Legislator Case Law & Legislation
705/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for issuing a forged check without knowledge of insolvency.

Case Number 705/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to convict him for issuing a forged check. The appellant, representing a bankrupt company, argued he lacked knowledge of the company's insolvency at the time of issuance, yet the court found the prosecution's evidence sufficient to establish his subjective intent. Consequently, the court upheld the lower court's finding that the appellant knowingly issued the check despite the company's lack of funds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 79 of Law 5930/1933; Article 79 of Law 5930/1932: The court established that an individual is criminally liable for issuing a forged check if they do so with the intent to deceive, regardless of whether they were aware of the issuer's insolvency, provided the check was presented for payment within the statutory period.

Keywords

AI generated
forged check issuance subjective intent insolvency knowledge criminal liability bankruptcy proceedings

Cited Legislation

AI generated
Article 79 of Law 5930/1933
Article 79 of Law 5930/1932
Articles 1, 13, 28, and 29 of Law 5930/1933
Articles 71, 297, 298, 914, and 926 of the Civil Code
Article 2 of Law 635/1937
Articles 281 and 300 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated
160/2022
Supreme Court dismisses appeal on unfair competition claim barred by six-month statute of limitations under Law 146/1914.
935/2023
Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding improper argumentation on statute of limitations. The court rejects the appeal as inadmissible because the appellant's argument does not constitute a valid ground for cassation under Greek Civil Procedure Law. The court holds that the appellant's argument is inadmissible because it does not constitute a 'fact' under Article 559(10) of the Civil Procedure Code, but rather a negative assertion of the appellee's claim regarding the abuse of the right of limitation. Furthermore, the argument is inadmissible because it attacks the substantive judgment of the Court of Appeal, which is not reviewable on appeal. The court dismisses the appeal and orders the appellant to pay the appellee's legal costs. The court ruled that the appellant's argument is inadmissible because it does not constitute a 'fact' under Article 559(10) of the Civil Procedure Code, but rather a negative assertion of the appellee's claim regarding the abuse of the right of limitation. Furthermore, the argument is inadmissible because it attacks the substantive judgment of the Court of Appeal, which is not reviewable on appeal. The court dismissed the appeal and ordered the appellant to pay the appellee's legal costs.
1560/2012
Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on partner withdrawal from limited liability company.
1219/2022
Supreme Court allows appeal against small claims judgment for admitting unproven facts affecting the verdict.
577/2010
Supreme Court dismisses appeal on bill of exchange damages due to lack of legal basis and insufficient reasoning.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 705 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΕΑριθμός 705/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα-

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούρκουλο.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "ΦΙΛΙΠΣ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΦΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΦΙΛΙΠΣ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Οικονομόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 28-11-2006 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4992/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8481/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Μαρτίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 24 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από το άρθρο 79 Ν.5930/1933, μετά την τροποποίηση τούτου με το άρθρο 1 Ν.Δ. 1325/1972, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 13, 28, και 29 του ίδιου νόμου, τα άρθρα 71, 297, 298, 914 και 926 ΑΚ συνάγονται τα εξής: τιμωρείται με την ποινή που προβλέπεται στο άνω άρθρο 79 εκείνος που εκδίδει επιταγή, όπως είναι και εκείνος που υπογράφει την επιταγή υπό την ένδειξη του εκδότη ως νόμιμος αντιπρόσωπος νομικού προσώπου, η οποία επιταγή στη συνέχεια εμφανίζεται μεν εμπρόθεσμα από το νόμιμο κομιστή της προς πληρωμή στον πληρωτή της, αλλά δεν πληρώνεται από αυτόν εξαιτίας ελλείψεως αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, προβαίνει δε εκείνος στην εν λόγω έκδοση από πρόθεση, ήτοι εν γνώσει του γεγονότος ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της επιταγής υπάρχει η εν λόγω έλλειψη διαθεσίμων.

Στην περίπτωση δε εκδόσεως μεταχρονολογημένης επιταγής και δεδομένου ότι η επιταγή είναι πληρωτέα πάντοτε εν όψει σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν. 5930/1933, η αντικειμενική υπόσταση του από το άρθρο 79 εγκλήματος πληρούται όταν η επιταγή εμφανίζεται για πληρωμή εντός του χρονικού διαστήματος από τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως αυτής έως την τελευταία ημέρα του οκταημέρου που ακολουθεί τον αναγραφόμενο στην επιταγή χρόνο εκδόσεώς της (ΟλΑΠ.

ποιν. 462/1992, πρβλ. ΟλΑΠ ποιν 46/1980). Όταν δε στοιχειοθετείται το προεκτιθέμενο έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, στοιχειοθετείται παράλληλα και η αναγκαία για την αστική ευθύνη από αδικοπραξία παράνομη και υπαίτια πράξη εκείνου που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή, από την οποία πράξη προξενείται, κατ' αιτιώδη συνάφεια, στο νόμιμο κομιστή της επιταγής η ζημία της μη εισπράξεως του ποσού της εν λόγω επιταγής κατά το χρόνο εμφανίσεώς της προς πληρωμή και έτσι γεννιέται η ευθύνη εκείνου για αποζημίωση τούτου με ποσό ίσο εκείνου της επιταγής.

Αν εκείνος που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή ως νόμιμος αντιπρόσωπος νομικού προσώπου έχει ευθύνη αποζημιώσεως έναντι του νόμιμου κομιστή της επιταγής, προέβη στην έκδοση κατά την εκτέλεση των νομίμως ανατεθειμένων σε αυτόν αντίστοιχων καθηκόντων, τότε γεννιέται και ευθύνη αποζημιώσεως εις βάρος του νομικού προσώπου.

Στην περίπτωση αυτή η αστική ευθύνη του νομίμου αντιπροσώπου του νομικού προσώπου που είναι και ποινικά υπεύθυνος, (άρθρο 79 του Ν. 5960/1933), είναι αυτοτελής, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 71 εδ. β' Α.Κ., μη συναρτώμενη προς την συνδρομή ευθύνης του νομικού προσώπου. Εκ τούτου παρέπεται ότι επί πτωχεύσεως ανωνύμου εταιρείας στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της πραγματικής ημερομηνίας εκδόσεως της μεταχρονολογημένης επιταγής και εκείνης που αυτή εμφανίσθηκε στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή, ήτοι εντός του οκταημέρου από την στο σώμα της επιταγής αναγραφόμενη ημερομηνία, δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 και η υπαιτιότητα στο πρόσωπο του νομίμου αντιπροσώπου της εταιρείας που την εξέδωσε, εντεύθεν δε, και η αστική του ευθύνη προς αποζημίωση.

Τούτο γιατί το αποτέλεσμα της πτωχευτικής απαλλοτριώσεως που επήλθε με βάση το άρθρο 2 παρ.1 του α.ν. 635/1937 "περί διατάξεων τινων του πτωχευτικού δικαίου", που στερεί αυτοδικαίως τον πτωχεύσαντα της διοικήσεως (διαθέσεως και διαχειρίσεως) της πτωχευτικής περιουσίας και την επιλεκτική εξόφληση των εταιρικών χρεών, δεν επεκτείνεται και στην περιουσία του νομίμου αντιπροσώπου της πτωχευσάσης εταιρείας η ποινική και αστική ευθύνη του οποίου από την έκδοση της ακάλυπτης και μη πληρωθείσης επιταγής διατηρείται, μη επηρεαζομένη από την επελθούσα εκ της πτωχεύσεως μεταβολή στη νομική κατάσταση της ανωνύμου εταιρείας.

Περαιτέρω η έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής καλύπτει χορήγηση πιστώσεως από τον λήπτη προς τον εκδότη. Ο δανειστής και λήπτης της επιταγής, αποδεχόμενος την μεταχρονολόγηση της επιταγής, δεσμεύεται έναντι του εκδότου, προς οικονομική αυτού διευκόλυνση, να μην εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή στη τράπεζα, παρά μόνο εντός του οκταημέρου από την στο σώμα της επιταγής αναγραφόμενη μεταγενέστερη ημερομηνία.

Αν ο λήπτης παρά την ύπαρξη της άνω συμβατικής δεσμεύσεως εμφανίσει την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα ενωρίτερα απ' ό,τι συμφωνήθηκε και η επιταγή δε πληρωθεί, τότε έχει μεν την εκ της αδικοπραξίας αξίωση κατά του εκδότου με βάση το άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, πλην όμως μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτού η, επί των άρθρων 281 και 300 ΑΚ στηριζομένη ένσταση με τον ισχυρισμό ότι αν και εγνώριζε την έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής, στη συνέχεια κατά παράβαση των συμφωνηθέντων την εμφάνισε για πληρωμή πριν από την ημερομηνία που αναγράφεται στο σώμα της επιταγής.

Δεν θεμελιώνεται όμως η εκ των άρθρων 281 και 300 ΑΚ ένσταση όταν ο λήπτης εγνώριζε μεν την έλλειψη αντικρύσματος κατά τον χρόνο εκδόσεως της επιταγής, πλην όμως, συμμορφούμενος προς την ανωτέρω συμβατική δέσμευση, εμφάνισε την επιταγή στη τράπεζα εντός του οκταημέρου από την μεταγενέστερη ημερομηνία που διαλαμβάνεται στο σώμα της επιταγής.

Στην περίπτωση αυτή η γνώση του λήπτου περί της ελλείψεως διαθεσίμων κατά την πραγματική ημερομηνία εκδόσεως της επιταγής, που είναι αυτονόητη επί εκδόσεως μεταχρονολογημένης επιταγής, καμία νομική σημασία δεν έχει προς θεμελίωση των ανωτέρω ενστάσεων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση, δέχθηκε τα εξής:

Στις 27.4.2001 ο αναιρεσείων με την ιδιότητα του προέδρου και διευθύνοντος συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΑΣΙΛΗΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ - ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε.Ε." και ενεργώντας μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, εξέδωσε, υπογράφοντας κάτω από την εταιρική επωνυμία, την .........

επιταγή για το ποσό των 5.869.112 δραχμών σε διαταγή της αναιρεσιβλήτου και με πληρώτρια την εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Η επιταγή αυτή ήταν μεταχρονολογημένη, φέρουσα ως ημερομηνία εκδόσεως την 31.10.2001. Ο αναιρεσείων παρέδωσε την επιταγή στην αναιρεσίβλητη, μαζί με άλλες επιταγές, σε αντικατάσταση προηγούμενων επιταγών που είχαν εκδοθεί προς εξασφάλιση τιμήματος πωλήσεως τηλεπικοινωνιακού υλικού από την αναιρεσίβλητη προς την ανωτέρα εταιρεία, η οποία κατά την έκδοση της επιταγής αντιπροσωπεύονταν από τον αναιρεσείοντα.

Η αναιρεσίβλητη, ως νόμιμη κομίστρια της επιταγής, την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στις 31.10.2001, πλην όμως δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. Ο αναιρεσείων κατά το χρόνο της πραγματικής εκδόσεως της επιταγής ήτοι στις 27.04.2001, ημέρα Παρασκευή, γνώριζε ότι δεν υπήρχαν κεφάλαια για την κάλυψή της στην πληρώτρια Τράπεζα.

Γνώριζε ακόμα την πολλή κακή και μη αναστρέψιμη οικονομική κατάσταση της εταιρείας που εκπροσωπούσε και ως εκ τούτου την αδυναμία αυτής να διαθέσει κεφάλαια για την πληρωμή της επιταγής σε οποιαδήποτε χρόνο από την επόμενη ημέρα της πραγματικής έκδοσής της έως και την όγδοη ημέρα από την επόμενη που αναγραφόταν στο σώμα αυτής, αφού η εταιρεία τη Δευτέρα 30.4.2001, ήτοι τρεις ημέρες μετά τον πραγματικό χρόνο έκδοσης της επιταγής, υπέβαλε δήλωση παύσης των πληρωμών της ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επ' αυτής εκδόθηκε η 1109/11.07.2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η εν λόγω εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως και ορίσθηκε χρόνος παύσης των πληρωμών η 30.04.2001. Η αναιρεσίβλητη έλαβε την ένδικη με επιταγή μαζί με άλλες, σε αντικατάσταση προγενέστερων επιταγών, για τις οποίες υπήρχε αδυναμία πληρωμής εκ μέρους της εταιρείας, που εκπροσωπούσε ο αναιρεσείων, δεν αποδεικνύεται όμως ότι γνώριζε ότι η εκδότρια εταιρεία είχε περιέλθει σε μόνιμη και οριστική οικονομική δυσπραγία, λόγω της οποίας δεν θα υπήρχαν κεφάλαια στο λογαριασμό της για να πληρωθεί η επίδικη επιταγή, ακόμα και αν αυτή εμφανιζόταν από την επόμενη ημέρα της πραγματικής έκδοσής της πολύ δε περισσότερο κατά τον αναφερόμενο στην επιταγή χρόνο.

Ακολούθως το Εφετείο, κατά την παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 4992/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η κατά του αναιρεσείοντος αγωγή της προς καταβολή αποζημιώσεως από το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, έκανε δεκτή την παραπάνω αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, απορρίπτοντας την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση από τα άρθρα 281 και 300 ΑΚ, που είχαν ως ιστορική βάση την υπό της αναιρεσιβλήτου γνώση ελλείψεως αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων κατά την έκδοση της επιταγής.

Υπό τις ανωτέρω πραγματικές παραδοχές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε: α) τις διατάξεις των άρθρων 71, 297, 298, 914 ΑΚ και του άρθρου 2 παρ. 1 Α.Ν. 635/1937. β) τις διατάξεις των άρθρων 281 και 300 ΑΚ. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 τους ΚΠολΔ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

II. Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 14γ και 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι: α) το Εφετείο δεν απέρριψε παρά τον προταθέντα σχετικό ισχυρισμό, την αγωγή της αναιρεσιβλήτου λόγω ποσοτικής αοριστίας, στην οποία δεν αναφέρεται ως στοιχείο της ιστορικής βάσεως η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, καθώς και ότι αυτός έθεσε την υπογραφή του στα σώματα των ενδίκων επιταγών υπό την ένδειξη του εκδότου, ενώ έλαβε υπόψη του τους δύο αυτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς. Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, υποκειμένης σε επισκόπηση κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, γίνεται μνεία σ' αυτή αμφοτέρων των ανωτέρων πραγματικών στοιχείων, που θεμελιώνουν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς το ποινικό αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 Ν. 5960/1932), εντεύθεν δε και την αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως (τρίτος και τέταρτος) από το άρθρο 559 αρ. 14γ και 8α του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 02.03.2005 αίτηση αναιρέσεως του ........ για αναίρεση της 8481/2004 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ