσχει από διαταραχή άρθρωσης με επέκταση στον γραπτό λόγο, υποβαλλόμενο κατόπιν συστάσεων των θεραπόντων ιατρών του συστηματικά σε λογοθεραπεία (ως και σε δεκαπέντε συνεδρίες κάθε μήνα), με μηνιαίο κόστος ανερχόμενο σε 200 ευρώ (σύμφωνα με τις από Νοεμβρίου 2012, Σεπτεμβρίου 2013 και Μαρτίου 2016 γνωματεύσεις της Πανεπιστημιακής Παιδοψυχιατρικής κλινικής του ΠΓΝΕ και τα αντίστοιχα παραστατικά της λογοθεραπεύτριας - λογοπαθολόγου Χ.

Β.). Ο αιτών είναι συγκύριος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου (το υπόλοιπο ποσοστό ανήκει στην κυριότητα της συζύγου του) του υπό στοιχεία αρίθμησης ΑΛΦΑ ΕΝΑ (Α-1) διαμερίσματος καθαρού εμβαδού 101,77 τ.μ (και ποσοστό συνιδιοκτησίας 333,33% στο συνολικό ακίνητο) του πρώτου ορόφου και ως παρακολούθημα αυτού της υπό στοιχεία Αποθήκη ΕΝΑ (Απ-1) ....

εμβαδού 20 τ.μ αποθήκης του υπογείου, οικοδομής ανεγερθείσας στο με αριθμό ... οικοδομικό τετράγωνο, επί της πρώην οδού ..., στην Αλεξανδρούπολη, που περιήλθε στην ιδιοκτησία του δυνάμει πώλησης και μεταβίβασης με το υπ. αριθμό ...-2010 συμβόλαιο, που συντάχθηκε από την συμβολαιογράφο Αλεξανδρούπολης Ε. Β. - Β.

και νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης (τ. 1429 α/α 62), η αντικειμενική αξία του οποίου αντιστοιχεί σε 46.094,96 ευρώ (σύμφωνα με το εκκαθαριστικό ΕΝΦΙΑ του έτους 2017). Το περιγραφόμενο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και της οικογενείας του και η αξία του δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού απόκτησης πρώτης κατοικίας (κατ'αρθρο 21 του ν. 3842/2010 που κωδ.

με το ν. 4141/2013), την εξαίρεση της οποίας από την εκποίηση ζητά ο αιτών και είναι, κατόπιν αιτήματός του, εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του νόμου, υποχρεωτική για το δικαστήριο (άρθρο 9 παρ. 2 ν. 3869/2010). Επιπλέον, ο αιτών είναι συγκύριος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαίρετου (το υπόλοιπο ποσοστό ανήκει στην κυριότητα της συζύγου του), του με αρ.

κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής FIAT μοντέλου FIORINO, κυβισμού 1248 κ. εκ., έτους πρώτης κυκλοφορίας το 2009, που χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της οικογένειας του, που λόγω της παλαιότητάς του και της πολυετούς χρήσης του (πλέον δεκαετίας), εύλογα δημιουργεί σοβαρές υπόνοιες υφισταμένων ελαττωμάτων και φθορών σε ενδεχόμενους υποψήφιους αγοραστές, οπότε και πρέπει να εξαιρεθεί της εκποίησής του, καθώς δεν αναμένεται να αποφέρει κάποιο σημαντικό έσοδο και, συνυπολογίζοντας και τις δαπάνες της σχετικής διαδικασίας (δημοσιεύσεις κλπ), δεν κρίνεται συμφέρουσα .

Τέλος, ο αιτών είναι κάτοχος της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας εργοστασίου κατασκευής PIAGGIO, για την οποία υφίσταται παρακράτηση κυριότητας του πωλητή και πρέπει να εξαιρεθεί η εκποίησή της. Δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο του διαδίκου(κινητών ή ακινήτων).

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης ο αιτών ανέλαβε από τους αναφερθέντες πιστωτές του τα ακόλουθα δάνεια, τα οποία κατ' άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010 θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο αυτό εξαιρουμένων των απαιτήσεων που είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματο δικαίωμα που συνεχίζουν να εκτοκίζονται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, συνολικού ύψους 167.650,44 ευρώ και ειδικότερα οφείλει: 1] στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", (δεύτερη αναιρεσίβλητη) α) για τη με αριθμό σύμβαση πίστωσης (με πιστωτική κάρτα) για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκε ο με αριθμό ...

λογαριασμός, το ποσό κατά κεφάλαιο και τόκους των 4.671,13 ευρώ, β) για την από ...-2000 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, προς εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκε ο με αριθμό ... λογαριασμός (ευθυνόμενος ως εγγυητής της προσήκουσας εκπλήρωσης της οφειλής από τον πρωτοφειλέτη κυρίως παρεμβάντα Φ. Κ.), το ποσό κατά κεφάλαιο και τόκους, των 18.896,85 ευρώ, 2] στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIΑS AE", (τρίτη αναιρεσίβλητη) δυνάμει της από Μάιο 2005 σύμβασης που είχε καταρτίσει με το "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ" (ακολούθως "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" του οποίου οιονεί καθολική διάδοχος είναι η ως άνω τραπεζική εταιρία) α) για τη με αριθμό ...

σύμβαση, για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρούνταν ο με αριθμό ... λογαριασμός και στη συνέχεια ο ..., ποσό, κατά κεφάλαιο και τόκους, 2.767,03 ευρώ και β) για τη με αριθμό ... σύμβαση, για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρούνταν ο με αριθμό ... λογαριασμός και στη συνέχεια ο ..., ποσό, κατά κεφάλαιο και τόκους, 297,17 ευρώ, 3] στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", (τέταρτη αναιρεσίβλητη) δυνάμει της από 20-2-2009 σύμβασης δανείου που είχε καταρτίσει με την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ" (της οποίας η παραπάνω είναι διάδοχος) για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκε ο με αριθμό ...

λογαριασμός, ποσό κατά κεφάλαιο και τόκους 2354,56 ευρώ, 4] στο νπδδ "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", α) για την από 10-12-2010 σύμβαση στεγαστικού δανείου (εγγυήτρια της προσήκουσας πληρωμής του οποίου είναι η καθ'ής η αίτηση σύζυγός του) για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκε με αριθμό 11/21348 σύμβαση χορήγησης στεγαστικού δανείου, ποσό κατά κεφάλαιο και τόκους από 70.738,71 ευρώ, β) για το από 10-12-2010 δάνειο της συζύγου του από το ΤΠΔ (ύψους 80.000 ευρώ που εξυπηρετείται κανονικά με παρακράτηση ποσού 384,30 ευρώ από τον μισθό της κάθε μήνα) για το οποίο ευθύνεται ως εγγυητής, ποσό 68.924,99 ευρώ, απαιτήσεις εξασφαλισμένες με εγγραφή υποθήκης στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης, επί του ακινήτου συνιδιοκτησίας των δυο συζύγων που αποτελεί την κύρια κατοικία αυτών.

Από όσα προεκτέθηκαν αποδείχθηκε ότι, το μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος αντιστοιχεί στο ποσό των 1400 ευρώ περίπου και της συζύγου του σε 1181,38 ευρώ (εκ των οποίων παρακρατείται κάθε μήνα από το ΤΠΔ το ποσό των 384,30 ευρώ) και δεν αναμένεται βελτίωσή τους (τουλάχιστον ικανή να μετατρέψει την παρούσα κατάσταση), ενώ τα τέκνα του που είναι ανήλικα, δεν είναι ικανά προς εργασία και δεν έχουν περιουσία.

Ο αιτών, όπως προεκτέθηκε, κατοικεί με την σύζυγο και τα τέσσερα τέκνα τους σε ιδιόκτητη κατοικία και δεν βαρύνεται με την καταβολή μισθώματος, αλλά με τα λειτουργικά έξοδα της (ηλεκτρική ενέργεια υδροδότηση, θέρμανση, κοινόχρηστα, έξοδα καθαριότητας συντήρησης κ.α) ανερχόμενα κατά μέσο όρο σε 400 ευρώ περίπου ανά μήνα (για την οικογένειά του).

Οι αναγκαίες δαπάνες διαβίωσής του, που είναι οι συνήθεις μιας τετραμελούς οικογένειας με δυο ανήλικα τέκνα, λαμβάνοντας υπόψη και την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό.....αναλυόμενες στη βασική διατροφή, ένδυση και υπόδηση αυτού και της οικογένειάς του, υπολογίζονται κατά μέσο όρο σε 800 ευρώ ανά μήνα, στα οποία θα πρέπει να προστεθούν έξοδα εκπαίδευσης και των τέκνων του τουλάχιστον 100 ευρώ ανά μήνα και μετακίνησης (κυρίως για τον ίδιο για μετάβαση στην εργασία του στις Φέρες που απέχει 25 χιλιόμετρα και επιστροφή, αλλά και για τις ανάγκες των τέκνων του), ύψους 200 ευρώ, ιατρικές και φαρμακευτικές δαπάνες (λόγω και των προβλημάτων υγείας του γιού του και των αντίστοιχων εξόδων μηνιαίου ποσού 200 ευρώ που προεκτέθηκαν) στο μέτρο που δεν καλύπτονται από τον ασφαλιστικό του φορέα, οι οποίες ανέρχονται για όλη την οικογένεια του σε 350 ευρώ περίπου.

Τέλος , επισημαίνεται ότι οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης ( όπως εισήγαγε ο ν. 4336/2015) οι οποίες δεν είναι δεσμευτικές για την κρίση του δικαστηρίου , αλλά συνεκτιμώνται με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού καθορίζονται από την ΕΛΣΤΑΤ για εξαμελή οικογένεια (δυο ενήλικες και τέσσερα ανήλικα τέκνα) από 1284 το όριο της φτώχειας έως και 1788 ευρώ (ανάλογα με την ομάδα των δαπανών) όπως ανέφερε και το εκκαλούν-καθ'ού η αίτηση.

Δηλαδή, οι συνολικές ανάγκες του αιτούντος και της οικογένειας του υπολογίζονται ότι δεν μπορούν να υπολείπονται κατά μέσο όρο των 1850 ευρώ κάθε μήνα, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη ότι ζητώντας την υπαγωγή τους τις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2020 πρέπει αυτός να μειώσει στο ελάχιστο εύλογο ύψος τις δαπάνες του.

Συνεπώς, από την αντιπαραβολή των εσόδων του αιτούντος και των εξόδων διαβίωσης και αυτού και της οικογένειάς του καθώς και του μηνιαίου ποσού που πρέπει να καταβάλει ο τελευταίος για την κάλυψη των χρεών του (συνολική δόση 900 ευρώ), συνάγεται πως έχει περιέλθει αυτός σε μόνιμη οικονομική αδυναμία ανταπόκρισης στις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η οποία από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι μπορεί να βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αναμένεται η αύξηση των εξόδων των τέκνων του τα επόμενα έτη ως και την ενηλικίωσή τους (για την εκπαίδευσή τους, αύξηση διδάκτρων για ξένες γλώσσες, σπουδές).

Αντίθετα, κατά την ανάληψη των αναφερομένων υποχρεώσεων του, κυρίως κατά τα έτη 2009 και 2010( ιδίως στο στεγαστικό δάνειο από το εκκαλούν-καθ'ού η αίτηση, που αποτελεί την κύρια οφειλή του, αλλά και προέβη στην αγορά του αυτοκινήτου του), ο διάδικος είχε υψηλότερα εισοδήματα από τον μισθό του, ενώ και η οικονομική συνεισφορά της συζύγου του ήταν μεγαλύτερη.

Όμως, λόγω της πασίδηλης (αρθρ. 361 ΚΠολΔ) οικονομικής κρίσης που μεσολάβησε, μειώθηκαν σημαντικά τα παραπάνω εισοδήματα αυτού και της συζύγου του (περικοπή μισθών και επιδομάτων δώρων εορτών κλπ) , ενώ απότοκο της κρίσης, εκτός από την άμεση μείωση των εισοδημάτων, ήταν και η μείωση ης αγοραστικής αξίας αυτών με την αύξηση της άμεσης και έμμεσης φορολογίας ( όπως η επιβολή ΕΝΦΙΑ και ΦΠΑ) και ανελαστικών δαπανών (θέρμανση, ρευματοδότηση κλπ), γεγονότα ......που πρέπει να συνδυαστούν και με την κατάσταση της υγείας του τέκνου του, που δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί και, λόγω των προβλημάτων που αναφέρθηκαν, επιβάρυνε την οικονομική του κατάσταση.

Συνεπώς, ο αιτών περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη οικονομική αδυναμία ανταπόκρισης στις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, κατάσταση η οποία δεν προκύπτει ότι μπορεί να βελτιωθεί στο εγγύς μέλλον. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο συγκεκριμένος προέβη σε παρουσίαση πλαστών ή αναληθών πληροφοριών και στοιχείων ή στην απόκρυψη τέτοιων, στους πιστωτές του, σχετικά με τα εισοδήματα, τις υποχρεώσεις του ή και γενικά με οποιουδήποτε άλλο δεδομένο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα που συναλλάχθηκε , ούτε όμως προέκυψε ενδεχόμενος δόλος αυτού, με την αποδοχή απόλαυσης μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων και αντίστοιχης ανάληψης υποχρεώσεων, τις οποίες γνώριζε ότι, σε συνδυασμό με το περιορισμένο και αμετάβλητο του εισοδήματός του, θα τον οδηγήσουν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αφού οι πιστώσεις που έλαβε αφορούν κατά τη συντριπτική πλειοψηφία τους την απόκτηση πρώτης κατοικίας και μάλιστα μέσης αξίας, ανάλογης με τις στεγαστικές ανάγκες του και κανένα άλλο δυσανάλογο με την οικονομική του κατάσταση έξοδο αποδείχθηκε, ενώ η συμπεριφορά του συμπλέει με το πνεύμα του ν, 3869/2010 όπως συνάγεται από την σχετική αιτιολογική έκθεση της ρύθμισης.

Αντίθετα, οι πιστωτές του και εν προκειμένω το εκκαλούν-καθ'ού η αίτηση, δεν εξήγησαν πειστικά, για ποιο λόγο χορήγησαν τις παραπάνω πιστώσεις στον αιτούντα, εάν ήταν εμφανές ότι δεν είχε αυτός εξ αρχής δυνατότητα να καλύψει τις υποχρεώσεις που αναλάμβανε. Από τα παραπάνω προέκυψε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στη ρύθμιση των άρθρων 8 παρ. 2,5 και 9 παρ. 1,2 του ν. 3869/2010.

Ειδικότερα, η εκκαλουμένη όρισε αναφορικά με τη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2,5 του ν. 3869/2010, ότι πρέπει να γίνει με καταβολές συνολικού μηνιαίου ποσού 300 ευρώ, για χρονικό διάστημα 60 μηνών (5 ετών) από τον πρώτο μήνα μετά την κοινοποίηση της εκκαλουμένης, εντός των πρώτων δέκα εργασίμων ημερών κάθε μήνα, ικανοποιουμένων των μετεχόντων πιστωτών σύμμετρα και ειδικότερα ορίστηκε να καταβάλλει 1] στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", για τη με αριθμό σύμβαση πίστωσης το ποσό των 8,36 ευρώ, β] για την από ...-2000 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το ποσό των 32,03 ευρώ, 2] στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS AE" α] για τη με αριθμό ...

σύμβαση ποσό 4,95 ευρώ και β] για τη με αριθμό ... σύμβαση , ποσό 0,53 ευρώ, 3] στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", για την από 20-2-2009 σύμβαση δανείου ποσό 4,21 ευρώ , 4] στο νπδδ "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" για την από 10-12-2010 σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσό 126,58 ευρώ και για το από 10-12-2010 δάνειο της συζύγου του το ποσό των 123,34 ευρώ, υπολογίζοντας ότι μετά το πέρας της εν λόγω ρύθμισης (του άρθρου 8 παρ. 2,5 ρου ν. 3869/2010) ο αιτών θα έχει καταβάλει στους πιστωτές του το συνολικό ποσό των 18.000 ευρώ.

Επιπλέον, επειδή δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών του η εκκαλουμένη, συνδυάζοντας την αναφερθείσα ρύθμιση με εκείνη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και εξαιρώντας της εκποίησης την ως άνω περιγραφείσα κατοικία του αιτούντος, επέβαλε στον τελευταίο, για τη διάσωσή της, την καταβολή προς το καθ'ού και πλέον εκκαλούν, εφόσον οι παραπάνω καταβολές δε εξοφλούν τις επίδικες απαιτήσεις του ΤΠΔΑ και προβλήθηκε αίτημα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του, την καταβολή ποσοστού 80% της αντικειμενικής αξίας της, δηλαδή (46.094,96 Χ 80%=) 36.875,97 ευρώ. .....

Συνεπώς η εκκαλουμένη, η οποία ......έκρινε πως ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη και γενική, (σ.σ. αδυναμία) πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δίχως δόλο απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την σχετική ένσταση του εκκαλούντος- καθ'ού η αίτηση, όπως και προέβη στον υπολογισμό του ύψους των αναγκαίων βιοτικών αναγκών αυτού και της οικογένειάς του που δεν αναμένεται να μεταβληθεί σημαντικά, ώστε να αλλάξει την οικονομική του κατάσταση και όρισε το καταβλητέο ποσό σε έκαστο των μετεχόντων πιστωτών κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε, εξαιρώντας της εκποίησης την κύρια κατοικία του και τα υπόλοιπα ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία και το όχημα ιδιοκτησίας του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, αλλά και επαρκώς αιτιολόγησε την κρίση του και δεν έσφαλε, οπότε και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, οι προβληθέντες λόγοι έφεσης και ειδικότερα ο πρώτος λόγος, με τον οποίο παραπονέθηκε το εκκαλούν-καθ' ού η αίτηση ότι κακώς η εκκαλουμένη απέρριψε την παραπάνω ένστασή του περί ενδεχόμενου δόλου του αιτούντος για την περιέλευση σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, καθώς και ο δεύτερος και τρίτος των λόγων της έφεσης, με τους οποίους παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη υπολόγισε τις ανάγκες διαβίωσης του αιτούντος και της οικογένειάς του και όρισε τις μηνιαίες δόσεις καταβολής που οφείλει για εκάστη των ρυθμίσεων που προεκτέθηκαν σε συνάρτηση και με τις καταβολές του βάσει της αναφερθείσας προσωρινής διαταγής" .

Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, περιήλθε άνευ δόλου, σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ανερχομένων στο ποσό των 167.650,44 ευρώ (στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια από τις πιστώτριες ως πρωτοφειλέτης και εγγυητής).

Διότι, αφενός μεν κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων, μεταξύ των οποίων και του δανείου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, τα οικογενειακά εισοδήματα αυτού και της συζύγου του ήταν υψηλότερα, αλλά μεταγενέστερα μειώθηκαν σημαντικά λόγω της πασίδηλης οικονομικής κρίσης ,η οποία πρέπει να συνδυαστεί και με την κατάσταση της υγείας του τέκνου του, που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί ,με αποτέλεσμα να περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη οικονομική αδυναμία ανταπόκρισης στις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του και αφετέρου, διότι δεν αποδείχθηκε ενδεχόμενος δόλος αυτού με την αποδοχή απόλαυσης μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων και αντίστοιχης ανάληψης υποχρεώσεων, για τις οποίες γνώριζε ότι, σε συνδυασμό με το περιορισμένο και αμετάβλητο του εισοδήματος του, θα τον οδηγήσουν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αφού οι πιστώσεις που έλαβε αφορούν κατά την συντριπτική τους πλειοψηφία την απόκτηση πρώτης κατοικίας και μάλιστα μέσης αξίας ανάλογης με τις στεγαστικές του ανάγκες και κανένα άλλο δυσανάλογο με την οικονομική του κατάσταση έξοδο δεν αποδείχθηκε .Κρίνοντας έτσι το ανωτέρω Δικαστήριο και απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την προβληθείσα από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

ένσταση που επανέφερε με λόγο έφεσης για δόλια περιέλευση του αιτούντα-εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και αυτές των άρθρων 330 του ΑΚ και 27 παρ. 1 του ΠΚ, με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτές των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Η παράθεση των πλεοναστικών και, ταυτόχρονα, εσφαλμένων αιτιολογιών, σχετικά με α) το ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών δεν εξαπάτησε ή παραπλάνησε τις πιστώτριες τράπεζες αναφορικά με την πιστοληπτική του ικανότητα, κατά τη σύναψη των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων και β) τη δυνατότητα των τραπεζών να πληροφορούνται προηγουμένως, πριν χορηγήσουν τις πιστώσεις, μέσω των διατραπεζικών συστημάτων και της μηχανογραφικής μεταξύ τους επικοινωνίας, τις δυνατότητες των δανειστών για την αποπληρωμή των δανείων, που διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του δικαστηρίου προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, αφού δεν επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 810/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1774/2022, ΑΠ 1038/2021, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 65/2017).

Επομένως, ο σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως την προαναφερομένη ένσταση του αναιρεσείοντος, περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου - οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών.

Οι αιτιολογίες, δε, αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων. Ούτε ,τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Πιο συγκεκριμένα, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο με επαρκή και σαφή αιτιολογία προσδιορίζει αναλυτικά α) το ύψος και τους χρόνους συνομολόγησης τόσο του δανείου που έλαβε από το αναιρεσείον , όσο και των λοιπών δανείων, β) το ύψος των οικογενειακών του εισοδημάτων κατά τον χρόνο λήψης των δανείων, γ) ότι κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων,- τα οποία αφενός μεν στη συντριπτική τους πλειοψηφία αφορούν την απόκτηση πρώτης κατοικίας και μάλιστα αξίας ανάλογης με τις στεγαστικές ανάγκες του, και αφετέρου δεν αποτελούν έξοδο δυασανάλογο με την οικονομική του κατάσταση -, δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε ότι θα οδηγηθεί σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών με βάση τα εισοδήματα του, και επίσης ότι δεν μπορούσε να προβλέψει την σημαντική μείωση των εισοδημάτων του λόγω της πασίδηλης οικονομικής κρίσης ,ούτε μπορούσε να προβλέψει την κατάσταση της υγείας του τέκνου του και την εξ αυτής αύξηση των δαπανών του.

Τα περιστατικά αυτά, που το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 του ν. 3869/2020 την οποία εφάρμοσε, ώστε να μην καταγνωστεί σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου δανειολήπη - αιτούντος δολιότητα κατά τη σύναψη των δανειακών του υποχρεώσεων.

Επομένως, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την απορριπτική του κρίση της ως άνω ένστασης δόλου, που προβλήθηκε από το αναιρεσείον και δεν απαιτούνταν άλλες αιτιολογίες για την πληρότητα του άνω σαφούς αποδεικτικού του πορίσματος. Συνακόλουθα, ο εξεταζόμενος τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντα σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής χωρίς αιτιολογία άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το άνω Δικαστήριο της ουσίας και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο επαρκές και σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη του προβληθέντος από αυτήν ισχυρισμού ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμών, ο οποίος δεν έγινε δεκτός από το Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ως ορθό.

Με τις αιτιάσεις, δε ,αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές εκτιθέμενο (στην προσβαλλομένη απόφαση) αποδεικτικό πόρισμα ότι, ο αναιρεσίβλητος δεν περιήλθε από δόλο σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων και ότι συνακόλουθα η προταθείσα από το αναιρεσείον σχετική ένσταση δόλου είναι αβάσιμη κατ'ουσίαν και απορριπτέα.

Τέλος, το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου τούτου με την αιτίαση ότι, το Δικαστήριο αφενός μεν δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 5 του ν. 3869/2010 και αφετέρου διέλαβε ανεπαρκή άλλως αντιφατική αιτιολογία, καθώς απέρριψε σιγή τον προβληθέντα με την έφεση του ισχυρισμό, ο οποίος ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δή ότι: "παρά το ότι έκρινε α) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς συνυπολόγισε τις καταβολές του πρώτου αναιρεσιβλήτου -αιτούντος βάσει της προσωρινής διαταγής του Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης στις καταβολές του άρθρου 9 παρ. 2, β) ότι ο αιτών δεν τήρησε την υποχρέωσή του βάσει της προσωρινής διάταξης, αλλά προέβη σε άτακτες καταβολές και γ) ότι οι καταβολές αυτές υπολείπονταν του ποσού της οριστικής ρύθμισης εν συνεχεία δεν διέλαβε κρίση περί της καταβολής της διαφοράς αυτής στους πιστωτές συμμέτρως βάσει του άρθρου 9 παρ. 5 του ν. 3869/2010".

Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα, προεχόντως ως απαράδεκτη, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το αναιρεσείον είχε προβάλει ως λόγο έφεσης ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν διέλαβε κρίση για την καταβολή της διαφοράς μεταξύ των καταβολών ποσού 100 ευρώ μηνιαίως με βάση την προσωρινή διάταξη και του ποσού της οριστικής ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 ν. 3869/2010 ποσού 300 ευρώ, ήτοι της δικαστικής ρύθμισης των χρεών ,ενώ με το αναιρετήριο παραπονείται για πρώτη φορά ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο δεν διέλαβε κρίση σχετικά με την έντοκη καταβολή του ποσού της διαφοράς μεταξύ του ποσού των 100 ευρώ μηνιαίως που είχε ορισθεί με την προσωρινή διαταγή του Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης και του ποσού των 146,90 ευρώ που όρισε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ.2 του ν. 3869/2010 για τη διάσωση του ποσοστού συγκυριότητας του αιτούντος επί της κύριας κατοικίας του.

Συνεπώς, ο ως άνω μη προταθείς νόμιμα ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, περί μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 9 παρ.5 του ν. 3869/2010, για την οποία δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προτείνεται απαραδέκτως πρώτη φορά με το δικόγραφο της αναίρεσης. Μετά από αυτά, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναίρεσης παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ'άρθρο 28 παρ.4 του ν.2579/1998 (ΑΠ 1190/2023, ΑΠ 545/2023, ΑΠ 1050/2021, ΑΠ 1047/2021), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 810/2021, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-9-2020 και με αριθμό έκθεση κατάθεσης 9/2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 74/2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ