Legislator Case Law & Legislation
705/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite specific violated substantive law rules.

Case Number 705/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a forced execution. The appellant argued the lower court erred by rejecting her appeal as untimely and failed to consider new facts, but the court found these grounds insufficiently detailed. The court ruled that the appellant did not clearly identify the specific substantive law violated or the exact arguments ignored by the lower court, rendering the appeal inadmissible under procedural rules.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no.1 lit.a, no.8 lit.b, Art. 934 para.1, Art. 933 K.Pol.D.: An appeal for cassation is inadmissible if the grounds are vague, failing to cite the specific substantive law violated or the precise arguments ignored by the lower court.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility vague grounds requirement substantive law citation untimely appeal rejection forced execution procedure court costs liability procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no.1 lit.a K.Pol.D.
Art. 559 no.8 lit.b K.Pol.D.
Art. 934 para.1 K.Pol.D.
Art. 933 K.Pol.D.
Art. 176 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.
Art. 191 para.2 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OL.AP. 20/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 705 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 705/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. συζύγου Π. Σ., το γένος Ε. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπέη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζύγου Γ. Δ., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ... και 2) Μ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., από τις οποίες η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Μανωλόπουλο και η δεύτερη παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-1996 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4874/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 792/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-4-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 24-3-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα αυτού (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται οι ισχυρισμοί ("πράγματα") που προτάθηκαν, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προτάθηκαν παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και ότι παρά ταύτα δεν ελήφθησαν υπόψη από αυτό.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 934 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., η οποία επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, η ανακοπή του άρθρου 933 του ίδιου κώδικα είναι παραδεκτή: α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτελέσεως, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτελέσεως που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτελέσεως και πέρα, ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως αν πρόκειται για ακίνητα.

Κατά την παράγραφο 2 του πιο πάνω άρθρου αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτελέσεως είναι η σύνταξη εκθέσεως για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 999 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.

ο πλειστηριασμός ακινήτου με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο ίδιο άρθρο (παρ.1 και 3), μεταξύ των οποίων είναι και η επίδοση στον οφειλέτη περιλήψεως της εκθέσεως κατασχέσεως μέσα σε είκοσι ημέρες από την ημέρα της κατασχέσεως. Η διάταξη αφορά στην καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων, όχι δε και στην περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο.

Η ακυρότητα αυτή μιας ενδιάμεσης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρο 934 παρ.1 περ. β Κ.Πολ.Δ.), υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 περ.3 Κ.Πολ.Δ. Αν η ενδιάμεση αυτή ακυρότητα δεν ήθελε προβληθεί εμπροθέσμως, δεν κωλύεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και η διενέργεια του πλειστηριασμού.

Αντιθέτως αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία όλων ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του, είναι άκυρος ανεξαρτήτως βλάβης και η ακυρότητα αυτή αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτελέσεως και απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός ενενήντα ημερών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως επί πλειστηριασμού ακινήτων.

Περαιτέρω η επίδοση που γίνεται σε κάποιον σαν να ήταν άγνωστης διαμονής (κατά το άρθρο 135 Κ.Πολ.Δ.) ενώ αυτός ήταν γνωστής, είναι άκυρη και δεν εξομοιώνεται με έλλειψη επιδόσεως, εντεύθεν δε αν αφορά την επίδοση της εκθέσεως κατασχέσεως μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 159 περ. 3 Κ.Πολ.Δ., μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ.1 περ.

β αυτού, δηλαδή μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού (Α.Π. 279/2004). Η παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής συνεπάγεται την απόρριψή της ως απαράδεκτης. Σύμφωνα όμως με τα άρθρα 152 παρ.1, 153 και 154 Κ.Πολ.Δ. αν ο διάδικος εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία (άρα και την προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

κατά της εκτελέσεως και ειδικότερα κατά του κύρους πλειστηριασμού) μπορεί να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η κύρια δίκη ή, εφόσον δεν υπάρχει εκκρεμοδικία, στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο ν' αποφασίσει αν ασκήθηκε εμπρόθεσμα η ανακοπή, μέσα όμως σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσεως του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσεως του δόλου.

Ως ανώτερη βία, η οποία μπορεί να δικαιολογήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 152 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και η οποία συμπίπτει με την έννοια της ανώτερης βίας κατά το ουσιαστικό δίκαιο, θεωρείται κάθε τυχαίο περιστατικό από το οποίο εμποδίζεται η ενέργεια του υπόχρεου και το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να προβλεφθεί και ν' αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως (Α.Π. 1469/2005).

Η σχετική αίτηση υποβάλλεται με το ίδιο το δικόγραφο της ανακοπής ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο, πρέπει δε ο διάδικος να αναφέρει σ' αυτήν τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατό να τηρηθεί η προθεσμία, καθώς και τα προς απόδειξη της αλήθειάς τους αποδεικτικά μέσα, τα οποία οφείλει να προσκομίσει προαποδεικτικώς (άρθρο 155 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

Στην ίδια αίτηση πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος άρσεως του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή ο χρόνος γνώσεως του δόλου, ώστε να προκύπτει αμέσως αν η αίτηση υποβάλλεται μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών του άρθρου 153 Κ.Πολ.Δ. γιατί αν χάθηκε η προθεσμία αυτή από οποιοδήποτε λόγο, δεν επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 158 του ίδιου κώδικα η υποβολή τέτοιας αιτήσεως (Α.Π. 694/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως η αναιρεσείουσα υπό την επικεφαλίδα "Σύντομο ιστορικό" εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Επί της από 6-2-1996 ανακοπής μου ... η οποία απευθύνθηκε κατά των δύο παραπάνω αντιδίκων μου, καθώς και κατά των αναφερομένων στην ανακοπή μου πράξεων εκτέλεσης εκδόθηκε η ...

απόφαση ... η οποία απέρριψε την ως άνω ανακοπή μου. Η εκπλειστηρίαση του περιγραφομένου στην ανακοπή ακινήτου μου ήταν παντελώς άκυρη, αφού τόσον η επιταγή, όσο η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού επιδόθηκαν σε μένα ως αγνώστου διαμονής, παρά το ότι εγώ είχα γνωστή διαμονή την οποίαν εγνώριζαν οι καθ' ων ...

Οι παραπάνω επιδόσεις έγιναν ωσάν να είμαι αγνώστου διαμονής προκειμένου το ακίνητό μου να εκτεθεί σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό και εγώ να μην λάβω γνώση εγκαίρως ή να μπορέσω να αμυνθώ. Η εκπλειστηρίαση του ακίνητου μου με την διαδικασία της επίδοσης των ως άνω προσβαλλομένων πράξεων ως αγνώστου διαμονής μου έγινε σκόπιμα και με τον απώτερο σκοπό το ακίνητό μου να περιέλθει στην δεύτερη των αντιδίκων μου αντί εξευτελιστικής τιμής, όπως πράγματι και έγινε, αφού ακίνητο αξίας άνω των 25.000.000 εκατομμυρίων δραχμών κατακυρώθηκε σ' αυτήν αντί του ποσού των 3.003.000 δραχμών.

Περαιτέρω η διαμονή μου ήταν γνωστή στις αντίδικες, προκύπτει δε και από τα εξής ειδικώτερα στοιχεία ... ουδέποτε υπήρξα αγνώστου διαμονής, αφού διέμενα και διαμένω στην παραπάνω διεύθυνση και μάλιστα διατηρούμε με τον άνδρα μου κατάστημα και μέσα στην Αίγινα (Ν. Π.)". Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα, αφού επικαλείται λόγους ακυρότητας του προγράμματος πλειστηριασμού, παραθέτει υπό την επικεφαλίδα "Λόγοι αναίρεσης" τα εξής κατά λέξη: "1.

Διότι όχι ορθά και εντελώς εσφαλμένα κατ' άρθρο 559 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. η προσβαλλομένη απόφαση ανεγνώρισε ως εγκύρως τις πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης στις οποίες προέβησαν οι αντίδικες ενώ θα έπρεπε να της κηρύξει ακύρους. Ειδικώτερα η προσβαλλομένη απόφαση εντελώς εσφαλμένα απέρριψε όλους τους λόγους ανακοπής μου ως εκπροθέσμους προβληθέντες, δεδομένου ότι ήταν αδύνατη η προβολή αυτών κατά τον χρόνο που αναφέρει η εκκαλουμένη απόφαση, αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό λόγω της επίδοσης των προσβαλλομένων πράξεων ως αγνώστου διαμονής και 2.

Διότι ομοίως η προσβαλλομένη απόφαση κατ' άρθρο 559 παρ.8 Κωδ.Πολ.Δικ., δεν έλαβε υπ' όψιν της πράγματα που προτάθηκαν από μένα σύμφωνα με τα παραπάνω και είχαν ουσιώδη επιρροή στη δίκη". Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας και ειδικότερα ο μεν πρώτος διότι για τη θεμελίωσή του δεν παρατίθεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε ούτε εκτίθεται σε ποιο νομικό σφάλμα (υπαγωγικό ή ερμηνευτικό) υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε δεύτερος διότι δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και δεν λήφθηκαν υπόψη από το εφετείο.

Αλλά και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με βάση το προπαρατεθέν ιστορικό η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., ήτοι ότι, απορρίπτοντας την ανακοπή της ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, και πάλι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού, με βάση όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, και αν υποτεθούν αληθή τα αναφερόμενα στην αίτηση, ορθώς απορρίφθηκε η ανακοπή της αναιρεσείουσας ως εκπροθέσμως ασκηθείσα.

Τούτο διότι η ίδια δεν αμφισβητεί ότι κατά το χρόνο ασκήσεως της ανακοπής της είχαν παρέλθει οι προθεσμίες του άρθρου 934 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ούτε ισχυρίζεται ότι με την ανακοπή της ή με τις προτάσεις της ή με χωριστό δικόγραφο είχε υποβάλει αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με την επίκληση των παρατιθέμενων στο ιστορικό της αιτήσεως αναιρέσεως γεγονότων που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν ισχυρισμό της περί δόλου των αντιδίκων της και μάλιστα ορισμένο και σαφές τέτοιο αίτημα, στο οποίο να διαλαμβάνεται η ακριβής διεύθυνση αυτής και η ανακριβής διεύθυνση στην οποία φερόταν ότι αναζητήθηκε από τις αντιδίκους της, ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο έλαβε γνώση του δόλου αυτών ώστε να κριθεί το εμπρόθεσμο του αιτήματός της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε για την εξακρίβωση της αληθείας των ανωτέρω περιστατικών.

Δεν μπορεί δε να εκτιμηθεί ότι εμπεριείχετο τέτοιο αίτημα στο δικόγραφο της ανακοπής, αφού σ' αυτό δεν διαλαμβανόταν καν σαφής ισχυρισμός ότι - λόγω της επιδόσεως των πράξεων της εκτελέσεως ως αγνώστου διαμονής - η αναιρεσείουσα δεν είχε λάβει γνώση της εις βάρος της εκτελέσεως και του πλειστηριασμού.

Δεν προέβαλε δε με σαφή τρόπο τέτοιο ισχυρισμό η αναιρεσείουσα ούτε στο εφετείο, παρόλο που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε εκτιμήσει ότι "κατά τα ιστορούμενα ιδίως στο δεύτερο λόγο της ανακοπής, η ανακόπτουσα είχε λάβει γνώση του πλειστηριασμού" αλλά ούτε και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, παρόλο που και το εφετείο δέχθηκε ότι "κατά τα ιστορούμενα στην κρινόμενη ανακοπή, η ανακόπτουσα είχε λάβει γνώση του πλειστηριασμού".

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-4-2009 αίτηση για αναίρεση της 792/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ