Legislator Case Law & Legislation
705/2023 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision, upholds appeal, and dismisses seizure annulment as inadmissible while trying the case substantively.

Case Number 705/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision and upheld the appellant's appeal, ordering a substantive trial on the merits. The respondent had filed an annulment action against a seizure report and auction notice, which the lower court rejected. The Court ruled that since the respondent's appeal sought the rejection of the annulment, the annulment must be dismissed as inadmissible, and the case proceeds to a full trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 522, 106, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; When an appeal seeks the rejection of an annulment action, the annulment must be dismissed as inadmissible, and the court must try the case substantively.

Keywords

AI generated
annulment action inadmissibility substantive trial procedure seizure report annulment auction notice annulment appeal rejection grounds court costs allocation procedural annulment dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 937 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 643 and 591 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 705 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 705/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τόλη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Λ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία - Παναγιώτα Λιμνίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/6/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11224/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3602/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/10/2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 7-10-2021, αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 7910/2021, ΕΑΚ 986/2021, Αριθ. Δικ. 1976/2021) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 3602/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4055/2012, εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 643 και 591 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, επί των αντίθετων, από 22-10-2020 και από 12-4-2021, εφέσεων των διαδίκων κατά της 11.224/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 14-6-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ήδη αναιρεσίβλητος με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών, από 14-6-2013, ανακοπή του (933 ΚΠολΔ) ζήτησε, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτή, να ακυρωθούν: (α) η 2365/21-11-2008 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Χ.

Τ., (β) η 3305/21-2-2013 ΚΒ' περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή και (γ) η 43650/15-5-2013 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθηνάς Καραμανλή μετά του διενεργηθέντος στις 15-5-2013 αναγκαστικού πλειστηριασμού του περιγραφόμενου ακινήτου του. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 11224/2020 απόφασή του απέρριψε ως εκπρόθεσμη την ανακοπή, κατά το μέρος με το οποίο ο ανακόπτων ζητούσε την ακύρωση των δύο πρώτων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ κατά το μέρος με το οποίο ζητείτο η ακύρωση της έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης την έκρινε εμπρόθεσμη και στη συνέχεια την δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν και ακύρωσε την εν λόγω πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης (και την 43729/2013 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης).

Κατά της άνω απόφασης άσκησαν, ο μεν ανακόπτων την από 12-4-2021 έφεση, η δε καθ' ης η ανακοπή την από 22-10-2020 αντίθετη έφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 3602/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αμφότερες οι εφέσεις απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης.

Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που συνίσταται στην ανάγκη δικαστικής προστασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), κρίσιμος, δε, χρόνος για την ύπαρξή του είναι κατ' αρχάς ο χρόνος άσκησης του ενδίκου μέσου, οπωσδήποτε όμως πρέπει να υφίσταται και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, αν δε κατά το διάστημα από την άσκηση του ενδίκου μέσου και πριν από τον άνω κρίσιμο χρόνο εκλείψει το έννομο συμφέρον, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται (ΑΠ 1488/2022, ΑΠ 1268/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με τις κατατεθείσες στις 14-11-2022, ήτοι είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, προτάσεις του προβάλλει ισχυρισμό απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας κατά τη συζήτησή της. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι παράλληλα με τη δικονομική πορεία της ένδικης ανακοπής για την ακύρωση του πλειστηριασμού, εξαιτίας του ότι το επιτευχθέν πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων δανειστών, η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον 43911/2013 πίνακα κατάταξης δανειστών, στον οποίο δεν κατατάχθηκε κανένας δανειστής, διότι όλο το πλειστηρίασμα χρησιμοποιήθηκε προς κάλυψη των εξόδων της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ότι τον πίνακα πρόσβαλε με την από 14-6-2013 ανακοπή του ο (μη διάδικος) δανειστής του, Γ. Κ., επί της οποίας εκδόθηκε η 2150/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία μεταρρυθμίστηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης, από τον οποίο αποβλήθηκε ο δικαστικός επιμελητής και στη θέση του κατατάχτηκε ο ανακόπτων.

Ότι κατά της ως άνω απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε την από 22-4-2022 έφεσή της, επί της οποίας εκκρεμεί η έκδοση απόφασης, με λόγο έφεσης της οποίας ισχυρίζεται ότι ο αναγκαστικός πλειστηριασμός έχει ακυρωθεί τελεσίδικα με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με αριθμό 3602/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποδεχόμενη με τον τρόπο αυτό την ανωτέρω απόφαση, με συνέπεια να στερείται εννόμου συμφέροντος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

Ο ισχυρισμός αυτός περί απαραδέκτου είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, η αναφορά στο δικόγραφο της προαναφερόμενης έφεσης, κατά της εν λόγω απόφασης, που εκδόθηκε μεταξύ διαφορετικών διαδίκων, περί της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφασης, δεν συνεπάγεται αποδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους της αναιρεσείουσας, η οποία, αφού ο ένδικος πλειστηριασμός δεν έχει ακυρωθεί αμετακλήτως, έχει έννομο συμφέρον να συνεχίσει την παρούσα δίκη, με την οποία επιδιώκει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να κριθεί εκ νέου η από 22-10-2020 έφεσή της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την οποία ζητεί την εξαφάνιση της προαναφερόμενης, με αριθμό 11224/2020, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με σκοπό την απόρριψη της ένδικης ανακοπής.

Από τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4055/2012, που εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης ανακοπής, προκύπτει, ότι, αν η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης εγείρεται μετά την κατακύρωση, πρέπει να απευθύνεται κατά του υπερθεματιστή και του επισπεύδοντος δανειστή, μεταξύ των οποίων δημιουργείται δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, γιατί η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, αφού, εξαιτίας της πλήρους γι' αυτούς ταυτότητας του αντικειμένου της δίκης, δεν μπορεί να νοηθεί ουσιαστική κρίση ακυρότητας του πλειστηριασμού για τον ένα και κύρους για τον άλλο (ΟλΑΠ 11/1992, 44/2020, ΑΠ 565/2015, ΑΠ 272/2015, ΑΠ 1433/2012).

Σημειώνεται ότι ήδη ο νομοθέτης, εναρμονιζόμενος με την ανωτέρω νομολογία, με το άρθρο 57 του Ν. 4842/2021 πρόσθεσε στο άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ τέταρτο εδάφιο, με το οποίο ορίζεται πλέον ρητά ότι η ανακοπή κατά του πλειστηριασμού απευθύνεται, με ποινή το απαράδεκτο, κατά του επισπεύδοντα δανειστή και κατά του υπερθεματιστή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού χαρακτήρα διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 384/2020, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 933/2019).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι όταν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις της προαναφερόμενης διάταξης, δηλαδή αν πρόκειται, α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωσή της, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο και να διευκρινίζεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 1272/2021, ΑΠ 721/2020, ΑΠ233/2020, ΑΠ 353/2020).

Τα ανωτέρω ισχύουν για όλους του αναιρετικούς λόγους και εκείνον του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 14/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, κατά παραβίαση του άρθρου 76 παρ. 1α ΚΠολΔ, εσφαλμένα δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή κατά το μέρος, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος πρόσβαλε την τελευταία πράξη εκτέλεσης και συγκεκριμένα την 43650/2013 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης, καθόσον, αφού αυτή ασκήθηκε μετά την κατακύρωση του πλειστηριασμού στην υπερθεματίστρια, Α.

Κ., έπρεπε να απευθύνεται και κατά της τελευταίας, μεταξύ της οποίας και της αναιρεσείουσας (επισπεύδουσας) υπάρχει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας κατά την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1α ΚΠολΔ, διότι η διαφορά επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση. Ο άνω περί απαραδέκτου της ένδικης ανακοπής λόγος αναίρεσης παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, διότι, όπως εκτίθεται στο αναιρετήριο και προκύπτει, άλλωστε, από την ανάγνωση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση.

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, διότι ο αναιρεσίβλητος απευθύνει την ένδικη ανακοπή μόνο κατά της επισπεύδουσας - αναιρεσείουσας και, συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε παραδεκτή την ένδικη ανακοπή κατά το μέρος, με το οποίο προσβάλλεται η ανωτέρω τελευταία πράξη εκτέλεσης, παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτής.

Δεδομένου δε ότι η αναιρετική εμβέλεια αυτού του αναιρετικού λόγου εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση του διατυπούμενου με αυτή δεύτερου λόγου αναίρεσης. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει του ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικαστεί αυτή από το Δικαστήριο τούτο κατ' ουσία (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο τούτο δικάζον πλέον ως Εφετείο (άρθρο 522 ΚΠολΔ), στο οποίο μεταβιβάστηκε η υπόθεση με την από 22-10-2020 έφεση της αναιρεσείουσας, έχει ως προς την ανακοπή την εξουσία που είχε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, παρότι δεν υποβλήθηκε ειδικό παράπονο από την εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) για το παραδεκτό της ανακοπής, κατά το μέρος με το οποίο ζητείται η ακύρωση της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης, εφόσον η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) με την έφεση ζητεί την απόρριψη της ανακοπής, έστω και για άλλο λόγο, το Δικαστήριο αυτό, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της ένδικης ανακοπής, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, πρέπει, αφού δεχθεί τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη 11224/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να κρατήσει και να δικάσει κατ' ουσίαν την υπόθεση και να απορρίψει την ένδικη ανακοπή (κατά το προαναφερόμενο μέρος της) ως απαράδεκτη.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα τόσο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όσο και του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της έφεσης. Τέλος, ο ανακόπτων που ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, καθώς και της κατ' αναίρεση δίκης, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ανέρχονται για τους πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ (ήτοι, ποσό τετρακοσίων (400) ευρώ για τον πρώτο βαθμό και ποσό εξακοσίων (600) ευρώ για τον δεύτερο βαθμό) και για την κατ' αναίρεση δίκη στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και συνολικά στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 3602/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν την από 22-10-2020 έφεση της αναιρεσείουσας.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 11224/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την από 14-6-2013 ανακοπή, κατά το μέρος με το οποίο ζητείται με αυτήν η ακύρωση της 43650/15-5-2013 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθηνάς Καραμανλή.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα των παραβόλων, τα οποία κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και της έφεσης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ανακόπτοντα - εφεσίβλητο - αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της καθ' ης η ανακοπή - εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της κατ' αναίρεση δίκης, τα οποία ανέρχονται, κατά τα αναφερόμενα στο παραπάνω σκεπτικό της παρούσας απόφασης, στο, συνολικό, ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2023.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ