Supreme Court dismisses appeal against tax authority decision regarding rent collection during lease invalidity period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision that partially accepted a tax objection. The State argued for a direct violation of substantive law, but the court found the lower court correctly applied the law regarding the lease's invalidity period. Consequently, the court ruled that the tax authority had no right to claim rent for the period when the lease was not active.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 576, 578 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine an appeal ex officio if the respondent fails to appear, and it dismisses appeals where the lower court correctly applied substantive law regarding the validity of contractual periods.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 705 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 705/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11/3/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Κατσιάνης ανέγνωσε την από 2/12/2021 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 3.462/6.11.2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της δικαστικής περιφέρειας του Εφετείου ... ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 11.3.2015 αίτησης αναίρεσης κατά της 7/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Α1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (10.1.2022), καθώς και κλήση του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την πληρεξούσια δικηγόρο του τελευταίου, ως νόμιμης αντικλήτου του, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο , ούτε κατέθεσε κατ` άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, σαν να ήταν παρών (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ.2).
Με την από 11.3.2015 και με αριθ. κατάθ. 36/11.3.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 7/29.1.2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του τότε εκκαλούντος- καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την εκδοθείσα κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 103/28.1.2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 18.1.2013 ανακοπή του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ερήμην του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, και είχε ακυρωθεί η προσβληθείσα με αριθμό 7.774/22.10.2012 ταμειακή βεβαίωση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., επαναδικάζοντας, όμως την τελευταία (ένδικη ανακοπή), δέχτηκε πάλι αυτήν εν μέρει ακυρώνοντας την ως άνω ταμειακή βεβαίωση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552,553,556,558,564 παρ.1 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, και εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθόσον η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει κατατεθεί προ της 1.1.2016(άρθρο ένατο παρ.2 του άρθρου 1 του Ν.4335/2015) "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας".
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά(ΟλΑΠ 45/1987,ΑΠ 7/2020, ΑΠ 575/2018), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 60/2019,ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρεπόταν αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 19 που ιδρύεται "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης"(ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 1083/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δη από επαρκή αιτιολογία, διότι δεν προσδιόρισε επακριβώς το χρονικό σημείο της παράδοσης των κλειδιών από τον αναιρεσίβλητο στον εκμισθωτή Λ.
Κ., γεγονός που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εφόσον, αν ήθελε υποτεθεί ότι η παράδοση των κλειδιών του μισθίου κατόπιν συναινετικής συμφωνίας λύει τη μίσθωση, θα έπρεπε να προσδιορίζεται επακριβώς στην αναιρεσιβαλλόμενη αν η παράδοση αυτή έλαβε χώρα πριν ή μετά τη λήξη της δωδεκαετίας και πριν ή μετά την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας των εννιά μηνών για την άσκηση κατ' άρθρο 599 παρ.1 και 608 παρ.1 ΑΚ της αξίωσης προς απόδοση του μισθίου.
Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, στις δε ειρηνοδικειακές υποθέσεις οι αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνταν στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, στους οποίους, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της ισχύος της, δεν προβλέπονταν αντίστοιχος λόγος αναίρεσης με εκείνον εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα, ενώ, όπως προεκτέθηκε, η απαρίθμηση των προαναφερομένων λόγων αναίρεσης του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι περιοριστική και, συνεπώς, δεν ήταν δυνατόν να προβληθεί, πλην των ανωτέρω, οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των προμνημονευομένων αποφάσεων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1 παρ.2 και 2 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) και 4 παρ.7 του ν. 2238/1994 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", προκύπτει ότι ο υπόχρεος έναντι του Δημοσίου προς καταβολή φόρου για εισόδημα που αποκτά από την εκμίσθωση ακινήτου, όπως είναι και ο εκμισθωτής αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 20 του άνω ν.2238/94, μπορεί να εκχωρήσει προς το Δημόσιο τα μη εισπραχθέντα από αυτόν μισθώματα, στην καταβολή των οποίων υποχρεούται ο μισθωτής, με σχετική δήλωσή του, που υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., παραδίδοντας συγχρόνως σ' αυτόν τα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαιτήσεως έγγραφα.
Από της δηλώσεως αυτής του εκχωρητού, συνοδευομένης με βεβαίωση του ιδίου ότι δεν κατέχει άλλα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαιτήσεως έγγραφα, το Δημόσιο ως εκδοχέας της εκχωρούμενης απαιτήσεως υποκαθίσταται ως προς την απαίτηση αυτή στα δικαιώματα του εκχωρητού, ως ειδικός διάδοχος αυτού, μη απαιτουμένης, κατά την ειδικώς ρυθμίζουσα την εκχώρηση αυτή διάταξη του άνω άρθρου 4 παρ.7 του ν. 2238/94, αναγγελίας της εκχωρήσεως προς τον εκχωρούμενο οφειλέτη, η δε εκχωρούμενη απαίτηση αποτελεί δημόσιο έσοδο που εισπράττεται από τον εκχωρούμενο οφειλέτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε..
Στον εκχωρούμενο οφειλέτη, εναντίον του οποίου επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση προς είσπραξη της ως άνω ιδιωτικής φύσεως εκχωρηθείσης απαιτήσεως, παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά τα άρθρα 73 επ. του Κ.Ε.Δ.Ε., η οποία δικάζεται από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 583- 585 Κ.Πολ.Δ..
Με την ανακοπή αυτή επιτρέπεται η προβολή κάθε αντιρρήσεως, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κατά του νομίμου τίτλου και της απαιτήσεως, στην απόδειξη της οποίας υποχρεούται το καθού η ανακοπή Δημόσιο (ΑΠ 645/2017, ΑΠ 1245/2010). Περαιτέρω στη μεν διάταξη του άρθρου 1 του π.δ. 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων" ορίζονται οι υπαγόμενες στις διατάξεις του π.δ/τος αυτού μισθώσεις ακινήτων με τις προστατευόμενες δραστηριότητες, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 3 του ίδιου ως άνω π.δ.
ορίζονται, στην παρ.1 αυτού, ότι στις διατάξεις του παρόντος "υπάγονται και οι μισθώσεις ή υπομισθώσεις χώρων με εγκαταστάσεις για τη διάθεση στο κοινό υγρών καυσίμων, εφόσον η μίσθωση ή υπομίσθωση αποτελεί παράλληλα προϋπόθεση για να λειτουργεί σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ μισθωτή και εκμισθωτή ή υπομισθωτή και υπεκμισθωτή", και στην παρ.2 ότι "Οι παραπάνω μισθώσεις ή υπομισθώσεις λύνονται σε κάθε περίπτωση αυτοδικαίως:
α)αν λυθεί η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας: αα)ύστερα από καταγγελία για υπαίτια παράβαση όρου της, ββ)για λόγο προβλεπόμενο από το νόμο, γγ)από ανώτερη βία, β) αν καταδικασθεί αμετάκλητα ο μισθωτής ή ο υπομισθωτής για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα σχετικό με την ελλειμματική παράδοση προϊόντων που διαπράχθηκε κατά υποτροπή με δόλο".
Στο άρθρο 5 παρ.1 του ίδιου ως άνω π.δ., όπως διαμορφώθηκε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ.6 του ν. 2741/1999, η νόμιμη διάρκεια των μισθώσεων, που υπάγονται στο εν λόγω π.δ/μα, είναι δωδεκαετής. Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 παρ.8 του ν.2741/1999, η ως άνω ρύθμιση καταλαμβάνει και τις υφιστάμενες μισθώσεις, δηλαδή αυτές που έχουν καταρτιστεί πριν από την ισχύ του νόμου τούτου (28.09.1999) και δεν έχουν συμπληρώσει συνολικό χρόνο δώδεκα ετών.
Επίσης, κατά τα άρθρα 60 παρ. 1 και 61 του ίδιου ως άνω προεδρικού διατάγματος 34/1995, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με τις παρ. 14 και 15 του άρθρου 7 ν.2741/1999, αντίστοιχα, ορίζονται στο μεν άρθρο 60 παρ.1 ότι "Σε περίπτωση απόδοσης του μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης σύμφωνα με τις παραγράφους 10 έως 14 του άρθρου 58 του παρόντος και σε κάθε περίπτωση λήξης της μίσθωσης λόγω συμπλήρωσης δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει στο μισθωτή για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της λήξης της μίσθωσης είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 61 ότι "Τα ποσά του προηγούμενου άρθρου δεν οφείλονται στις εξής περιπτώσεις:
α. Αν ο μισθωτής αποχωρήσει οικειοθελώς από το μίσθιο. β.... γ... δ. Στις περιπτώσεις που η αγωγή απόδοσης του μισθίου για λήξη της μίσθωσης, που έχει επέλθει είτε σύμφωνα με τις παραγράφους 10 έως 14 του άρθρου 58 του παρόντος είτε λόγω συμπλήρωσης δωδεκαετίας, ασκηθεί μετά παρέλευση εννέα (9) μηνών από αυτή τη λήξη της μίσθωσης.
Μετά την άπρακτη πάροδο του εννεαμήνου η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για τέσσερα (4) χρόνια, μετά δε τη λήξη της τετραετίας δεν οφείλονται τα ποσά του προηγούμενου άρθρου". Από την ανωτέρω τελευταία διάταξη προκύπτει ότι η οριστική λήξη της μίσθωσης λόγω παρόδου της δωδεκαετίας, εξαρτάται από μελλοντική συμπεριφορά του δικαιούχου της αξίωσης και συγκεκριμένα αν αυτός θα ασκήσει ή όχι εμπροθέσμως την κατ' άρθρο 599 παρ. 1 και 608 παρ. 1 ΑΚ αξίωση προς απόδοση του μισθίου, με την άσκηση της οποίας η λήξη καθίσταται οριστική (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1542/2012, ΑΠ 288/2010).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, όπως προεκτέθηκε, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, μεταξύ άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος αντιστοιχεί προς τον λόγο αναίρεσης που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τον οποίο, όμως, δεν ταυτίζεται απολύτως(ΑΠ 894/2018, ΑΠ 60/2019). Εξάλλου ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Ο λόγος αυτός, πριν την αντικατάσταση του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δυνάμει του άρθρου τρίτου του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, αφορούσε μόνο την ευθεία παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όχι την εκ πλαγίου, ήτοι την αντίστοιχη εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση για ανεπάρκεια και αντίφαση των αιτιολογιών της απόφασης(ΑΠ 1130/2009, ΑΠ 1083/2008, ΑΠ 2053/2007,ΑΠ 470/2007, ΑΠ 1884/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υποθέσεως και τα ακόλουθα κρίσιμα για την έρευνα της αναιρέσεως πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 1.6.1999 μισθωτηρίου συμφωνητικού ο Λ.
Κ.(μη διάδικος στην παρούσα δίκη)εκμίσθωσε στον ανακόπτοντα, Κ. Κ., το υπό στοιχείο Κ-1 ισόγειο κατάστημα οικοδομής, που βρίσκεται στην Λαμία επί της οδού ..., και έχει επιφάνεια 67,50 τ.μ., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως πρατήριο υγρών καυσίμων, έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 440 ευρώ. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για πέντε (5) έτη, αρχόμενη την 1.6.1999 και λήγουσα την 1.6.2004.
Έκτοτε η εν λόγω μίσθωση, ως εμπορική, παρατάθηκε αναγκαστικά, κατ' άρθρο 5 του Π.Δ. 34/1995, μέχρι τη συμπλήρωση δωδεκαετίας από την έναρξή της, ήτοι μέχρι την 1.6.2011, οπότε αυτή(μίσθωση)έληξε με κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων ως άνω μερών. Τούτο σαφώς και αναντιλέκτως προκύπτει από την περιεχόμενη στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, ο οποίος επιπροσθέτως μετά λόγου γνώσεως βεβαίωσε, ότι ο ανακόπτων παρέδωσε στον ως άνω εκμισθωτή, ο δε τελευταίος παρέλαβε τα κλειδιά του μισθίου ως άνω καταστήματός του.
Συνεπώς, εφόσον ο ανακόπτων, μετά την 1.6.2011 (χρόνος λήξης της μίσθωσης), δεν εξακολούθησε να κάνει χρήση του μισθίου, δεν οφείλει στον ως άνω εκμισθωτή μισθώματα. Ωστόσο, ο τελευταίος (άνω εκμισθωτής)προέβη προς την Δ.Ο.Υ. ... στην με αρ. πρωτ. 17629/31.5.2012 δήλωση εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου, κατ' άρθρο 4 παρ.7 ν.2238/1994, με την οποία εκχώρησε προς την ως άνω Δ.Ο.Υ.
φερόμενη απαίτησή του σε βάρος του ανακόπτοντος μισθωτή, ύψους 2.200 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα της περιόδου από 1.8.2011 έως 31.12.2011. Βάσει δε της ως άνω εκχωρήσεως, η Δ.Ο.Υ. ... προχώρησε στην ταμειακή σε βάρος του ανακόπτοντος βεβαίωση του πιο πάνω ποσού και συγκεκριμένα εξέδωσε την 7.774/22.10.2012 ταμειακή βεβαίωση, με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος του ανακόπτοντος το ποσό των 2.200 ευρώ, που προέκυψε από την προαναφερόμενη δήλωση εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου...
Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται, ότι η εκχωρούμενη κατά τα άνω απαίτηση του εκμισθωτή δεν υφίσταται, διότι η προαναφερθείσα μίσθωση δεν ήταν ενεργής κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2011 έως 31.12.2011. Ο ισχυρισμός αυτός, που είναι νόμιμος(άρθρ. 1 και 5 παρ.1 του ΠΔ 34/1995), αποδεικνύεται βάσιμος κατ' ουσίαν, αφού, όπως προεκτέθηκε, η ως άνω μίσθωση έληξε την 1.6.2011 και ως εκ τούτου ο άνω εκμισθωτής δεν είχε δικαίωμα να αξιώσει από τον ανακόπτοντα τα μισθώματα της ανωτέρω χρονικής περιόδου, τα οποία φέρεται ότι δεν εισέπραξε και τα οποία εν συνεχεία εκχώρησε προς την Δ.Ο.Υ. ....
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης ανακοπής και, παρελκομένης της εξετάσεως των λοιπών αυτής λόγων, να γίνει εν μέρει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που είχε δικαστεί ερήμην πρωτόδικα, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την ανακοπή και είχε ακυρώσει την υπ' αριθμ. 7774/22.10.2012 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., και κρατώντας και επαναδικάζοντας την ανακοπή, δέχτηκε αυτήν εν μέρει και ακύρωσε την ως άνω με αριθμό 7.774/22.10.2012 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ....
Με αυτά που δέχθηκε, και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1,3, 5 παρ.1, 60 και 61 του π.δ. 34/1995, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, εφόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι η επίδικη μίσθωση δεν ήταν ενεργής κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2011 έως 31.12.2011 και ως εκ τούτου ο άνω εκμισθωτής δεν είχε δικαίωμα να αξιώσει από τον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσίβλητο τα μισθώματα της ανωτέρω χρονικής περιόδου, με αποτέλεσμα η εκχωρούμενη κατά τα άνω απαίτηση του εκμισθωτή να μην υφίσταται, δικαιολογούν την ακύρωση της με αριθμό 7.774/22.10.2012 ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ....
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ(και όχι εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως εκ παραδρομής το αναιρεσείον αναφέρει)πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου συντελεσθείσα με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους προεκτεθέντες στην αρχή εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος με αυτόν, υπό την επίκληση της άνω παραβιάσεως, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Λόγω δε της ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου, δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος. Σημειώνεται, τέλος, ότι το αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 19 παρ.1 του Ν.Δ. της 26-6/10-7-1944 σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931(ΦΕΚ Α' 239/1931) σε κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση αναίρεσης, γι' αυτό και δεν διαλαμβάνεται, επίσης, σχετική διάταξη στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11.3.2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ