Supreme Court allows bank's appeal against court order, dismissing appellants' claim due to statute of limitations bar.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the bank's appeal against a final judgment that had previously dismissed the appellants' objections to payment orders. The appellants argued for the cancellation of these orders based on a claim of mistake, but the court found their claim time-barred because more than two years had passed since the relevant contracts were signed. Consequently, the court rejected their new arguments raised for the first time on appeal and remanded the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 157(b) of the Civil Code; Article 562(2)(b) of the Code of Civil Procedure: A claim for cancellation of a contract based on mistake is extinguished if two years have elapsed since the contract's formation, barring its assertion even on appeal if not raised initially.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 704 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 704/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ανδρικογιαννόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Π. του Λ., 2) Ε. Π. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πολίτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ανδρικογιαννόπουλο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω προσθέτως παρεμβαίνουσας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 1/6/2021 αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης υπέρ της ως άνω αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 120/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 223/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/12/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 3-12-2019, αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Έκθ. Κατάθ. 35/2019, Αριθ. Δικ. 265/2020) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 120/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, επί της από 27-6-2016 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 223/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία έγιναν δεκτές οι από 10-5-2013 και από 18-5-2013 ανακοπές των ήδη αναιρεσίβλητων και ακυρώθηκαν οι με αριθμούς 36/2013 και 38/2013 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρµόζονται, σύµφωνα µε το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή µερική από το δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης, που έχει ασκηθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, µπορεί να γίνει ή µε προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή µε δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχοµένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (Ολ ΑΠ 20/1999).
Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω η παραίτηση από την πρόσθετη παρέμβαση µπορεί να γίνει και µε εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 4/2012, ΑΠ 580/2019).
Στην προκείµενη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ", επικαλούμενη έννομο συμφέρον, άσκησε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, την από 1-6-2021 (Αριθ. ΠΠ18/2-7-2021), εκούσια αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης τράπεζας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας, Αναστάσιος Ανδρικογιαννόπουλος, νομίμως διορισθείς δυνάμει του 26450/2021 πληρεξούσιου του συμβολαιογράφου Πειραιά Στέφανου Βασιλάκη, ο οποίος με προφορική δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδρίασης, παραιτήθηκε νομότυπα από το δικόγραφο της κρινόμενης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, πριν από τη συζήτηση αυτής.
Η ως άνω παραίτηση είναι νόμιμη και, συνακόλουθα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδαφ. 1 ΚΠολΔ, η εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και πρέπει ως προς αυτή η δίκη να κηρυχθεί καταργηµένη, να μην επιδικασθούν, όμως, δικαστικά έξοδα σε βάρος της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας κατ' άρθρο 180 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελλείψει σχετικού αιτήματος των καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, με τη σύμβαση εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Στη σύμβαση αυτή εφαρμόζονται οι κοινές για τη σύμβαση διατάξεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν τα ελαττώματα της δηλώσεως βουλήσεως. Μεταξύ των τελευταίων είναι και η διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ενώ με τη διάταξη του επομένου άρθρου 141 ΑΚ διευκρινίζεται ότι η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.
Επομένως, πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματικής καταστάσεως, προς την πλάνη δε με την παραπάνω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος. Η πλάνη κατά τη δήλωση της βούλησης, δηλαδή η διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως, συνεπεία εσφαλμένης γνώσης από τον δηλούντα της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης πραγματικής κατάστασης, παρέχει στον πλανηθέντα το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν είναι ουσιώδης.
Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης (ΑΠ 335/2012, ΑΠ 1211/2008, ΑΠ 463/2008, ΑΠ 301/2007, ΑΠ 80/2007, ΑΠ 1096/2006). Στην περίπτωση δε που λόγος ανακοπής εναντίον διαταγής πληρωμής που επιδίκασε χρηματικό ποσό, το οποίο φέρεται στη διαταγή αυτή ως οφειλόμενο από δικαιοπραξία (π.χ.
εγγύηση), πλήττει τη δικαιοπραξία αυτή ως προϊόν πλάνης εις βάρος του ανακόπτοντος, το αίτημα της ανακοπής για ακύρωση της διαταγής πληρωμής ενέχει και αίτημα ένστασης περί ακυρώσεως της δικαιοπραξίας ως προϊόντος πλάνης, σύμφωνα με το λόγο (της ανακοπής), που αποτελεί τη βάση της ένστασης, αφού, σε τέτοια περίπτωση, ζητείται πραγματικά και η ακύρωση της δικαιοπραξίας με την έννοια των άρθρων 140, 141 και 154 εδ.
β' ΑΚ (ΑΠ 406/2019, ΑΠ 1431/2019, ΑΠ 1/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 157 του ΑΚ, όταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Αν η πλάνη εξακολούθησε και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται ακύρωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από τη δικαιοπραξία.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μετά την πάροδο διετίας και σε κάθε περίπτωση εικοσαετίας από τη δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής λόγω πλάνης, τόσο με αγωγή όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία αυτή του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1283/2018, ΑΠ 1447/2010).
Κατά δε το άρθρο 280 ΑΚ, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος. Έτσι, το δικαστήριο, εφόσον από το αποδεικτικό υλικό προκύπτει η πάροδος της τασσομένης από το νόμο προθεσμίας, χωρίς αίτηση ή ένσταση του εναγομένου απορρίπτει την αγωγή που στηρίζεται στο δικαίωμα που έχει αποσβεστεί (ΑΠ 745/2017).
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 10/2011).
Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 192/2019, 727/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τις υπ' αριθ. 2246933/10-8-2005 και ... συμβάσεις πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των πρόσθετων αυτών πράξεων, που καταρτίστηκαν και υπογράφηκαν νομότυπα, στην Ηγουμενίτσα, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της καθ' ης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", ως πιστώτριας, της εταιρίας με την επωνυμία "..." και του Λ.
Π. του Δ., ως πιστούχων, η καθ' ης τους χορήγησε πίστωση, μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ, με την πρώτη σύμβαση, το οποίο αυξήθηκε σε 700.000 ευρώ με τις πρόσθετες πράξεις τροποποίησης της αρχικής σύμβασης πίστωσης και του ποσού των 100.000 ευρώ με τη δεύτερη, το οποίο αυξήθηκε σε 500.000 ευρώ με τις πρόσθετες πράξεις τροποποίησης της αρχικής σύμβασης πίστωσης.
Επιπλέον, με την υπ' αριθ. 1664697/Α1-10.3.2010 πρόσθετη πράξη χορήγησης χρεωλυτικού δανείου, η καθ' ης χορήγησε στον Λ. Π., ποσό 328.000 ευρώ, εξοφλητέο σε 48 δόσεις, στην οποία προβλέφθηκε ότι σε περίπτωση καταγγελίας του, το οφειλόμενο ποσό τον χρόνο αυτό, θα μεταφερθεί στον λογαριασμό που τηρείται στα πλαίσια της ως άνω αρχικής σύμβασης, με αριθμό ...
και θα καταχωρηθεί σ' αυτόν, ως χρεωστικό κονδύλιό του. Οι ως άνω πιστούχοι έκαναν χρήση των ανωτέρω πιστώσεων, προς εξυπηρέτηση των οποίων η καθ' ης τηρούσε τους αντίστοιχους λογαριασμούς. Οι λογαριασμοί αυτοί τηρήθηκαν κανονικά, με τις αντίστοιχες χρεωπιστώσεις, μέχρι την καταγγελία τους, οπότε επιδόθηκε στους καθ' ων η από 27-7-2012 γνωστοποίηση της καταγγελίας για τις ως άνω συμβάσεις και κλήθηκαν αυτοί να καταβάλουν τα χρεωστικά υπόλοιπα, ανερχόμενα στα ποσά των 523.940,22 ευρώ και 308.441,80 ευρώ, αντίστοιχα.
Στη συνέχεια, η καθ' ης, κατέθεσε τις από 21-3-2013 και 28-3-2013 αιτήσεις της, αντίστοιχα, επί των οποίων εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με αριθ., αντίστοιχα, 36/2013 και 38/2013, δυνάμει των οποίων υποχρεώνονται οι ανακόπτοντες, ως εγγυητές και με βάση τις πιο πάνω συμβάσεις εγγυήσεως, στις οποίες στηρίχθηκαν οι διαταγές πληρωμής, να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, μαζί με τους υπόλοιπους συνοφειλέτες - πιστούχους και άλλους εγγυητές - τα ποσά των 523.940,22 ευρώ και 308.441,80 ευρώ, αντίστοιχα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ανακόπτοντες υπέγραψαν την υπ' αριθ. 2246933Α/20-10-2005 σύμβαση παροχής εγγύησης, για την ως άνω πρώτη υπ' αριθ. 2246933/2005 σύμβαση εγγύησης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ενώ, ταυτόχρονα, την ίδια ημέρα, παραχώρησαν το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί των ακινήτων τους και δη επί ενός ισόγειου διαμερίσματος, εμβαδού 78,31 τμ και υπόγειου καταστήματος, εμβαδού 76,31 τμ, ανηκόντων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στους ανακόπτοντες και κειμένων στη ...
στην οδό ... στην …. και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 634/20-10-2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για τα ακίνητα αυτά μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ. Πολύ αργότερα και κατά παράκληση του υιού τους Λ. Π., υπέγραψαν ως εγγυητές, την υπ' αριθ. 1664697/Α1/10-3-2010 πρόσθετη πράξη χορήγησης του άνω τοκοχρεωλυτικού δανείου στον εν λόγω υιό τους, ως και την υπ' αριθ. 1664697/2/10-3-2010 πράξη τροποποίησης - αύξησης του ορίου της αρχικής σύμβασης πίστωσης προς τον υιό τους και πάλι από το ποσό των 200.000 ευρώ, κατά το ποσό των 128.000 ευρώ.
Κατά των παραπάνω διαταγών πληρωμής, οι ανακόπτοντες - εγγυητές, άσκησαν τις ένδικες ανακοπές τους και με τον πρώτο λόγο κάθε μιας των ένδικων ανακοπών, ισχυρίσθηκαν ότι η δήλωσή τους, κατά την υπογραφή των συμβάσεων εγγυήσεων, ήταν προϊόν πλάνης και, ως εκ τούτου, ακυρωτέα, καθόσον νόμιζαν, εσφαλμένα, ότι αυτές είχαν ως περιεχόμενο την ανάληψη της υποχρέωσης εκ μέρους τους, να παραχωρήσουν το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου τους, προς εξασφάλιση των άνω απαιτήσεων της καθ' ης η ανακοπή, τόσον κατά της άνω ΟΕ, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και μέλος ήταν ο υιός τους Λ.
Π., όσο και προσωπικά προς τον εν λόγω υιό τους, προς τον οποίο την χορηγηθείσα πίστωση, εσφαλμένα υπέλαβαν ότι αποτελεί συνέχεια και επέκταση αυτής που χορηγήθηκε στην ΟΕ, με κύριο μέλος και εκπρόσωπό της τον υιό τους, η πλάνη δε αυτή μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως είναι ουσιώδης, αφού αν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, ότι, δηλαδή, απηύθυναν δήλωση προς σύμβαση εγγυήσεων, δεν θα την επιχειρούσαν.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι - ανακόπτοντες, όντες απόφοιτοι του Δημοτικού Σχολείου, βιομηχανικοί εργάτες στην Γερμανία, προ της εγκατάστασής τους στην Ελλάδα, μη έχοντες τραπεζικές συναλλαγές ούτε γνωρίζοντας τραπεζικούς όρους, υπογράφοντας τις άνω συμβάσεις εγγυήσεων, υπολάμβαναν εσφαλμένα ότι παρείχαν εγγύηση προς την Τράπεζα με τα ακίνητα περιουσιακά τους στοιχεία, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της τελευταίας τόσον κατά της άνω ΟΕ, όσον και προσωπικά του υιού τους Λ.
Π., ότι, δηλαδή, αναλάμβαναν την υποχρέωση να χορηγήσουν εμπράγματη ασφάλεια υπέρ της Τράπεζας - όπως και το έπραξαν και όχι ότι εγγυώνται ατομικά, ως αυτοφειλέτες, παραιτούμενοι από όλες τις συναφείς ενστάσεις και δικαιώματα των άρθρων 853 επ. του ΑΚ, ότι θα εξοφλήσουν οι ίδιοι τις εν λόγω οφειλές, ευθυνόμενοι αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με τους πρωτοφειλέτες, ήτοι την ως άνω ΟΕ και τον υιό τους, Λ.
Π., ο οποίος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και μέλος της πρώτης. Έτσι, οι ανακόπτοντες δεν γνώριζαν το ακριβές περιεχόμενο των συμβάσεων εγγύησης και όταν υπέγραφαν, νόμιζαν, εσφαλμένα, ότι είναι διαφορετικό από εκείνο που πράγματι ήταν. Νόμιζαν, δηλαδή, εσφαλμένα ότι με τις ένδικες συμβάσεις εγγυήσεων, αναλάμβαναν την υποχρέωση να παράσχουν εμπράγματη ασφάλεια υπέρ της Τράπεζας, για την εξασφάλιση των επίδικων απαιτήσεων.
Η βούλησή τους, από την αρχή, κατευθυνόταν στην παροχή εγγύησης, με την ακίνητη περιουσία τους μόνο και αυτό υπολάμβαναν οι ίδιοι ότι ήταν και το περιεχόμενο των εγγυήσεων, που υπέγραψαν. Υπολάμβαναν, επομένως, ότι παρείχαν στην εκκαλούσα Τράπεζα εμπράγματη ασφάλεια, ως τρίτοι, που δεν ευθύνονται ενοχικώς, για την απαίτηση εκείνης κατά της άνω ΟΕ και προσωπικά του υιού τους, Λ.
Π.. Η πρόθεσή τους ήταν να εγγυηθούν, με τα περιουσιακά τους στοιχεία, για τα χρέη των άνω ΟΕ και του υιού τους και όχι να εγγυηθούν προσωπικώς την εξόφλησή τους. Σε αυτό δε νόμιζαν ότι κατευθυνόταν η δήλωσή τους, κατά την εκ μέρους τους υπογραφή των άνω συμβάσεων εγγυήσεων.
Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι η διάσταση μεταξύ της δήλωσης των ανακοπτόντων και της βούλησής τους, εξαιτίας εσφαλμένης γνώσης του περιεχομένου των επίμαχων συμβάσεων εγγυήσεων οφείλεται σε ουσιώδη πλάνη τους, διότι αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο, για τις όλες δικαιοπραξίες, ώστε αν οι ανακόπτοντες γνώριζαν την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων, ουδέποτε θα υπέγραφαν τις συμβάσεις εγγυήσεων και ότι οι επίδικες συμβάσεις εγγυήσεων, επομένως, βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής σε βάρος των ανακοπτόντων είναι ακυρώσιμες.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος και κατ' ουσίαν ο σχετικός προς τούτο 1ος λόγος ανακοπής και των δύο (2) συνεκδικασθεισών ανακοπών και να ακυρωθούν, ως προς τους ανακόπτοντες, οι επίδικες, με αριθ. 36/2013 και 38/2013 διαταγές πληρωμής". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, αφού αντικατέστησε την αιτιολογία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης και την έφεση στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, σε σχέση με τον ισχυρισμό των ανακοπτόντων περί ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων εγγύησης, οι οποίες καταρτίστηκαν στις 20-10-2005 και στις 10-3-2010, λόγω ουσιώδους πλάνης που εμφιλοχώρησε μεταξύ της δήλωσής τους σ' αυτές και της αληθινής βούλησής τους, η οποία κατευθυνόταν στην εκ μέρους τους παροχή εμπράγματης ασφάλειας προς την αναιρεσείουσα Τράπεζα, ως τρίτων, για την εξασφάλιση των επίδικων απαιτήσεων, που είχε αυτή κατά του υιού τους και της ομόρρυθμης εταιρείας, της οποίας αυτός ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και όχι στην παροχή προσωπικής εγγύησης των ιδίων για την εξόφληση των χρεών αυτών, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, αφού από το χρόνο κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων εγγυήσεων, οι οποίες, όπως δέχθηκε το Εφετείο έγιναν στις 20-10-2005 και στις 10-3-2010, αντίστοιχα, μέχρι το χρόνο άσκησης των ένδικων ανακοπών (που κατατέθηκαν και επιδόθηκαν στις 21-5-2013, συνταχθείσας της 1267Γ έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, Α.
Τ.), είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, από την επομένη ημέρα της κατάρτισης των επίμαχων συμβάσεων εγγύησης, με αποτέλεσμα να έχει επέλθει η απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος των ανακοπτόντων προς ακύρωση αυτών, οι οποίοι, συνεπώς, δεν μπορούσαν έκτοτε να ζητήσουν την ακύρωσή τους λόγω πλάνης ούτε με αγωγή, ούτε με τον αποτελούντα ένσταση κοινό πρώτο λόγο των ανακοπών τους, ενόψει του ότι δεν πρόβαλαν πρωτοδίκως ισχυρισμό, κατ' άρθρο 157 εδαφ.
β ΑΚ, ότι η πλάνη τους εξακολούθησε και μετά την παρέλευση διετίας από την κατάρτιση των συμβάσεων εγγύησης (ΑΠ 562/2020, ΑΠ 812/2019), τον οποίο απαραδέκτως προβάλουν για πρώτη φορά με το σημείωμά τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο παραδεκτά προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 περιπτ.
β ΚΠολΔ, καθόσον πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, χωρίς την ανάγκη προσφυγής σε άλλα έγγραφα, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 157 ΑΚ, με την αιτίαση ότι μεταξύ του χρόνου κατάρτισης των επίμαχων συμβάσεων εγγύησης και της προβολής με τις ένδικες ανακοπές του περί ακυρωσίας τους, λόγω πλάνης, ισχυρισμού των ανακοπτόντων μεσολάβησε χρονικό διάστημα πλέον της διετίας, με συνέπεια την απόσβεση του σχετικού δικαιώματός τους, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτού, παρέλκει ως αλυσιτελής, η εξέταση των υπόλοιπων διατυπούμενων με την αίτηση αναίρεσης λόγων, καθόσον τυχόν ευδοκίμησή τους θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα με αυτό του προαναφερθέντος που κρίθηκε βάσιμος.
Στη συνέχεια, δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά το σχετικό αίτημα που υπέβαλε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ καταργημένη τη δίκη επί της από 1-6-2021 (Αριθ. Καταθ. ΠΠ18/2021) αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... ".
ΑΝΑΙΡΕΙ την 120/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2023
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ