Legislator Case Law & Legislation
705/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on fraud claim, upholding lower court's finding of intentional deception and damages.

Case Number 705/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment regarding a civil fraud claim. The appellant argued the lower court erred in finding the claim definite, but the court held the evidence of intentional deception and resulting damages was sufficient. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondent.

Legislator headnote

AI generated

Art. 147, 149 of the Civil Code; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: A claim is definite if it clearly states the intentional deceptive conduct that misled the victim and caused specific damage, allowing the court to rule on the merits without further inquiry.

Keywords

AI generated
civil fraud intentional deception definite claim damages recovery appeal dismissal legal costs causation

Cited Legislation

AI generated
Art. 147 of the Civil Code
Art. 149 of the Civil Code
Art. 576 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Arts. 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 26/2000

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 705 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 705/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: ........, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σπάχο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6.6.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 192/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 577/2003 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12.1.2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Eισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 26.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον αναιρεσίβλητο .... και .... εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κορίνθου ....... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από12-1-2004 αιτήσεως αναιρέσεως και της από 3-11-2006 κλήσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου για την οριζόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση και με κλήση προς συζήτηση για τη συνεδρίαση αυτή, επιδόθηκαν με επιμέλεια του πληρεξούσιου του αναιρεσίβλητου νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα.

Συνεπώς, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την ερημοδικία του απολιπομένου αναιρεσείοντα (άρθρο 576 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 147 εδ.α' του Α.Κ., όποιος παρασύρθηκε με απατή σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, απάτη αποτελεί κάθε από πρόθεση συμπεριφορά, εφόσον τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει σε άλλον πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπακτη, με σκοπό να προκαλέσει απόφαση του. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση αληθινών γεγονότων, αναφερομένων στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον (Α.Π. 26/2000). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 149 του Α.Κ., εκείνος που απατήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. 'Εχει επίσης δικαίωμα να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο να ανορθωθεί η ζημία. Επομένως, ο απατηθείς δικαιούται να αξιώσει από εκείνον που μετήλθε την απάτη όπως τον αποκαταστήσει περιουσιακά στην κατάσταση που θα ήταν αν δεν χωρούσε η απάτη.

Εν προκειμένω, στην αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της προκύπτει, εκθέτει ο ενάγων ότι ο εναγόμενος, με τον οποίο συνδέεται με οικογενειακή φιλία, στις αρχές Μαΐου του έτους 2000, παρέστησε σ αυτόν ψευδώς ότι τυγχάνει συνεργάτης και εκπρόσωπος ασφαλιστικού γραφείου, το οποίο αντιπροσώπευε πολυεθνική ασφαλιστική εταιρία και ότι είναι σε θέση, μέσω της άνω εταιρίας, να επενδύσει κεφάλαια που θα απέδιδαν σε σύντομο χρονικό διάστημα μεγάλα και σίγουρα κέρδη από την δι' εγγραφής στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών απόκτηση και μεταπώληση μετοχών νεοεισαγόμενων εταιριών.

Ότι ο εναγόμενος του πρότεινε να διαθέσει τα κεφάλαια του, τα οποία, όπως ψευδώς του παρέστησε και τον διαβεβαίωσε, η άνω εταιρία, ως θεσμικός επενδυτής, θα τοποθετούσε στην κεφαλαιαγορά για την απόκτηση μετοχών νέο εισαγόμενων στο χρηματιστήριο εταιριών, τις οποίες (μετοχές) θα πωλούσε την τρίτη ημέρα από την έναρξη διαπραγμάτευσης τους στο χρηματιστήριο σε πολλαπλάσια, κατά κανόνα τριπλάσια, τιμή από την τιμή αγοράς και το 60% του προϊόντος πωλήσεως των μετοχών αυτών (κεφάλαια και κέρδη) θα περιερχόταν σ' αυτόν.

Επίσης τον διαβεβαίωσε ψευδώς (ο εναγόμενος) ότι θα του απέδιδε τα ως άνω κεφάλαια και κέρδη σε 55 ημέρες από την ημέρα καταβολής των χρημάτων του. Ότι με τις άνω ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του ο εναγόμενος τον παραπλάνησε και πέτυχε να δημιουργηθεί σ' αυτόν η εσφαλμένη εντύπωση (πεποίθηση)ότι θα συνεργασθεί μαζί του για την αξιοποίηση των κεφαλαίων του και έτσι τον έπεισε και στις 22-5-2000 του κατέβαλε με τραπεζικό έμβασμα το χρηματικό ποσό των 15.000.000 δραχμών, το οποίο ανέλαβε ο εναγόμενος με την υποχρέωση να το διαθέσει για την δι εγγραφής αγορά μετοχών νεοεισαγομένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών εταιριών και μαζί με τα επενδυτικά κέρδη, λόγω της μεταπώλησης των μετοχών αυτών την τρίτη ημέρα από την έναρξη της διαπραγμάτευσης τους σε πολλαπλάσια τιμή από την τιμή αγοράς τους, να του το αποδώσει στις 17-7-2000.

Και ότι ο εναγόμενος δεν επένδυσε το καταβληθέν σ' αυτόν ποσό, όπως τον είχε ψευδώς διαβεβαιώσει, αλλά, καίτοι παρήλθε η άνω δήλη ημέρα, αρνείται να του αποδώσει το ποσό αυτό, το οποίο ιδιοποιήθηκε. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, του οποίου η άνω συμπεριφορά συνιστά και αδικοπραξία, αφού είναι παράνομη, υπαίτια, από αυτή (συμπεριφορά) υπέστη ο ενάγων την άνω ζημία και υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας, να του καταβάλει, ως αποζημίωση, το άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο, απαγγελομένης κατ' αυτού προσωπικής κρατήσεως, ως μέσου αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως.

Η αγωγή αυτή, με το άνω περιεχόμενο, περιέχει σαφή έκθεση των απαιτούμενων κατ άρθρ.147 και 914 του Α.Κ. για το ορισμένο της γεγονότων και είναι ορισμένη, εφόσον εκτίθεται σ' αυτή η από πρόθεση ως άνω απατηλή συμπεριφορά του εναγομένου , η οποία έτεινε να παραγάγει στον ενάγοντα την εσφαλμένη εντύπωση ότι τα χρήματα του θα επενδύονταν στο χρηματιστήριο κατά τον αναφερθέντα τρόπο με σίγουρα και μεγάλα κέρδη, με σκοπό να προκαλέσει (όπως πράγματι προκάλεσε) την απόφαση του να καταβάλει στον εναγόμενο το άνω ποσό, το οποίο κατάβαλε σ αυτόν και κατά το οποίο, λόγω της απάτης του εναγομένου, ζημιώθηκε.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ορισμένη την αγωγή δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι άνω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, ο παραδεκτά προβληθείς από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής ήταν μη νόμιμος, ως τέτοιος δε ήταν επουσιώδης, αφού δεν είχε επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν συνιστούσε "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ.

και το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα αυτόν ισχυρισμό δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άνω άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Μετά ταύτα η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.1.2004 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 577/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και

-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ