Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, ruling facts were proven and appeal inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens regarding a labor contract termination dispute. The appellant argued the employer acted in bad faith by terminating the contract shortly after the appellant made negative comments on a rival TV program, claiming this fact was accepted without proof. The court rejected this, stating the employer had the right to terminate for breach of loyalty but could not do so while the employee was on authorized leave, rendering the termination void ab initio. Consequently, the appeal was found inadmissible as it did not affect the case outcome, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 1 C.P.D.; Art. 559 no. 10 C.P.D.: An appeal is inadmissible if the alleged error did not have a decisive influence on the judgment, as the court's acceptance of facts without proof must substantially alter the result to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 705 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 705/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Μ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σάββα Ενωτιάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "A... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Καναβάρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 4180/3-8-2009. Εκδόθηκαν η 1342/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 287/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε ο ενάγων με την από 15-10-2014 και με αριθμό κατάθεσης 1027/5-12-2014 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1134/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 287/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Το δικαστήριο της παραπομπής εξέδωσε την 1192/2017 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-12-2017 και με αριθμό κατάθεσης 77/26-1-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 30-7-2009 και με αριθμό κατάθεσης 4180/3-8-2009 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ισχυρίσθηκε ότι είχε προσληφθεί από την εναγομένη, την 1-9-2003, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αρχικά ορισμένου χρόνου, η οποία την 1-2-2007 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως δημοσιογράφος- παρουσιαστής για τις ανάγκες του ενημερωτικού, ειδησεογραφικού προγράμματος του τηλεοπτικού σταθμού της εναγομένης.
Ότι από τότε απασχολήθηκε συνεχώς στην υπηρεσία της εναγομένης μέχρι την 29-7-2009, οπότε η τελευταία του κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, διότι ασκήθηκε καταχρηστικά για τους εκεί αναφερόμενους λόγους. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 37.230 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-8-2009 έως 30-10-2010, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, καθώς και να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του στο μέλλον, όπως πριν την απόλυσή του, με απειλή χρηματικής ποινής ποσού 5.000 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης να συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή της αυτή.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 1342/2011 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 28.470 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας, καθώς και να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες του στο μέλλον, όπως και πριν την καταγγελία, με απειλή χρηματικής ποινής ποσού 200 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της.
Ασκηθείσας έφεσης κατ' αυτής, εκδόθηκε η 287/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκεί εκκαλουμένη απόφαση και, αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, απορρίφθηκε αυτή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 15-10-2014 αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την 1134/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ειδικότερα, με την αναιρετική απόφαση κρίθηκε ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ενώ διαπίστωσε ότι οι σχετικές με τα συμβατικά καθήκοντα του αναιρεσείοντος δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων στην ένδικη σύμβαση εργασίας ήσαν ασαφείς και για το λόγο αυτό δημιούργησαν στο δικαστήριο αμφιβολία ως προς την πραγματική τους έννοια, σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα αν στα καθήκοντα του αναιρεσείοντος περιλαμβανόταν και η απασχόλησή του στο πολιτικό ρεπορτάζ, κατέληξε στην κρίση ότι περιλαμβανόταν στα συμβατικά καθήκοντα αυτού και η παροχή εργασίας στο τμήμα του πολιτικού ρεπορτάζ, κάνοντας αναφορά στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, χωρίς, όμως, να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ήτοι στα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, τους οποίους και παραβίασε με το να καταλήξει στο ανωτέρω ερμηνευτικό πόρισμα, χωρίς να τους εφαρμόσει.
Με βάση τα παραπάνω, αναίρεσε την απόφαση εκείνη για την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. Το δικαστήριο της παραπομπής εξέδωσε την 1192/2017 απόφασή του, με την οποία, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 23-12-2017 και με αριθμό κατάθεσης 77/26-1-2018 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2.Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΟλΑΠ 26/2004).
Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των μερών, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες, τοπικές και χρονικές και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, καθώς και τη φύση της σύμβασης. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν συντρέχουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει και όταν το δικαστήριο, έχοντας προβεί στην εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, καθώς και όταν παραθέτει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή μη των εν λόγω διατάξεων (ΑΠ 518/2018, ΑΠ 1225/2015, ΑΠ 527/2008).
3.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της έφεσης μετά την κατά τα ανωτέρω αναίρεση της προηγούμενης απόφασής του, με την προσβαλλόμενη 1192/2017 απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (ΚΠολΔ 561 παρ.2), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγμάτων κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη:
Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε την 3-9-2003 από την εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "A... ΑΕ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αρχικά ορισμένου χρόνου, η οποία την 1-2-2007 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, βάσει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να εργασθεί ως δημοσιογράφος - παρουσιαστής για τις ανάγκες του ενημερωτικού - ειδησεογραφικού προγράμματος του τηλεοπτικού σταθμού της εναγομένης.
Ότι, σύμφωνα με τον όρο 2 της εν λόγω (από 1-2-2007) σύμβασης εργασίας, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας αυτής και εφόσον αποφασισθεί σχετικά από τη διοίκηση της εταιρίας, αυτός ανέλαβε την υποχρέωση: "... α) να παρουσιάζει ή και να συμπαρουσιάζει δελτία ειδήσεων του σταθμού, αν χρειασθεί και όποτε το απαιτήσουν οι ανάγκες του προγράμματος, των οποίων η ημέρα, η ώρα και η ακριβής διάρκεια θα καθορίζονται από την εταιρία.
Περαιτέρω, να παρουσιάζει ή και να συμπαρουσιάζει έκτακτα δελτία ειδήσεων ή και έκτακτες εκπομπές ενημερωτικού - ειδησεογραφικού περιεχομένου, όταν κριθεί αναγκαίο από την εταιρία και ειδικότερα, όταν η επικαιρότητα και οι ανάγκες του προγράμματος το απαιτούν, ανεξαρτήτως ζώνης, ημέρας, ώρας και χρονικής διάρκειάς τους, β) να παρουσιάζει ή και να συμπαρουσιάζει τηλεοπτικές εκπομπές ενημερωτικού - ειδησεογραφικού περιεχομένου και γ) να συμμετέχει, εφόσον του ζητηθεί από την εταιρία, i) στις συσκέψεις - συναντήσεις που αφορούν θέματα του αντικειμένου του και ii) στις κάθε είδους εκδηλώσεις της εταιρίας...".
Ότι αρχές του έτους 2009 η εναγομένη, ενόψει του ότι κατά το έτος 2008 παρουσίασε μεγάλες ζημίες, αναγκάσθηκε να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της, το οποίο περιλάμβανε αφενός τη μείωση των δαπανών της και αφετέρου την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των εργαζομένων της που θα παρέμεναν, δεδομένου ότι, στα πλαίσια του εν λόγω προγράμματος αναδιάρθρωσης, τέθηκε το Φεβρουάριο του έτους 2009 σε εφαρμογή πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της.
Ότι στο πρόγραμμα αυτό, το οποίο αρχικά είχε διάρκεια μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 2009, τέθηκε δε πάλι σε ισχύ από την 19-6-2009 έως 31-8-2009, εντάχθηκαν πολλοί συνάδελφοι του ενάγοντος, οι οποίοι, κάνοντας χρήση προνομιακών δυνατοτήτων, αποχώρησαν από τον τηλεοπτικό σταθμό της εναγομένης και έτσι η τελευταία πέτυχε με τον τρόπο αυτό να μειώσει το προσωπικό της, χωρίς να προβεί σε απολύσεις.
Ότι την 13-4-2009 και ενώ η πρώτη φάση του προγράμματος εθελουσίας εξόδου είχε ήδη λήξει, διαμηνύθηκε στον ενάγοντα, ο οποίος δεν είχε ενταχθεί στο εν λόγω πρόγραμμα, η απόφαση του Γενικού Διευθυντή Ειδήσεων και Ενημερωτικών Εκπομπών της εναγομένης, Β. Π., να απασχολείται αυτός πλέον, ως δημοσιογράφος, στο πολιτικό ρεπορτάζ του σταθμού και όχι να παρουσιάζει, όπως μέχρι τότε, δελτία ειδήσεων και ενημερωτικές εκπομπές, ενόψει και της προηγηθείσας απόφασης της εναγομένης να μη μεταδίδει ήδη από τις αρχές Απριλίου 2009 νυχτερινό δελτίο ειδήσεων, το οποίο παρουσίαζε κυρίως ο ενάγων.
Ότι το δικαίωμα της εναγομένης για αλλαγή των καθηκόντων του ενάγοντος προβλέπεται από τον όρο 4 της προαναφερθείσας σύμβασης εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, ο οποίος ορίζει ότι "...η εταιρία στα πλαίσια της νόμιμης άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος και ανάλογα με τις επιχειρηματικές και υπηρεσιακές της ανάγκες, θα προσδιορίζει τα εκάστοτε καθήκοντα του δημοσιογράφου - παρουσιαστή και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών του, ιδία θα καθορίζει τυχόν συμπαρουσίαση των ως άνω δελτίων ειδήσεων και των εκπομπών, είτε αφορούν την κάλυψη τρεχόντων, καθημερινών θεμάτων ή έκτακτων γεγονότων, θα του αναθέτει εκπομπές ενημερωτικού - ειδησεογραφικού κλπ περιεχομένου, θα τον μεταφέρει σε άλλη ή και σε άλλες εκπομπές κλπ".
Περαιτέρω το Εφετείο, σε σχέση με τα συμβατικά καθήκοντα του ενάγοντος, προβαίνοντας στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβληθέντων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δέχθηκε τα εξής: Ότι η ειδικότερη αναφορά των καθηκόντων, που η εναγομένη στα πλαίσια της νόμιμης άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος, κατά τον παραπάνω όρο 4, μπορεί να καθορίζει, όπως αυτά αναφέρονται μετά από τη λέξη "ιδία" στο κείμενο της εν λόγω σύμβασης, είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική, όπως προκύπτει και από τη λέξη "κλπ", που αναγράφεται στο τέλος του πιο πάνω όρου, γεγονός που υποδηλώνει, ότι η εναγομένη είχε το δικαίωμα να αναθέσει στον ενάγοντα και άλλα καθήκοντα, πλην των ως άνω παρατιθέμενων στον όρο 4 της σύμβασης.
Ότι ενισχυτικό της ως άνω δικαστικής κρίσης, περί του ότι στο αντικείμενο της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος περιλαμβανόταν και η άσκηση γενικής δημοσιογραφικής εργασίας και δεν περιοριζόταν αυτό αποκλειστικά και μόνο στην παρουσίαση ή συμπαρουσίαση δελτίων ειδήσεων ή και ενημερωτικών εκπομπών (όρος 2ος), είναι και το γεγονός ότι ρητά, με τον όρο 7.1 της ίδιας ως άνω σύμβασης, είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτού και της εναγομένης, να παραχωρεί αυτός οποτεδήποτε τις υπηρεσίες του, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με δανεισμό των υπηρεσιών του, σε οποιαδήποτε εταιρία- επιχείρηση του υποδείξει η εναγομένη, είτε αυτή είναι θυγατρική είτε είναι συγγενής εταιρία είτε όχι και ασχολείται με εκμετάλλευση ή και παραγωγή ή και εκπομπή τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων, παροχή δημοσιογραφικών υπηρεσιών, παροχή υπηρεσιών προβολής - επικοινωνίας, παροχή δημοσιογραφικού εκπαιδευτικού έργου κλπ, ή έχει συναφή με τα ως άνω δραστηριότητα.
Ότι από το περιεχόμενο των ως άνω όρων της σύμβασης, ερμηνευομένων όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων, προκύπτει ότι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων ήταν ότι στα καθήκοντα του ενάγοντος περιλαμβανόταν και η απασχόλησή του στο πολιτικό ρεπορτάζ, η δε πρόταση της εναγομένης για απασχόληση αυτού στο πολιτικό ρεπορτάζ δεν είχε τα χαρακτηριστικά της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, διότι δεν συνεπαγόταν ηθική μείωση αυτού.
Ότι ο ενάγων, θεωρώντας ότι η τοποθέτησή του ως δημοσιογράφου στο πολιτικό ρεπορτάζ (χωρίς να αποδειχθεί οικονομική υποβάθμιση) συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης και ότι η αλλαγή αυτή των καθηκόντων του δεν επιτρεπόταν από τη σύμβαση εργασίας του, αρνήθηκε να συζητήσει την παροχή εργασίας στο πολιτικό ρεπορτάζ, ενόψει δε της επιμονής της εναγομένης για την απασχόλησή του στον τομέα αυτό και όχι στην παρουσίαση των ειδήσεων, ο ενάγων διέδιδε την πρόθεσή του να παραιτηθεί και την 15-4-2009, μιλώντας σε μεσημβρινή εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού "..." με τον τίτλο "...", επιβεβαίωσε το γεγονός της "απειλούμενης παραίτησής του" από τη θέση εργασίας του, χωρίς βέβαια να αναφέρει τους λόγους που τον οδήγησαν στην απόφασή του αυτή.
Ότι ενόσω ο ενάγων έκανε χρήση της ετήσιας άδειάς του, την οποία ζήτησε και έλαβε την 15-4-2009, απέστειλε στην εναγομένη την από 13-5-2009 εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία- πρόσκληση, με την οποία της ζητούσε, εντός 5 ημερών από τη λήψη της, α) να του προσδιορίσει ποια θα είναι τα εργασιακά του καθήκοντα με την, μετά την άδεια, επάνοδό του (δηλαδή την 8-7-2009) στο χώρο εργασίας του και συγκεκριμένα ποια δελτία ή ενημερωτικές εκπομπές θα παρουσιάζει ή θα συμπαρουσιάζει ως δημοσιογράφος - παρουσιαστής με βάση τη σύμβαση εργασίας του και β) να τον προστατεύσει από τα κακόβουλα και συκοφαντικά δημοσιεύματα, που προσβάλλουν την αξιοπρέπειά του ως ανθρώπου και δημοσιογράφου (μέσω δελτίου τύπου που θα δηλώνει ότι εξακολουθεί να ισχύει η σύμβαση εργασίας του με τα συγκεκριμένα καθήκοντα), δεδομένου ότι είχε ήδη διαρρεύσει στον τύπο καθώς και στον διαδικτυακό χώρο το γεγονός της φερόμενης παραίτησής του.
Ότι τρεις ημέρες μετά τη λήψη της εξώδικης δήλωσης, η οποία επιδόθηκε την 18-5-2009 και στην οποία η εναγομένη δεν απάντησε, αφαιρέθηκε από το διαδικτυακό τόπο του τηλεοπτικού σταθμού της εναγομένης, από το τμήμα της επίσημης ιστοσελίδας του σταθμού που αφορά την ενημέρωση ..., όπου αναφέρονται όλοι οι δημοσιογράφοι- παρουσιαστές αυτού, το όνομα και η φωτογραφία του ενάγοντος.
Ότι στη συνέχεια ο ενάγων, με την από 8-6-2009 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση και διαμαρτυρία του, διαμαρτυρήθηκε και πάλι για την ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης και ζήτησε από αυτήν, όπως εντός τριών ημερών από τη λήψη της, αφενός να επανατοποθετήσει στην επίσημη ιστοσελίδα του σταθμού το όνομα και τη φωτογραφία του και αφετέρου να προσδιορίσει συγκεκριμένα τα εργασιακά του καθήκοντα ως δημοσιογράφου και παρουσιαστή, που θα κληθεί να εκπληρώσει με την επιστροφή του, την 8-7-2009, στο χώρο εργασίας του, σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας του.
Ότι ο ενάγων, μετά τη λήξη της άδειάς του, προσήλθε την 8-7-2009 στον τηλεοπτικό σταθμό της εναγομένης, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, πλην όμως η τελευταία δεν τον απασχόλησε στα καθήκοντα του δημοσιογράφου- παρουσιαστή. Ότι μετά από αυτά, ο ενάγων κατέθεσε την από 9-7-2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε την προστασία της προσωπικότητάς του και ειδικότερα να διαταχθεί η εναγομένη να τον απασχολεί προσωρινά στα καθήκοντα του δημοσιογράφου- παρουσιαστή, αναθέτοντας σε αυτόν να επιμελείται την παρουσίαση συγκεκριμένων ενημερωτικών εκπομπών μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ασκηθησόμενης τακτικής αγωγής του.
Ότι, στη συνέχεια, απέστειλε στην εναγομένη και την από 17-7-2009 τρίτη εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία και πρόσκληση, με την οποία δήλωνε ότι εξακολουθούσε να είναι στη διάθεσή της για πραγματική απασχόληση ανά πάσα στιγμή και ώρα αυτή το ζητήσει, προκειμένου να προσφέρει τις προβλεπόμενες από τη σύμβασή του υπηρεσίες.
Ότι την 29-7-2009 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση του ενάγοντος, καταβάλλοντάς του ως αποζημίωση απόλυσης, με βάση το χρόνο υπηρεσίας και το μηνιαίο μισθό του κατά την απόλυση, το ποσό των 7.665 ευρώ, το οποίο ο ενάγων τελικά εισέπραξε. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι στα καθήκοντα του ενάγοντος περιλαμβανόταν και η απασχόλησή του στο πολιτικό ρεπορτάζ, ότι η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση να τον απασχολεί αδιακρίτως και καθημερινά ως παρουσιαστή των δελτίων ειδήσεων ή άλλων ενημερωτικών εκπομπών του σταθμού της, αλλά αυτό εξαρτάτο απολύτως, κατά τη συμφωνία τους, από την εκάστοτε απόφαση της διοίκησης της εταιρίας, η οποία είχε το δικαίωμα, δυνάμει όρου της ως άνω σύμβασης, να τον απασχολήσει και σε άλλα καθήκοντα της ειδικότητάς του (4ος όρος) και ότι δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε από λόγους εκδίκησης, εξαιτίας της άσκησης εκ μέρους του της ως άνω από 9-7-2009 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η συζήτηση της οποίας είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο της 4-8-2009.
Συνακόλουθα, έκρινε ότι ήταν αβάσιμο το αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, καθώς και τα αιτήματα περί καταβολής μισθών υπερημερίας και περί πραγματικής αποδοχής των υπηρεσιών του στο μέλλον και αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.
4.Με την κρίση αυτή, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, ότι δηλαδή στα εργασιακά καθήκοντα του ενάγοντος περιλαμβανόταν και η απασχόλησή του στο πολιτικό ρεπορτάζ, είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Προσέτι, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που δικαιολογούν την ως άνω έννοια της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων με βάση τις αρχές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον παρατίθενται με επάρκεια και σαφήνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που πληρούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά κριτήρια και τα οποία οδηγούν, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, στη δοθείσα από το Εφετείο ερμηνεία της πραγματικής βούλησης των διαδίκων. Επομένως, κατά τη γνώμη που επικράτησε, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος.
5.Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου και ειδικότερα της προεδρεύουσας, Σοφίας Καρυστηναίου, με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που δεν δικαιολογούν την ως άνω έννοια της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων με βάση τις αρχές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και τούτο διότι, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, κατέληξε στο ερμηνευτικό πόρισμα ότι στα εργασιακά καθήκοντα του ενάγοντος περιλαμβανόταν και η απασχόλησή του στο πολιτικό ρεπορτάζ.
Ειδικότερα, παραθέτει αυτούσια τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, στην οποία περιγράφονται λεπτομερώς και με σαφήνεια τα καθήκοντα αυτού και μάλιστα σε ολόκληρο το κείμενο αυτό, ο ενάγων δεν αναφέρεται ως "συμβαλλόμενος" αλλά αντ' αυτού, όπως προκύπτει από την παράθεση του κειμένου, αναφέρεται σε όλους τους όρους του συμφωνητικού με κεφαλαία γράμματα ως "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ- ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ", με καθήκοντα να παρουσιάζει ή συμπαρουσιάζει δελτία ειδήσεων του σταθμού, τακτικές ή έκτακτες εκπομπές ενημερωτικού- ειδησεογραφικού περιεχομένου, να συμμετέχει σε συσκέψεις της εταιρίας που αφορούν θέματα του αντικειμένου του (εσωτερικού ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ- ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗ), δηλαδή από το πνεύμα και τις επιμέρους συμφωνίες, που διαπνέουν την όλη σύμβαση, προκύπτει ότι τα καθήκοντα του ενάγοντος ήταν σαφή και προσδιορισμένα επακριβώς ως δημοσιογράφου- παρουσιαστή, ασκούμενα εντός των εγκαταστάσεων του σταθμού.
Στη συνέχεια, όμως, με τις πιο πάνω παραδοχές, δέχεται αντιφατικά ότι, από την εφαρμογή του στη συνέχεια αναγραφόμενου όρου ότι "Η εταιρία στα πλαίσια της νόμιμης άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος και ανάλογα με τις επιχειρηματικές και υπηρεσιακές της ανάγκες, θα προσδιορίζει τα εκάστοτε καθήκοντα του δημοσιογράφου - παρουσιαστή και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών του, ιδία θα καθορίζει τυχόν συμπαρουσίαση των ως άνω δελτίων ειδήσεων και των εκπομπών, είτε αφορούν την κάλυψη τρεχόντων, καθημερινών θεμάτων ή έκτακτων γεγονότων, θα του αναθέτει εκπομπές ενημερωτικού - ειδησεογραφικού κλπ περιεχομένου, θα τον μεταφέρει σε άλλη ή και σε άλλες εκπομπές κλπ", καθώς και του τελικού όρου 7.1 της ίδιας ως άνω σύμβασης, είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτού και της εναγομένης να παραχωρεί αυτός οποτεδήποτε τις υπηρεσίες του, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με δανεισμό των υπηρεσιών του, σε οποιαδήποτε εταιρία- επιχείρηση του υποδείξει η εναγομένη, είτε αυτή είναι θυγατρική είτε είναι συγγενής εταιρία είτε όχι και ασχολείται με εκμετάλλευση ή και παραγωγή ή και εκπομπή τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων, παροχή δημοσιογραφικών υπηρεσιών, παροχή υπηρεσιών προβολής- επικοινωνίας, παροχή δημοσιογραφικού εκπαιδευτικού έργου κλπ, ή έχει συναφή με τα ως άνω δραστηριότητα, η εναγομένη είχε συμβατική δυνατότητα, ασκώντας το διευθυντικό της δικαίωμα, να αναθέσει σε αυτόν άλλα καθήκοντα, εκτός του ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ- ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗ, δηλαδή αυτά του πολιτικού ρεπορτάζ (μεταβολή την οποία θεώρησε ο ενάγων ως βλαπτική) ως δημοσιογραφική υπηρεσία, την οποία συμφώνησε αυτός (σύμφωνα με τη διασταλτική ερμηνεία του ακροτελεύτιου όρου της σύμβασής του) να παρέχει.
Δέχθηκε, δηλαδή, η προσβαλλόμενη απόφαση με εντελώς αντιφατικές αιτιολογίες ότι, ενώ συμφώνησε ούτος, όπως προκύπτει από το σύνολο της σύμβασης εργασίας του, συνολικά εκτιμώμενης κατά το πνεύμα αυτής κατά τις αρχές της καλής πίστης και λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, να εργασθεί ως ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ- ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ, στη συνέχεια ερμήνευσε στον όρο "να παρέχει δημοσιογραφικές υπηρεσίες" ότι η εναγομένη είχε συμβατικό δικαίωμα να του αναθέτει πολιτικό ρεπορτάζ, έστω και με την ίδια αμοιβή, το οποίο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι άσκηση δημοσιογραφίας μεταβαίνοντας και σε εξωτερικό ρεπορτάζ, ήτοι σε διαφορετικούς κάθε φορά τόπους, τελείως διαφορετική από αυτή για την οποία αποκλειστικά προσλήφθηκε και συμφώνησε ρητά και ειδικά να παρέχει τις υπηρεσίες του ως "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ- ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΗΣ".
Δηλαδή, παρατίθενται ασαφώς και αντιφατικά τα συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία οδήγησαν στην ερμηνεία της πραγματικής βούλησης των διαδίκων, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Τούτο δε διότι ενώ, σε όλες τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες ερμηνεύονται ως προς το σύνολό τους, δηλαδή τους βασικούς τους όρους και το πνεύμα από το οποίο διαπνέονται, πρέπει το αντικείμενο εργασίας του εργαζομένου να εκτίθεται σαφώς και εν προκειμένω, πράγματι, από την παράθεση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος τα καθήκοντα αυτού ήταν καθορισμένα σαφώς και λεπτομερώς, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια, κατά την ερμηνεία του όρου 7.1 αυτής, δεν αιτιολογείται επαρκώς για ποιο λόγο, ενώ σύμφωνα με την πιο πάνω σύμβαση τα καθήκοντά του ήταν σαφή και εξειδικευμένα, στη συνέχεια έγινε δεκτό, αντίθετα με το πνεύμα από το οποίο διαπνέεται η συγκεκριμένη σύμβαση εργασίας, ότι η εναγομένη μπορεί να καθορίζει τους όρους εργασίας του ενάγοντος, κατά την κρίση της και σύμφωνα με τις λειτουργικές της ανάγκες, διευρύνοντας υπέρμετρα το κατά την κρίση της διευθυντικό της δικαίωμα, παρά τα συνολικώς συμφωνηθέντα.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ η έρευνα των λοιπών λόγων είναι περιττή.
6.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 573/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά έγγραφα και συγκεκριμένα 1) την 7523/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα επί της από 9-7-2009 αίτησης του ήδη αναιρεσείοντος περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων (η οποία είχε προσδιορισθεί να συζητηθεί την 4-8-2009), με τις ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων στο σημείωμα που κατέθεσε μαρτύρων του, που με επίκληση προσκόμισε ο αναιρεσείων για την απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης έγινε για να καταστήσει άνευ αντικειμένου τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε την προστασία της προσωπικότητάς του, υπό τη μορφή της πραγματικής απασχόλησης, 2) τα προγράμματα παρουσιαστών ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού Α' και Β' περιόδου (από 8-7-2008 έως 15-4-2009 και από 20-7-2009 έως 2-5-2010, αντίστοιχα), που με επίκληση προσκόμισε ο αναιρεσείων για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ο πραγματικός λόγος της απόλυσής του ήταν η επιλογή της αναιρεσίβλητης να προωθήσει στη θέση του την συνάδελφό του Α.
Κ., προερχόμενη από το καλλιτεχνικό ρεπορτάζ, έναντι της οποίας υπερείχε σε προσόντα, καθώς και ότι δεν υπήρχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι για την απόλυσή του, διότι η αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο της απόλυσης, προέβη σε προσλήψεις άλλων παρουσιαστών στο τμήμα ενημέρωσης του σταθμού. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν συνέτρεξε λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "τα νόμιμα συναγόμενα δικαστικά τεκμήρια από τις νόμιμα επικαλούμενες και προσαγόμενες από τον ενάγοντα με αριθμούς 5989/29-7-2009 και 6030/3-8-2009 ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών μαρτύρων, που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης συναφούς δίκης μεταξύ των αυτών διαδίκων, καθώς και από όλα τα λοιπά έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν" (15η σελίδα αυτής).
Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, πλην το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του ενάγοντος) την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών του.
Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.
7.Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ.4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες.
Κατά το άρθρο 559 αρ.1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 195/2017, ΑΠ 1143/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1β' και αρ.11 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι δεν έκανε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την αποδεικτική αξιολόγηση του αποδεικτικού μέσου της 7523/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον δεν έκρινε εάν αυτό καθ' αυτό το γεγονός της απόλυσης λίγο πριν τη συζήτηση της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων (επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση), με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθιστά καταχρηστική την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
8.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ως αληθινό το γεγονός ότι ο ενάγων προέβη σε αρνητικά σχόλια σε βάρος της εναγομένης, μιλώντας σε τηλεοπτική εκπομπή ανταγωνιστικού τηλεοπτικού σταθμού την 15-4-2009, παραβαίνοντας έτσι την υποχρέωση πίστης και εχεμύθειας, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στο κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθόσον ο ισχυρισμός που επικαλείται ο αναιρεσείων ότι έγινε δεκτός χωρίς απόδειξη, δεν είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγομένη είχε το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος για παράβαση του συμβατικού όρου περί υποχρέωσης πίστης και εχεμύθειας, πλην όμως δεν μπορούσε να το πράξει, διότι αυτός βρισκόταν σε κανονική άδεια και ενδεχόμενη καταγγελία κατά τη διάρκεια αυτής θα ήταν αυτοδικαίως άκυρη, ως παράνομη.
9.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-12-2017 και με αριθμό κατάθεσης 77/26-1-2018 αίτηση για αναίρεση της 1192/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19η Φεβρουαρίου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ