Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding unlawful transfer of public employee due to political beliefs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding his unlawful transfer. The appellant argued the transfer occurred within the protected period under Law 2190/1994, but the court found the transfer happened in July 1989, prior to the law's effective date. Consequently, the court ruled the appellant was not entitled to reinstatement under the specific statute cited.
Legislator headnote
AI generatedArt. 26 Law 2190/1994; Art. 559(1) & (8) of the Code of Civil Procedure; The statute protecting public employees from unlawful transfers due to political beliefs applies only to transfers occurring within the specific timeframe established by the law, and appeals must be based on facts within that period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 705 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 705/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Γ. Ν. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαραφιανό. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Τ.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/10/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 492/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 9837/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/5/2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλήτας Περίδης, ανέγνωσε την από 18 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ν. 2190/1994 "Υπάλληλος του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του άρθρου 25 παρ. 1 του παρόντος, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, ο οποίος από 1 Ιανουαρίου 1990 μέχρι 31 Οκτωβρίου 1993 υπέστη μετάθεση ή μεταθέσεις τις οποίες θεωρεί αδικαιολόγητες δύναται, με αίτησή του που υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία εντός μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος, να ζητήσει την επαναφορά του στη θέση που κατείχε, όταν έγινε η κατά τη γνώμη του αδικαιολόγητη μετάθεση.
Επανειλημμένες ακούσιες μεταθέσεις θεωρούνται σε κάθε περίπτωση ως δυσμενής μεταχείριση". Κατά δε την παρ. 3 του πιο πάνω άρθρου του νόμου "Υπάλληλος της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα υπέστη μετάταξη ή μεταφορά αδικαιολόγητη ή καταχρηστική δύναται, με αίτησή του που υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία εντός μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος, να ζητήσει από την επιτροπή της παρ. 4 την επαναφορά του στη θέση που κατείχε όταν έγινε η κατά τη γνώμη του αδικαιολόγητη ή καταχρηστική μετάταξη ή μεταφορά.
Δυσμενής διακριτική μεταχείριση λόγω πολιτικών πεποιθήσεων θεμελιώνει δικαίωμα επαναφοράς του προσφεύγοντος στην προηγούμενη θέση του. Στην ίδια επιτροπή δύναται να προσφύγει και όποιος ισχυρίζεται ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση που αποδεικνύεται από προδήλως δυσμενή μετάταξη ή μεταφορά ή μετάθεση ή αδικαιολόγητη υπηρεσιακή μεταχείριση εφόσον και μόνον προκύπτει από απόφαση πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή επέφερε ιδιαιτέρως επαχθείς προσωπικές συνέπειες αφορώσες σοβαρό πρόβλημα υγείας του ιδίου ή την οικογενειακή του κατάσταση λόγω εργαζόμενου ή εργαζομένης συζύγου σε άλλη περιοχή και εφόσον κατά το χρόνο της παραίτησης δεν είχε θεμελιώσει πλήρες συνταξιοδοτικό δικαίωμα, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των παραπάνω διατάξεων.
Η μη θεμελίωση πλήρους συνταξιοδοτικού δικαιώματος δεν συνιστά προϋπόθεση, εάν ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει την κατά τα ανωτέρω δικαστική απόφαση". Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για την επαναφορά στην υπηρεσία του υπαλλήλου που εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση από δυσμενή μετάταξη ή μεταφορά ή μετάθεση ή αδικαιολόγητη υπηρεσιακή μεταχείριση είναι α) η παραίτηση του υπαλλήλου να έλαβε χώραν από 1-1-1990 έως και 31-10-1993, β) ο εξαναγκασμός σε παραίτηση να οφείλεται σε προδήλως δυσμενή μετάταξη ή μεταφορά ή μετάθεση ή αδικαιολόγητη υπηρεσιακή μεταχείριση και να έλαβε χώραν ομοίως εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, γ) η δυσμενής μετάταξη ή μεταφορά ή μετάθεση ή αδικαιολόγητη υπηρεσιακή μεταχείριση να προκύπτει από απόφαση πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και δ) η σχετική αίτηση για την επαναφορά του στην υπηρεσία να έχει υποβληθεί στην Επιτροπή της παρ. 4 του άρθρου 26 του άνω νόμου εντός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, ήτοι μέχρι την 3-4-1994.
Τούτο σαφώς συνάγεται τόσον από το γράμμα, όσον και από τον σκοπό της εν λόγω διατάξεως, η οποία αποβλέπει, ενόψει και των διαλαμβανομένων στην εισηγητική Έκθεση του άνω νόμου, στην εντός σύντομης προθεσμίας αποκατάσταση των τυχόν αδικιών που έγιναν σε βάρος υπαλλήλων, οι οποίοι κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-1990 έως και 31-10-1993 μετατέθηκαν ή μετατάχθηκαν αδικαιολόγητα ή εξαναγκάσθηκαν σε παραίτηση, συνεπεία των πολιτικών τους φρονημάτων.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 20-7-1957 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος κα εξελίχθηκε διαδοχικά με προαγωγές μέχρι το βαθμό του Διευθυντή Δ', τον οποίο κατείχε από 27-11-1986 και τοποθετήθηκε ως Διευθυντής αρχικά στη Διεύθυνση Ανταπόκρισης, κατόπιν στη Διεύθυνση Υπεραστικών Ανταποκρίσεων και στη συνέχεια στη Διεύθυνση Εκπαίδευσης με αρμοδιότητες Προϊσταμένου.
Στη θέση αυτή υπηρέτησε μέχρι 27-7-89, όταν το Δ.Σ. της εναγομένης τον μετέθεσε στη Διεύθυνση Τηλεφωνικών Καταλόγων ως Αναπληρωτή Προϊστάμενο. Η μετάθεση αυτή κηρύχθηκε άκυρη ως καταχρηστική με την 547/20-2-1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκανε εν μέρει δεκτή σχετική αγωγή του ενάγοντος και υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, όπως και πριν από τη μετάθεση αυτή, με απειλή χρηματικής ποινής για τη μη συμμόρφωση της στη διάταξη αυτή.
Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της 8459/4-7-1990 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης. Στις 3/5/90 ο ενάγων υπέβαλε στην εναγομένη την παραίτησή του, η οποία έγινε δεκτή και απολύθηκε στις 21/5/90 με πρόωρη συνταξιοδότηση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε ο ν. 2190/1994 και ο ενάγων με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού υπέβαλε εμπρόθεσμα την από 17/3/94 αίτησή του ενώπιον της αρμόδιας Τριμελούς επιτροπής της παρ. 4 του άρθρου 26 του εν λόγω νόμου και ζήτησε την επαναφορά του στην ενεργό υπηρεσία, από την οποία ισχυριζόταν ότι εξαναγκάστηκε να παραιτηθεί συνεπεία της προαναφερόμενης δυσμενούς υπηρεσιακής μεταχείρισής του.
Προς απόδειξη δε των προϋποθέσεων της επαναπρόσληψής του επικαλέστηκε και προσκόμισε στην Επιτροπή τις παραπάνω δύο δικαστικές αποφάσεις. Η πιο πάνω επιτροπή απέρριψε την αίτηση του ενάγοντος, καθώς και την από 12-1-95 αίτηση θεραπείας του με την οποία αυτός ζήτησε την ανάκληση της αρχικής πιο πάνω απόφασής της και την επαναφορά του στην ενεργό υπηρεσία.
Μετά ταύτα το Εφετείο έκρινε ότι, επειδή η δυσμενής μετάθεση του ενάγοντος έγινε στις 27/7/89, δηλαδή πριν το ορισθέν από την παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 2190/1994 χρονικό διάστημα (από 1/1/90 έως 31/10/93), που ο νόμος αυτός απαιτεί για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 26 αυτού και που επαναλαμβάνεται και στην παρ. 3 τούτου, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, εν προκειμένω, γι' αυτόν η διάταξη του άρθρου 26 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1994, ώστε να δικαιολογείται η επαναπρόσληψή του στην υπηρεσία της εναγομένης με βάση το νόμο αυτό, από την οποία (υπηρεσία) με αίτησή του ζήτησε την απόλυσή του στις 3/5/90, και απέρριψε την έφεση του, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του με την οποία ζητούσε την επαναφορά του στην Υπηρεσία την εναγομένη κατ' άρθρο 26 παρ. 3 του ν. 2190/1994 και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, υπό την έννοια, ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διάφορο τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και προβαίνοντας σε διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.
Η συνδρομή δε των λόγων αυτών υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ. ΑΠ 13/1996, Ολ. ΑΠ 14/1996). Εξάλλου, με το άρθρο 26 παρ. 3 του ν. 2190/1994 ορίζεται ότι "Υπάλληλος της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα", δηλαδή από 1.1.1990 έως 31.10.1993, "υπέστη μετάταξη ή μεταφορά αδικαιολόγητη ή καταχρηστική δύναται, με αίτησή του που υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία εντός μηνός από της δημοσιεύσεως του παρόντος, να ζητήσει από την επιτροπή της παρ. 4 την επαναφορά του στη θέση που κατείχε όταν έγινε η κατά τη γνώμη του αδικαιολόγητη ή καταχρηστική μετάταξη ή μεταφορά.
Δυσμενής διακριτική μεταχείριση λόγω πολιτικών πεποιθήσεων θεμελιώνει δικαίωμα επαναφοράς του προσφεύγοντος στην προηγούμενη θέση του. Στην ίδια επιτροπή δύναται να προσφύγει και όποιος ισχυρίζεται ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση που αποδεικνύεται από προδήλως δυσμενή μετάταξη ή μεταφορά ή μετάθεση ή αδικαιολόγητη υπηρεσιακή μεταχείριση εφόσον και μόνον προκύπτει από απόφαση πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή επέφερε ιδιαιτέρως επαχθείς προσωπικές συνέπειες αφορώσες σοβαρό πρόβλημα υγείας του ιδίου ή την οικογενειακή του κατάσταση λόγω εργαζόμενου ή εργαζομένης συζύγου σε άλλη περιοχή και εφόσον κατά το χρόνο της παραίτησης δεν είχε θεμελιώσει πλήρες συνταξιοδοτικό δικαίωμα, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των παραπάνω διατάξεων.
Η μη θεμελίωση πλήρους συνταξιοδοτικού δικαιώματος δεν συνιστά προϋπόθεση, εάν ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει την κατά τα ανωτέρω δικαστική απόφαση". Με την ανωτέρω διάταξη, ως προαναφέρθηκε, επιδιώχθηκε η εντός σύντομης προθεσμίας αποκατάσταση των τυχόν αδικιών που έγιναν σε βάρος υπαλλήλων, οι οποίοι κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.1990 έως 31.10.1993 μετατέθηκαν ή μετατάχθηκαν αδικαιολόγητα ή εξαναγκάσθηκαν σε παραίτηση, συνεπεία των πολιτικών τους φρονημάτων.
Ως εκ τούτου, η διάταξη αυτή δεν εισάγει αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε βάρος των προσώπων εκείνων που υπέστησαν δυσμενή υπηρεσιακή μεταχείριση εκτός των άνω καθοριζομένων χρονικών ορίων και δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού δεν πρόκειται για ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της άνω συνταγματικής διατάξεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια του αριθμού 8 του ως άνω άρθρου είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ή ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, Πράγμα όμως αποτελεί και η έφεση, ή αντέφεση και κάθε λόγος εφέσεως ή αντεφέσεως και συνεπώς πράγμα καθίσταται και ο αρνητικός ισχυρισμός, που περιελήφθη σε λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, εφόσον είναι παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος (Ολ.
ΑΠ 25/2003). Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθμό 8, ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο περιεχόμενο στην έφεση του ισχυρισμός, που αποτελεί πράγμα, ότι η δυσμενής υπηρεσιακή μεταχείριση του έλαβε χώρα εντός το χρονικού διαστήματος από 1-1-1990 μέχρι 31-10-1993, αφού μέχρι την παραίτηση του (21-5-1990) συνέχισε να παραμένει αδρανής, χωρίς καμία αρμοδιότητα.
Το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η δυσμενής μετάθεση του έγινε στις 27-7-1989, δηλαδή πριν το ορισθέν από την παρ. 1 του άρθρου 26 του ν. 2190/1994 χρονικό διάστημα (από 1-1-90 έως 31-10-93) που ο νόμος αυτός απαιτεί για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 26 και που επαναλαμβάνεται και στην παρ. 3 αυτού και συνεπώς δεν συνεχίσθηκε μετά την 27-7-1989.
Κατ' αυτόν τον τρόπο το Εφετείο απάντησε στον αποτελέσαντα περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ως άνω ισχυρισμό, τον οποίο εκ του πράγματος απέκρουσε, και πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.5.2004 αίτηση του Γ. Ν. Τ. για αναίρεση της 9837/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ