Legislator Case Law & Legislation
705/2009 AI generated

Appeal dismissed; appellate court did not err for excluding evidence submitted after labor dispute hearing concluded.

Case Number 705/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued the appellate court erred by failing to consider notarized certificates submitted after the hearing concluded, while the respondent contended such late evidence was inadmissible under labor procedure rules. The court ruled that in labor disputes, evidence must be presented during the hearing unless it serves to refute new claims, rendering post-hearing evidence generally inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 670 para. 1 lit. a; Art. 671 para. 1 last paragraph of the Code of Civil Procedure; Evidence submitted after the conclusion of the hearing in labor disputes is inadmissible unless it serves exclusively to refute new claims.

Keywords

AI generated
labor dispute procedure admissibility of evidence post-hearing evidence notarized certificates appellate review standard

Cited Legislation

AI generated
Art. 947 § 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 670 para. 1 lit. a of the Code of Civil Procedure
Art. 671 para. 1 last paragraph of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 705 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 705/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπέη.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δεμερτζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1851/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 97/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-2-2007 αίτησή του και με τους από 6-3-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 25-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 947 § 1 Κ.Πολ.Δ, όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωσή του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως πέντε χιλιάδες εννιακόσια (5.900) ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα έτος. Αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κρατήσεως δεν περιέχεται στην απόφαση που καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο.

Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση. Η αγωγή με την οποία ζητείται η καταδίκη σε χρηματική ποινή και σε προσωπική κράτηση λόγω της παραβάσεως είναι αγωγή καταψηφιστική. Ιδιαίτερο αίτημα για τη βεβαίωση της παραβάσεως δεν απαιτείται.

Διότι στο αίτημα για την καταδίκη σε χρηματική ποινή και σε προσωπική κράτηση εμπεριέχεται και αίτημα για τη βεβαίωση της παραβάσεως, αφού η τελευταία αποτελεί τον πυρήνα της αγωγής και προϋπόθεση της καταδίκης. Αντιστοίχως η περιεχόμενη στην απόφαση επιταγή περί καταβολής στον ενάγοντα της χρηματικής ποινής και προσωποκρατήσεως του εναγομένου περιλαμβάνει και βεβαίωση της παραβάσεως.

Επομένως ούτε η αγωγή με την οποία ζητείται η κατά τα άνω καταδίκη του εναγομένου λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεώς του είναι αόριστη, αν δεν περιέχει ξεχωριστό αίτημα περί της βεβαιώσεως της παραβάσεως, ούτε η επ' αυτής εκδιδόμενη απόφαση επιδικάζει κάτι που δεν ζητήθηκε, αν κρίνει ότι η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με την από 20-2-2003 αγωγή του εξέθετε ότι επί της από 10-6-2002 αιτήσεώς του για λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος, μεταξύ άλλων, και του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η με αριθμ. 6001/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απαγορεύτηκε στον τελευταίο προσωρινά να επαναλάβει δημόσια και δια του τύπου, ηλεκτρονικού και εντύπου, τους ειδικότερα αναφερόμενους στο σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως προσβλητικούς της προσωπικότητας και της φήμης αυτού (ενάγοντος) ισχυρισμούς του, καθώς επίσης και ότι με την ίδια απόφαση απειλήθηκε σε βάρος του ως άνω καθ' ου για κάθε παράβαση της προηγούμενης διατάξεως χρηματική ποινή ύψους πεντακοσίων ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας ενός μηνός.

Ότι την εν λόγω απόφαση, με επιταγή προς συμμόρφωση, κοινοποίησε στον εναγόμενο στις 13-8-2002, αλλά ο τελευταίος την αγνόησε και προκάλεσε το ειδικότερα περιγραφόμενο δημοσίευμα στο φύλλο της 6-12-2002 της εφημερίδας ..., στο οποίο, με στοιχεία που ο ίδιος διοχέτευσε στην παραπάνω εφημερίδα, επαναλαμβάνονται προσβλητικοί και δυσφημιστικοί της προσωπικότητάς του ισχυρισμοί, καθώς ειδικότερα αναφέρει.

Γι' αυτό ζήτησε να διαταχθεί η προσωπική κράτηση του εναγομένου και να επιβληθεί στον εναγόμενο η χρηματική ποινή, που ορίσθηκαν με την 6001/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή. Με το ως άνω περιεχόμενο η από 20/2/2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου έχει αίτημα σαφές και πλήρες παρά το ότι αυτό (αίτημα) δεν αναφέρεται ειδικά στη βεβαίωση της παραβάσεως, από την άποψη δε αυτή είναι ορισμένη.

Επομένως, οι αντίθετοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του, και πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το σχετικό τρίτο μέρος του, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη και απαράδεκτη την αγωγή, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 πρώτο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί αυτού ισχυρισμός για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας της και ειδικότερα λόγω της μη αναφοράς στο δικόγραφό της των συγκεκριμένων απαγορεύσεων, ήτοι των ισχυρισμών που έπρεπε να αποφεύγει ο αναιρεσείων για να μην θίγεται η προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου, καθώς και του ότι ο πρώτος επανέλαβε δια του τύπου κάποιον από τους απαγορευμένους ισχυρισμούς.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το ως άνω μέρος του πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται ότι προτάθηκε στο εφετείο η εν λόγω αοριστία της αγωγής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια του αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τους προβλεπόμενους από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 λόγους αναιρέσεως πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζεται και μάλιστα εναρίθμως η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Συνεπώς οι ακόλουθοι λόγοι, ήτοι α) ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 (κατ' ορθήν υπαγωγή και όχι 10) τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, β) ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 (κατ' ορθήν υπαγωγή και όχι 8 και 10) πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου και γ) ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, παραβίαση νόμου, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, αφού δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, αντιστοίχως, η φερόμενη ως παραβιασθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως ή αντενστάσεως ή ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων καθώς και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 (όχι και αριθ. 19 που ως εκ περισσού επικαλείται ο αναιρεσείων) πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς που περιέχονται στον τρίτο λόγο της εφέσεώς του. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι οι ισχυρισμοί στους οποίους αναφέρεται δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά είτε αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, είτε επιχειρήματα συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ηδη, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης με το νόμο 2915/2001, ο αναιρετικός έλεγχος με βάση τη διάταξη αυτή περιορίζεται στις περιπτώσεις που παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως το οποίο καθορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια συγκεκριμένου κρίσιμου πραγματικού γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι εσφαλμένως εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, διότι επέβαλε στον αναιρεσείοντα ως εναγόμενο το βάρος να αποδείξει αυτός την έλλειψη προθέσεώς του να παραβεί την επιβληθείσα σ' αυτόν με την 6001/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υποχρέωση να μην επαναλάβει δημοσίως και δια του τύπου τους προσβλητικούς της προσωπικότητας του ενάγοντος ισχυρισμούς του, λόγω δε της μη ανταποκρίσεώς του στο βάρος αυτό θεώρησε αποδεδειγμένη την πρόθεσή του να απειθήσει στην ανωτέρω δικαστική απόφαση, με συνέπεια να κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ανεξαρτήτως των όσων διαλαμβάνονται στην μείζωνα σκέψη της, η κατά τα άνω πρόθεση του αναιρεσείοντος θεωρήθηκε αποδεδειγμένη κατά τρόπο θετικό, διότι θεωρήθηκαν επαρκείς οι περί της συνδρομής του γεγονότος αυτού αποδείξεις και όχι λόγω αμφιβολιών του δικαστηρίου για την επάρκεια της περί αποδείξεως του αντιθέτου προσπάθειας του αναιρεσείοντος - εναγομένου.

Επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρεώσεώς του αυτής ιδρύει τον κατ' άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως.

Για να ευσταθήσει όμως ο σχετικός λόγος πρέπει το αποδεικτικό μέσο να προσκομίσθηκε με επίκληση κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και δεν αρκεί να είναι τούτο απλώς συνημμένο στη δικογραφία. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 671 §1 Κ.Πολ.Δ το δικαστήριο, όταν δικάζει κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη του και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί η λήψη τους ύστερα από προηγούμενη πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλητεύσεως, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαιώσεως.

Την τήρηση της αναγκαίας αυτής προϋποθέσεως υποχρεούται να ερευνήσει το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, γιατί η έλλειψη της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο, μη δυνάμενη να ληφθεί υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, το Εφετείο, που στην προκειμένη περίπτωση δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα και ληφθείσα με πρωτοβουλία του αναιρεσείοντος 12622/16-11-2005 ένορκη βεβαίωση, για το λόγο ότι ο διάδικος αυτός δεν επικαλέσθηκε κλήτευση του αντιδίκου του να παραστεί κατά την ένορκη βεβαίωση, ούτε προσκομίζει σχετικό αποδεικτικό, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., οι δε αντίθετοι τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου και δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την από 14/12/2004 επιστολή του ....

Επομένως οι έκτος λόγος της αιτήσεως και πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρους με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του το προαναφερόμενο έγγραφο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά το άρθρο 947 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αρμόδιο δικαστήριο για να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει σε χρηματική ποινή και σε προσωπική κράτηση τον οφειλέτη που δεν συμμορφώνεται προς την υποχρέωσή του να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, είναι το μονομελές πρωτοδικείο που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 670 έως 676.

Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του Κ.Πολ.Δ στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από 24 τουλάχιστον ώρες.

Κατά το άρθρο όμως 670 εδαφ. α' του Κ.Πολ.Δ, εφαρμοζόμενο και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 674 εδαφ. α'), οι διάδικοι προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα έως το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο. Άρα αποδεικτικά μέσα προσαγόμενα μετά τη συζήτηση της έφεσης, έστω και μέσα στην προθεσμία αντικρούσεως, είναι απαράδεκτα, πλην εκείνων που χρησιμεύουν αποκλειστικώς στην απόκρουση νέων αυτοτελών ισχυρισμών που προτείνονται το πρώτον με τις προτάσεις του αντιδίκου και για το λόγο αυτό είναι παραδεκτή ή αντίκρουση.

Συνεπώς το Εφετείο, που, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, δεν έλαβε υπόψη τις 34882 και 34883/3-11-2006 ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν με πρωτοβουλία του εναγομένου αναιρεσείοντος και προσκομίσθηκαν από αυτόν μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιόν του, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ της παρά το νόμο μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ο δε τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για να είναι δε πλήρης ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρεται ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο το σφάλμα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 14/12/2004 επιστολής-δηλώσεως του ..... Δεν αναφέρεται όμως ποιο περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το εν λόγω έγγραφο. Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 25/2/2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 97/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ