Legislator Case Law & Legislation
704/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lease termination due to property defects, upholding lower court's rejection of tenant's claim.

Case Number 704/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject the tenants' claim for lease termination. The tenants argued the leased premises had defects preventing their agreed use, while the landlord contended the lower court correctly applied the law. The court ruled that the lower court properly interpreted the Civil Code provisions regarding lease termination for defects and rejected the appellant's procedural complaints as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 574, 575, 576, 585 of the Civil Code; The tenant has the right to terminate the lease contract if the leased property has defects or lacks the agreed qualities that prevent its use, regardless of the lessor's fault, provided a reasonable time for cure is granted and expires unfulfilled.

Keywords

AI generated
lease termination property defects Civil Code provisions tenant rights appeal dismissal judicial costs contractual breach

Cited Legislation

AI generated
Articles 574, 575, 576, 585 of the Civil Code
Article 44 of Presidential Decree 34/1995
Article 587 of the Civil Code
Articles 176, 180, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 4335/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 704 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 704/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πορφύρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Ι. και 2) Μ. Κ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αλεξόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 982/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1632/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-7-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575, 576 και 585 του Α.Κ., οι οποίες κατά το άρθρο 44 του π.δ. 34/1995, εφαρμόζονται και επί εμπορικών μισθώσεων, προκύπτει ότι, αν κατά το χρόνο παραδόσεως στο μισθωτή του μισθίου πράγματος, τούτο έχει ελάττωμα ή έλλειψη της συμφωνηθείσας ιδιότητας, που εμποδίζει, μερικά ή ολικά, τη συμφωνημένη χρήση, τότε ο μισθωτής έχει δικαίωμα, εκτός από αυτά των άρθρων 575 και 576 του Α.Κ., να καταγγείλει τη σύμβαση, υπό τους όρους του άρθρου 585 του ίδιου Κώδικα, εφόσον, εξαιτίας του προβαλλόμενου από αυτόν πραγματικού ελαττώματος ή ελλείψεως της συμφωνηθείσας ιδιότητας, αναιρείται η δυνατότητα να κάνει ελεύθερη ή ανενόχλητη χρήση, κατά τους όρους της συμβάσεως, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 587 του Α.Κ., αίρεται για το μέλλον η μισθωτική σχέση και δεν υποχρεούται πλέον ο μισθωτής σε καταβολή μισθωμάτων για το χρόνο μετά την καταγγελία.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα της καταγγελίας κατά το ανωτέρω άρθρο 585 του Α.Κ. παρέχεται για κάθε είδους αθέτηση της κύριας υποχρεώσεως του εκμισθωτή να παραδώσει στο μισθωτή τη συμφωνημένη χρήση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα πραγματικά ελαττώματα και η έλλειψη συμφωνηθείσας ιδιότητας, ανεξαρτήτως εάν ο εκμισθωτής βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα.

Για την καταγγελία αυτή, η οποία προϋποθέτει μη έγκαιρη και ανεμπόδιστη παραχώρηση ή αφαίρεση της συμφωνημένης χρήσεως του μισθίου, πρέπει προηγουμένως να ταχθεί εύλογη προθεσμία στον εκμισθωτή για την αποκατάσταση της χρήσεως και αυτή να περάσει άπρακτη, εκτός αν ο μισθωτής, εξαιτίας του λόγου που δικαιολογεί την καταγγελία, δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της συμβάσεως, ή αν από την όλη στάση του εκμισθωτή προκύπτει ότι η θέση της προθεσμίας θα ήταν άσκοπη (Α.Π. 509/2020, Α.Π. 420/2019, Α.Π. 1559/2018, Α.Π. 1516/2011).

Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα, εξ άλλου, αποτελεί και η αδυναμία χρήσεως του μισθίου, όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγορεύσεως της χρήσεως από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορηγήσεως της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής (ολ.Α.Π. 50/2005, Α.Π. 1291/2014, Α.Π. 1011/2011). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.ΠολΔικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005), ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.

αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευσή της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεσαι στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1764/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, τα ακόλουθα: "Οι εφεσίβλητες - ενάγουσες - εκμισθώτριες, έχουσες στην πλήρη και αποκλειστική συγκυριότητα, νομή και κατοχή τους, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου η πρώτη εξ αυτών και 1/4 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη εξ αυτών έναν ισόγειο στεγασμένο χώρο, επιφανείας 350 τ.μ.

περίπου και έναν συνεχόμενο ακάλυπτο χώρο, επιφανείας 300 τ.μ. περίπου, οι οποίοι βρίσκονται στον ... και επί της ..., δυνάμει του μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενου από 1-6-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού (καταχωρηθέντος στη Δ.Ο.Υ Αγίου Στεφάνου με αριθμό …/…-6-2008) εξεμίσθωσαν στον εναγόμενο τον προαναφερθέντα ισόγειο στεγασμένο χώρο, επιφανείας 350 τ.μ.

περίπου, προκειμένου αυτός να τον χρησιμοποιήσει απλά ως "αποθηκευτικό χώρο" για μία τριετία και συγκεκριμένα από την 1-6-2008 μέχρι τις 30-5-2011,αντί μηνιαίου μισθώματος ποσού 1.500 ευρώ (πλέον χαρτοσήμου 3,6% το οποίο συμφωνήθηκε να επιβαρύνει εξ ολοκλήρου το μισθωτή), αναπροσαρμοζόμενο σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ως άνω από 1-6-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό και καταβλητέο την πρώτη εκάστου ημερολογιακού μήνα.

Στην συνέχεια δυνάμει του μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενου από 1-3-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού (καταχωρηθέντος στη Δ.Ο.Υ. Αγίου Στεφάνου με αριθμό …/…-3-2012) οι ενάγουσες - εκμισθώτριες εξεμίσθωσαν στον εναγόμενο αμφοτέρους τους ως άνω χώρους κυριότητάς τους, δηλαδή: α) τον ισόγειο στεγασμένο χώρο, επιφανείας 350 τ.μ.

περίπου και β) τον συνεχόμενο ακάλυπτο χώρο, επιφανείας 300 τ.μ. περίπου, προκειμένου αυτός να τους χρησιμοποιήσει επίσης ως "αποθηκευτικούς χώρους". Η διάρκεια της ως άνω μίσθωσης συμφωνήθηκε διετής και συγκεκριμένα από 1.3.2012 μέχρι τις 28.2.2014, το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε να ανέρχεται στο ποσό των 2.000 ευρώ (πλέον χαρτοσήμου 3,6%, το οποίο συμφωνήθηκε να επιβαρύνει εξ ολοκλήρου το μισθωτή), αναπροσαρμοζόμενο σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ως άνω από 1-3-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό και καταβλητέο την πρώτη εκάστου ημερολογιακού μήνα.

Στην συνέχεια οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να παρατείνουν την διάρκεια της ως άνω μίσθωσης δυνάμει του μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενου από 10-3-2014 ιδιωτικού συμφωνητικού (υποβληθέντος ηλεκτρονικά στην γενική Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών με αριθμό δήλωσης …/…-4-2014) για αμφότερους τους ως άνω χώρους, προκειμένου ο εναγόμενος - μισθωτής να τους χρησιμοποιήσει πάλι ως "αποθηκευτικούς χώρους".

Η διάρκεια της παράτασης της ως άνω μίσθωσης συμφωνήθηκε τριετής και συγκεκριμένα από τις 10-3-2014 μέχρι τις 28-2-2017, το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε να ανέρχεται στο ποσό των 2.180 ευρώ, (πλέον χαρτοσήμου 3,6%, το οποίο συμφωνήθηκε να επιβαρύνει εξ ολοκλήρου το μισθωτή), καταβλητέο την πρώτη εκάστου ημερολογιακού μήνα, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως σε ποσοστό 4% επί του καταβαλλόμενου μισθώματος, συμφωνήθηκε δε ότι η πρώτη αναπροσαρμογή θα ελάμβανε χώρα την 1 Μαρτίου 2015.

Αποδείχτηκε περαιτέρω από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ότι ο εναγόμενος - μισθωτής πριν παραλάβει το μίσθιο ακίνητο, και ειδικότερα αρχικά, πριν την υπογραφή του από 1-6-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης τον ισόγειο στεγασμένο χώρο, επιφανείας 350 τ.μ. περίπου, στην συνέχεια δε με την υπογραφή του 1-3-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης αμφότερους τους ως άνω χώρους, ήτοι τον ισόγειο στεγασμένο χώρο, επιφανείας 350 τ.μ.

περίπου και τον συνεχόμενο ακάλυπτο χώρο, επιφανείας 300 τ.μ., είχε εξετάσει και δη "επισταμένως" το (αντίστοιχο) μίσθιο ακίνητο και το είχε βρει "σε αρίστη κατάσταση και της απολύτου αρεσκείας του και απαλλαγμένο παντός ελαττώματος, κατάλληλο δε για τον σκοπό της μισθώσεως, παραιτούμενος ρητώς και ανεπιφυλάκτως πάσης σχετικής ενστάσεως".

Ενισχυτικό των προαναφερθέντων είναι ιδία τα αναγραφόμενα και επί λέξει προαναφερθέντα τόσον στον όρο 6 του αρχικού συναφθέντος από 1-6-2008 συμφωνητικού μισθώσεως, το οποίο υπέγραψε ανεπιφύλακτα ο εναγόμενος, όσον και στον όρο 6 του επόμενου από 1-3-2012 συμφωνητικού μισθώσεως, το οποίο επίσης υπέγραψε ανεπιφύλακτα ο εναγόμενος, τα οποία επαναλήφθηκαν αυτολεξεί και στον όρο 6 του επόμενου από 10-3-2014 συμφωνητικού μισθώσεως, που δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας.

Αποδείχτηκε επίσης ότι ο εναγόμενος - μισθωτής παρέλαβε στην κατοχή του άμεσα από της υπογραφής της ως άνω μισθώσεως το μίσθιο ακίνητο και άρχισε να το χρησιμοποιεί ανενόχλητα για τον σκοπό, για τον οποίο το είχε μισθώσει, ήτοι άρχισε να το χρησιμοποιεί ανενόχλητα ως αποθηκευτικό χώρο. Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα και (όπως προεξετέθη) ο εναγόμενος - μισθωτής είχε παραλάβει στην κατοχή του το μίσθιο ακίνητο και το χρησιμοποιούσε ανενόχλητα για τον σκοπό για τον οποίο το είχε μισθώσει, δηλαδή για αποθηκευτικό χώρο, όλως αιφνιδίως και αδικαιολόγητα περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2015 ο εναγόμενος- μισθωτής εγκατέλειψε το προπεριγραφέν μίσθιο ακίνητο, χωρίς να καταγγείλει την ένδικη μίσθωση.

Εν όψει του γεγονότος αυτού οι ενάγουσες - εκμισθώτριες με την από 5-2-2015 επιστολή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, αποσταλείσα μέσω τηλεομοιότυπου (φαξ), ενημέρωσαν τον εναγόμενο- μισθωτή ότι δεν αναγνωρίζουν ως έγκυρη και νόμιμη την αποχώρησή του από τους προαναφερθέντες μίσθιους χώρους, "καθόσον μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει χώρα νόμιμη "καταγγελία" ή "λύση" της μίσθωσης" και τον καλούσαν να τηρήσει, εφόσον συνέχιζε να το επιθυμεί "τις νόμιμες προϋποθέσεις καταγγελίας" της μεταξύ τους μίσθωσης, καταβάλλοντας τα οφειλόμενα μισθώματα, καταγγέλοντας ενδεχομένως τη μίσθωση εγγράφως και καταβάλλοντας εν συνεχεία τρία μισθώματα συν ένα ως αποζημίωση, δηλώνοντάς του ότι σε διαφορετική περίπτωση θα συνεχίσουν να θεωρούν ενεργή τη μίσθωση, όπως θεωρούσαν ότι είναι στην πραγματικότητα, αναμένοντας την εκτέλεση τόσο των ήδη καθυστερημένων υποχρεώσεών του τώρα εναγόμενου μισθωτή όσο και των μελλοντικών.

Του ζητούσαν περαιτέρω να επικοινωνήσει με τον υπογράφοντα την από 5-2-2015 επιστολή τους πληρεξούσιο δικηγόρο τους μέχρι τη Δευτέρα 9-2-2015 και να του δηλώσει (ο μισθωτής) τις προθέσεις του, σε σχέση με την υπ' αυτού καταγγελία της ένδικης μίσθωσης, ώστε να πράξουν οι εκμισθώτριες ανάλογα. Στην προαναφερθείσα, αποσταλείσα μέσω τηλεομοιότυπου (φαξ), από 5-2-2015 επιστολή του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγουσών ο εναγόμενος- μισθωτής δεν απάντησε.

Μετά ταύτα οι ενάγουσες - εκμισθώτριες κοινοποίησαν στις 19-2-2015 στον εναγόμενο- μισθωτή την από 16-2-2015 εξώδικη όχληση και διαμαρτυρία τους, με την οποία του δήλωσαν ότι αρνούνται να αποδεχθούν και να αναγνωρίσουν ως ισχυρή και νόμιμη την απροειδοποίητη και αυθαίρετη αποχώρησή του από τους μίσθιους χώρους, "καθόσον μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει χώρα νόμιμη "καταγγελία" ή "λύση" της μίσθωσης", του δήλωναν ότι συνεχίζει στην πραγματικότητα να είναι ακόμη ενεργή η μεταξύ τους υφιστάμενη ( ένδικη) σύμβαση μίσθωσης, ότι και οι εκμισθώτριες θεωρούν ότι η (ένδικη) σύμβαση μίσθωσης είναι ακόμη ενεργή και τον καλούσαν να προβεί στην εκτέλεση των καθυστερημένων υποχρεώσεών του όσο και των μελλοντικών.

Του δήλωναν ότι παρά τις οχλήσεις τους καταχρηστικά, αντισυμβατικά και κακόπιστα ο εναγόμενος- μισθωτής δεν έχει καταβάλει και τους οφείλει μισθώματα 4 μηνών και ειδικότερα του χρονικού διαστήματος από τον Νοέμβριο 2014 έως και τον Φεβρουάριο 2015, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ 3,6%, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 2.258,48 ευρώ μηνιαίως και συνολικού ποσού 9.033,92 ευρώ (4X2.258,48 ευρώ = 9.033,92 Ευρώ) τα οποία και τον κάλεσαν να τους καταβάλει εντός της αναφερόμενης στην ως άνω εξώδικη όχληση και διαμαρτυρία τους προθεσμίας πέντε (5) εργασίμων ημερών, δηλώνοντάς του ότι σε διαφορετική περίπτωση θα ασκήσουν με κάθε νόμιμο μέσο τα νόμιμα δικαιώματά τους.

Μετά ταύτα ο εναγόμενος - μισθωτής κοινοποίησε στις ενάγουσες - εκμισθώτριες την από 11-2-2015 εξώδικη καταγγελία - διαμαρτυρία του, με την οποία αφού συνομολόγησε (εξωδίκως) την σύναψη της προαναφερόμενης αρχικής από 1-6-2008 συμβάσεως μίσθωσης, της προαναφερόμενης από 1-3-2012 συμβάσεως μίσθωσης και της από 10-3-2014 παράτασης των από 1-3-2012 συμβάσεων μίσθωσης των προπεριγραφέντων μισθίων ακινήτων ισχυρίστηκε επί λέξει τα ακόλουθα: "Ενώ η επιχείρησή μου λειτουργούσε κανονικά, ανάμεσα σε πλήθος άλλων ομοειδών επιχειρήσεων, μου επιδόθηκε η με αρ.

πρωτ. …/….08.2014 ειδοποίηση του Δήμου Μοσχάτου Ταύρου με την οποία μου ζητούσε να του προσκομίσω εντός επτά ημερών, σωρεία εγγράφων, όπως, μεταξύ άλλων, αντίγραφο μίσθωσης χώρων γραφείων, βεβαίωση λειτουργίας της επιχείρησής μου σύμφωνα με το Ν. 3887/2010, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 4038/2012 και έγκριση λειτουργίας της μεταφορικής επιχείρησής μου από την αρμόδια υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών της Περιφερειακής Ενότητας.

Σε περίπτωση κατά την οποία δεν θα προσκόμιζα εμπρόθεσμα τα δικαιολογητικά που αναφέρονταν στην ειδοποίηση του Δήμου θα ζητούσε ο τελευταίος τον έλεγχο της επιχείρησής μου από δεκατρείς (13) Δημόσιες και Κρατικές υπηρεσίες. Κάτω από αυτές τις συνθήκες έσπευσα να πράξω τα δέοντα προσλαμβάνοντας για τις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν Πολιτικό Μηχανικό, που γνώριζε τις σχετικές διαδικασίες.

Εμβρόντητος έμαθα ότι η περιοχή που βρισκόταν η επιχείρησή μου είναι γενικής κατοικίας και κατά συνέπεια δεν είναι δυνατή η έκδοση άδειας και έγκρισης λειτουργίας της επιχείρησής μου στον μίσθιο χώρο, στον οποίο από την έναρξη της μίσθωσης και κατά την διάρκειά της, είχα προβεί σε εκτεταμένες δαπάνες επισκευών για βελτίωση της λειτουργικότητας και της χρηστικότητας των χώρων των γραφείων και των αποθηκών, καθώς και για την ασφάλειά τους.

Κατ' αυτόν τον τρόπο βρέθηκα σε αδιέξοδο, αφού πλέον οι Δημόσιες υπηρεσίες ζητούσαν άδεια λειτουργίας της επιχείρησής μου, η οποία για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω είναι αδύνατο να εκδοθεί. Τα ζητήματα αυτά κατέστησα γνωστά από την πρώτη στιγμή στον Ι. Π., συγγενή και εκπρόσωπο των εκμισθωτριών, με τον οποίο έκανα κάθε συνεννόηση τόσο για την αρχική μίσθωση και τις παρατάσεις της, όσο και για κάθε θέμα απαραίτητης επισκευής του μισθίου, διότι άλλωστε μόνο μ' αυτόν ερχόμουν σε επαφή, αφού ποτέ δεν συναντήθηκα, ούτε γνωρίζω την πρώτη και δεύτερη από σας τις εκμισθώτριες του μισθίου χώρου.

Σε πλήρη συνεννόηση και με την ρητή συναίνεση του εκπροσώπου σας Ι. Π., αποχώρησα από τον μίσθιο χώρο στα μέσα του Δεκεμβρίου 2014, έχοντας τη βεβαιότητα από τη συμπεριφορά του τελευταίου ότι η μεταξύ μας μίσθωση είχε λυθεί, αφήνοντας σας επενδύσεις και επισκευές που κατά τα πιο πάνω είχα εκτελέσει στο μίσθιο χώρο, με δαπάνες μου.

Όμως πρόσφατα, με επιστολή δικηγόρου και εκπροσώπου σας, έλαβα γνώση ότι δεν αναγνωρίζετε ως ισχυρή και νόμιμη την αποχώρησή μου, αφού κατά την γνώμη σας δεν κατήγγειλα την μεταξύ μας πιο πάνω περιγραφόμενη μίσθωση, αν και για την αποχώρησή μου από το μίσθιο είχε συμφωνήσει ο εκπρόσωπός σας Ι. Π. [............].

Επειδή είναι αδύνατη η έκδοση νόμιμης άδειας λειτουργίας της επιχείρησής μου, λόγω του πιο πάνω περιγραφομένου πραγματικού ελαττώματος, καταγγέλλω την από 01.06.2008 πιο πάνω μίσθωση, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, αφού κατέστη άνευ περιεχομένου. Διαμαρτυρόμενος για τις αιτιάσεις σας περί μη νόμιμης καταγγελίας ή λύσης της μίσθωσης, παρά το γεγονός ότι ο εκπρόσωπος σας Ι.

Π. συναίνεσε στη λύση της μίσθωσης και την συνακόλουθη αποχώρηση μου από το μίσθιο χώρο κατά τα μέσα Δεκεμβρίου 2014, με επιφύλαξη για κάθε δικαίωμα μου [.......]". Σε σχέση με το περιεχόμενο της προαναφερόμενης καταγγελίας πρέπει να τονιστούν ειδικότερα τα εξής: Από όλα τα προαναφερθέντα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα στο Δικαστήριο αυτό αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι η χρήση για την οποία παραχωρήθηκε το μίσθιο στον εναγόμενο είναι αυτή του αποθηκευτικού χώρου και όχι της λειτουργίας και έδρας επιχείρησης και δη με τις ειδικές προδιαγραφές που επικαλείται ο εναγόμενος - μισθωτής.

Ενισχυτικό των προαναφερθέντων είναι ιδία το περιεχόμενο όλων των προαναφερόμενων ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης, που δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας. Αποδείχτηκε επίσης οι εκμισθώτριες ενάγουσες με την έναρξη της προαναφερθείσας μίσθωσης παραχώρησαν στον εναγόμενο μισθωτή το μίσθιο ακίνητο κατάλληλο, για τη συμφωνημένη χρήση, όπως και όφειλαν, ο δε εναγόμενος - μισθωτής παρέλαβε στην κατοχή του άμεσα από της υπογραφής της ως άνω μισθώσεως το μίσθιο ακίνητο και άρχισε να το χρησιμοποιεί ανενόχλητα για τον σκοπό για τον οποίο το είχε μισθώσει, δηλαδή άρχισε να το χρησιμοποιεί ανενόχλητα ως αποθηκευτικό χώρο.

Ουδέποτε παραπονέθηκε ο εναγόμενος μισθωτής, καθ' όλη την διάρκεια του χρονικού διαστήματος που έκανε χρήση του μισθίου ακινήτου ως αποθηκευτικού χώρου, για οιοδήποτε πραγματικό ελάττωμα αυτού ή για έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας. Ενισχυτικό των προαναφερθέντων είναι ιδία το περιεχόμενο όλων των προαναφερόμενων ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης και ιδία ότι τόσο στον όρο 6 του αρχικού συναφθέντος μεταξύ των διαδίκων από 1-6-2008 συμφωνητικού μισθώσεως, όσον και στον όρο 6 του επόμενου από 1-3-2012 συμφωνητικού μισθώσεως, αλλά και στον όρο 6 του επόμενου από 10-3-2014 συμφωνητικού μισθώσεως, τα οποία άπαντα υπέγραψε ανεπιφύλακτα ο εναγόμενος, αναγράφεται αυτολεξεί ότι ο εναγόμενος - μισθωτής πριν την υπογραφή των ως άνω (αντίστοιχων ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης) είχε εξετάσει και δη "επισταμένως" το (αντίστοιχο) μίσθιο ακίνητο και το είχε βρει "σε αρίστη κατάσταση και της απολύτου αρεσκείας του και απαλλαγμένο παντός ελαττώματος, κατάλληλο δε για τον σκοπό της μισθώσεως, παραιτούμενος ρητώς και ανεπιφυλάκτως πάσης σχετικής ενστάσεως".

Τα ανωτέρω δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας. Αποδείχτηκε επίσης ότι (όπως και ανωτέρω αναλυτικά εξετέθη) ο εναγόμενος - μισθωτής έκανε ανενόχλητα χρήση του μισθίου ακινήτου, ήτοι του ισόγειου στεγασμένου χώρου, επιφανείας 350 τ.μ.

περίπου και του συνεχόμενου ακάλυπτου χώρου, επιφανείας 300 τ.μ., χρησιμοποιώντας τους χώρους αυτούς ως αποθηκευτικούς χώρους και μόνο [που ήταν η χρήση για την οποία είχε τους μισθώσει και η χρήση για την οποία είχε παραχωρηθεί το μίσθιο στον εναγόμενο] για μεγάλο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από την 1-6-2008 και εφεξής μέχρι τον Δεκέμβριο 2014.

Άλλη χρήση του μισθίου ακινήτου και δη η χρήση του ως έδρας της επιχείρησης του εναγομένου μισθωτή δεν αποδείχτηκε με πληρότητα και πειστικότητα. Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα ο εναγόμενος - μισθωτής έλαβε την απευθυνόμενη και προς τον ίδιο, στην έχουσα έδρα την οδό ..., στον ..., επιχείρησή του, 1η ειδοποίηση του Δήμου Μοσχάτου - Ταύρου με αριθμό πρωτ.

…/….08.2014..". Εκθέτοντας το Εφετείο επί λέξει το περιεχόμενο της ως άνω ειδοποιήσεως, με την οποία εζητούντο από τον εναγόμενο τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, διαλαμβάνει περαιτέρω στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι τα αιτούμενα ειδικότερα στο κεφάλαιο "ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ" "δικαιολογητικά για την απόδειξη της νόμιμης λειτουργίας μεταφορικής εταιρείας (είναι):

α) Άδεια άσκησης επαγγέλματος οδικού μεταφορέα, σύμφωνα με το π.δ. 346/2001 (ΦΕΚ 233 Α'), β) Ισχύουσα άδεια ή άδειες κυκλοφορίας φορτηγών δημόσιας χρήσης (ΦΔΧ) αυτοκινήτων, γ) Βεβαίωση λειτουργίας σύμφωνα με το ν. 3887/2010, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί από το ν. 4038/2012 και το άρθρο 5, συνοδευόμενη από το τελευταίο καταστατικό της εταιρείας, δ) Έγκριση λειτουργίας αυτής από την αρμόδια υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών της Περιφερειακής Ενότητας, συνοδευόμενες από το τελευταίο καταστατικό της εταιρείας.

Συνεχίζοντας περαιτέρω το Εφετείο διαλαμβάνει στην προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Ιδιαίτερα από το περιεχόμενο της προαναφερόμενης με αριθμό πρωτ. …/….08.2014 ειδοποίησης του Δήμου Μοσχάτου-Ταύρου, την οποία επικαλείται ο εναγόμενος - μισθωτής στην προαναφερθείσα καταγγελία της ένδικης μίσθωσης για να στοιχειοθετήσει το φερόμενο πραγματικό ελάττωμα του μισθίου ακινήτου δεν αποδείχτηκε ότι ζητήθηκε από τον εναγόμενο μισθωτή από τον Δήμο Μοσχάτου -Ταύρου οιοδήποτε έγγραφο ή άδεια που να αφορά το μίσθιο ακίνητο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος μισθωτής.

Αντιθέτως, όπως ρητά αναγράφεται στην προαναφερθείσα με αριθμό πρωτ. …/….08.2014 ειδοποίηση του Δήμου Μοσχάτου -Ταύρου (και ανωτέρω αυτολεξεί παρατέθηκε), "στο ως άνω έγγραφο με την ένδειξη "ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ" προσδιορίζονται τα ζητούμενα έγγραφα, ως προς την νόμιμη λειτουργία της επιχείρησης και τα οποία θα πρέπει να κατατεθούν εις το γραφείο της Δημοτικής Κοινότητας ως ανωτέρω και στην προσδιορισθείσα ημερομηνία" και συγκεκριμένα ζητήθηκαν από τον εναγόμενο - μισθωτή τα ακόλουθα (και μόνο) δικαιολογητικά για την απόδειξη της νόμιμης λειτουργίας μεταφορικής εταιρείας του:

α "Άδεια άσκησης επαγγέλματος οδικού μεταφορέα, σύμφωνα με το π. Δ. 346/2001 (ΦΕΚ 233 Α')", έγγραφο για το οποίο δεν αποδείχτηκε ότι έχει οιαδήποτε σχέση με την χρήση του μισθίου ακινήτου ως αποθήκης, β. "Ισχύουσα άδεια ή άδειες κυκλοφορίας φορτηγών δημόσιας χρήσης (ΦΔΧ) αυτοκινήτων", έγγραφο για το οποίο επίσης δεν αποδείχτηκε ότι έχει οιαδήποτε σχέση με την χρήση του μισθίου ακινήτου ως αποθήκης γ. "Βεβαίωση λειτουργίας σύμφωνα με το Ν. 3887/2010 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί από το Ν. 4038/2012 και το άρθρο 5, συνοδευμένη από το τελευταίο καταστατικό της εταιρείας", έγγραφα για τα οποία επίσης δεν αποδείχτηκε ότι έχουν οιαδήποτε σχέση με την χρήση του μισθίου ακινήτου ως αποθήκης υπό του εναγόμενου, δ. "Έγκριση λειτουργίας αυτής της μεταφορικής επιχείρησης και έγκριση τελευταίας μεταβολής της λειτουργίας αυτής από την αρμόδια υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών της Περιφερειακής Ενότητας, συνοδευμένες από το τελευταίο καταστατικό της εταιρείας", έγγραφα για τα οποία επίσης δεν αποδείχτηκε ότι έχουν οιαδήποτε σχέση με την χρήση του μισθίου ακινήτου ως αποθήκης υπό του εναγόμενου.

Πέραν των ανωτέρω πρέπει να τονιστεί ότι το γεγονός πως επισημάνθηκε στον εναγόμενο μισθωτή από τον ως άνω Δήμο, με την ίδια προαναφερθείσα ειδοποίηση ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 του Ν. 3887/2010, "η μεταφορική εταιρεία πρέπει να διαθέτει επαρκείς και κατάλληλους χώρους στάθμευσης των οχημάτων και αποθηκευτικές εγκαταστάσεις για την φύλαξη και συντήρηση των οχημάτων.

Επίσης απαιτούνται δικαιολογητικά για την απόδειξη χώρων γραφείου (αντίγραφα συμβολαίων ή μίσθωσης χώρων γραφείου)", ουδόλως αφορά την ένδικη μίσθωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος μισθωτής και συγκεκριμένα δεν αφορά την ένδικη μίσθωση διότι οι μίσθιοι χώροι: α) δεν είχαν μισθωθεί ως χώροι στάθμευσης των οχημάτων, β) δεν είχαν μισθωθεί ως αποθηκευτικές εγκαταστάσεις για την φύλαξη και συντήρηση των οχημάτων, γ) δεν είχαν μισθωθεί ως χώροι γραφείου, αλλά είχαν μισθωθεί απλά ως αποθηκευτικοί χώροι και χρησιμοποιούνταν από τον εναγόμενο - μισθωτή απλά ως αποθηκευτικοί χώροι.

Τα ανωτέρω δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο. Ως εκ περισσού πρέπει να τονιστεί εδώ ότι όλα τα αναφερόμενα στο κεφάλαιο "ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ" με την ίδια προαναφερθείσα ειδοποίηση έγγραφα ή δικαιολογητικά που ζητούνται από τον εναγόμενο μισθωτή ανάγονται α) στα άρθρα 4 και 5 του Ν. 3887/2010.......

και β) στο π.δ. 346/2001.......,δηλαδή ανάγονται σε νομοθετικό καθεστώς πολύ προγενέστερο του από 1-3-2012 συμφωνητικού μισθώσεως, πόσο μάλλον του επόμενου από 10-3-2014 συμφωνητικού παράτασης μισθώσεως, το οποίο σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει και να εφαρμόζει ο εναγόμενος μισθωτής, αφού αφορούσε την νόμιμη λειτουργία της επιχείρησής του.

Ιδιαίτερα εν όψει και όλων των προαναφερθέντων δεν αποδείχτηκε η ουσιαστική βασιμότητα των περιεχομένων στην ένδικη καταγγελία του ισχυρισμών του εναγομένου - μισθωτή ότι, λόγω της προς αυτόν ως άνω ειδοποίησης του Δήμου Μοσχάτου-Ταύρου, εμφανίστηκε στο μίσθιο ακίνητο πραγματικό ελάττωμα που εμπόδιζε, μερικά ή ολικά, τη συμφωνημένη χρήση ή έλλειψη συμφωνηθείσας ιδιότητας που εμπόδιζε, μερικά ή ολικά, τη συμφωνημένη χρήση, αφού οι μίσθιοι χώροι είχαν μισθωθεί υπό του εναγομένου μισθωτή απλά ως αποθήκη και ως αποθήκη χρησιμοποιούνταν υπ' αυτού και δεν είχαν μισθωθεί, ούτε χρησιμοποιούνταν ως χώρος γραφείων, ούτε ως χώροι στάθμευσης των οχημάτων, ούτε ως εγκαταστάσεις για την φύλαξη και συντήρηση των οχημάτων.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο εναγόμενος - μισθωτής δεν προσκόμισε μετ' επικλήσεως οιοδήποτε έγγραφο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι αυτός έκανε οιαδήποτε ενέργεια προς απόκτηση των εγγράφων που του ζητούσε με την υπ' αρ. πρωτ. …/…..08.2014 ειδοποίηση ο Δήμος Μοσχάτου-Ταύρου, ούτε ότι προσκόμισε τα σχετικά έγγραφα στον ως άνω Δήμο, ούτε ότι τώρα που αυτός μίσθωσε από τρίτο άλλο, πλησιόχωρο ακίνητο, ως αποθηκευτικό χώρο, προσκόμισε στον ως άνω Δήμο τα έγγραφα που του ζητούσε με την προαναφερόμενη ειδοποίηση.

Ως εκ περισσού [αφού, όπως προεξετέθη, δεν αποδείχτηκε η υπό του εναγομένου - μισθωτή επικαλούμενη ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του μισθίου ακινήτου], πρέπει να τονιστεί επίσης ότι, εν όψει και όλων των προαναφερθέντων, δεν αποδείχτηκε επίσης ότι έλαβε χώρα οιαδήποτε αφαίρεση παρακωλυτική της χρήσεως του μισθίου, ούτε ότι τάχθηκε υπό του εναγόμενου - μισθωτή στις εκμισθώτριες εύλογη προθεσμία για την αποκατάσταση της χρήσης ή για την αποκατάσταση του φερόμενου πραγματικού ελαττώματος και ότι αυτή παρήλθε άπρακτη, ούτε άλλωστε αποδείχτηκε με πληρότητα και πειστικότητα ότι ο εναγόμενος μισθωτής εξαιτίας του φερόμενου πραγματικού ελαττώματος δεν είχε πλέον συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης, ούτε άλλωστε αποδείχτηκε ότι από την όλη στάση των εκμισθωτριών η θέση της προθεσμίας θα ήταν άσκοπη.

Αντιθέτως αποδείχτηκε, εν όψει και όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, ότι ο εναγόμενος μισθωτής εγκατέλειψε αυθαίρετα και αδικαιολόγητα το μίσθιο ακίνητο, χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει το υπ' αυτού επικαλούμενο πραγματικό ελάττωμα αυτού και δη χωρίς να έχει προκύψει αδυναμία χρήσης του μισθίου, όπως συμφωνήθηκε, (δηλαδή ως αποθήκης) λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται, καθόσον ουδόλως αποδείχτηκε ότι η δημόσια αρχή που αυτός επικαλείται απαγόρευσε την χρήση του μισθίου ακινήτου ως αποθήκης, ούτε άλλωστε ζητήθηκε από τον εναγόμενο -μισθωτή οιαδήποτε άδεια δημόσιας αρχής που να αφορά την χρήση του μισθίου ακινήτου, το οποίο είχε μισθώσει απλά αποθηκευτικό χώρο.

Εν όψει όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, αφού αποδείχτηκε πλήρως ότι δεν συντρέχουν οι επικαλούμενοι υπό του εναγόμενου - μισθωτή λόγοι της καταγγελίας, αυτή ήταν άκυρη και πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε (άρθρα 174, 180 Α.Κ.) και δεν επέφερε κανένα αποτέλεσμα, ώστε συνακόλουθα δεν επήλθε λύση της ένδικης μίσθωσης και ο εναγόμενος μισθωτής οφείλει τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή μισθώματα, ανεξάρτητα αν χρησιμοποιούσε το μίσθιο ή όχι και τούτο διότι το μίσθωμα δεν καταβάλλεται για την πράγματι ασκούμενη χρήση, αλλά καταβάλλεται για τη δυνατότητα της άσκησης της χρήσεως [..........], την οποία δυνατότητα της άσκησης της χρήσεως του μισθίου παρείχαν οι εκμισθώτριες, όπως και ανωτέρω εξετέθη.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί επίσης ότι δεν αποδείχτηκε με πληρότητα και πειστικότητα η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του εναγομένου - μισθωτή ότι οι ενάγουσες - εκμισθώτριες συνήνεσαν δια του εκπροσώπου τους σε λύση της ένδικης μίσθωσης, αφενός ιδία εν όψει και του ότι ο φερόμενος εκπρόσωπος των εναγουσών - εκμισθωτριών δεν είχε εξουσία γενικής και πλήρους εκπροσώπησής τους, αλλά απλώς εισέπραττε για λογαριασμό τους το μίσθωμα, για τον λόγο ότι ο τόπος εργασίας του βρισκόταν πλησίον του μισθίου ακινήτου, αφετέρου ιδία εν όψει και του ότι ουδόλως αποδείχτηκε με πληρότητα και πειστικότητα τέτοια συναίνεση.

Ενισχυτικό των προαναφερθέντων είναι ιδιαίτερα το γεγονός ότι όλα τα μεταξύ των διαδίκων μισθωτήρια έχουν υπογραφεί από τις ενάγουσες εκμισθώτριες και όχι από οιονδήποτε τρίτο ως εκπρόσωπό τους, αλλά και ιδιαίτερα το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος των εναγουσών Ι. Π. (τον οποίο επικαλείται ως εκπρόσωπό τους ο εναγόμενος μισθωτής), που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και του οποίου η ένορκη κατάθεση περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), που κατέθεσε ενόρκως σε σχέση με την εγκατάλειψη του μισθίου ακινήτου υπό του εναγόμενου και την υπ' αυτού άμεση μίσθωση άλλου ακινήτου: "Επειδή υπάρχει πληθώρα βρήκαν καλύτερο και έφυγαν".

Τα ανωτέρω δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα από κανένα αντίθετο αποδεικτικό μέσο. Συνακόλουθα εν όψει όλων των αναλυτικά ανωτέρω εκτεθέντων, αφού αποδείχτηκε με πληρότητα ότι δεν υπάρχει πραγματικό ελάττωμα στο μίσθιο ακίνητο, συνεπώς πρέπει να αναγνωριστεί ότι η προαναφερθείσα, γενόμενη υπό του εναγόμενου μισθωτή καταγγελία της ένδικης μίσθωσης είναι άκυρη και ότι ως εκ τούτου η σύμβαση μίσθωσης συνεχίζει να είναι ενεργή και να παράγει τα αποτελέσματά της, γενόμενης δεκτής ως κατ' ουσίαν βάσιμης της υπό κρίση αγωγής κατά το προαναφερθέν αίτημά της.

Συνακόλουθα ο εναγόμενος μισθωτής οφείλει το συμφωνημένο μίσθωμα ανεξάρτητα από το εάν κάνει ή όχι χρήση του μισθίου. Επομένως ο εναγόμενος οφείλει στις ενάγουσες - εκμισθώτριες τα μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου 2014 έως και Φεβρουαρίου 2015, ποσού 2.258,48 έκαστο και συνολικά ποσού 9.033,92 ευρώ , καθώς και τα μισθώματα των μηνών Μαρτίου και Απριλίου 2015, ποσού 2.355,63 έκαστο (λόγω της αναλυτικά εκτιθέμενης στην αγωγή αναπροσαρμογής) και συνολικά ποσού 4.711,26 ευρώ.

Συνακόλουθα ο εναγόμενος οφείλει στις ενάγουσες - εκμισθώτριες για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 13.475,18 ευρώ, γενόμενης δεκτής ως κατ' ουσίαν βάσιμης της υπό κρίση αγωγής και κατά αίτημά της αυτό. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, καίτοι με συνοπτικότερες αιτιολογίες που συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσης, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως αβάσιμων των λόγων της ένδικης έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα".

Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της από 17.10.2016 εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης υπ' αριθμ. 982/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η από 2.4.2015 αγωγή που είχαν ασκήσει οι ήδη αναιρεσίβλητες εκμισθώτριες για καταβολή μισθωμάτων, αφού έκρινε άκυρη την εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος μισθωτή καταγγελία της ένδικης μισθώσεως και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την προβληθείσα από αυτόν συναφή ένσταση, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 576, 579, 580, 585 και 586 του Α.Κ., καθ' όσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι ο αναιρεσείων μισθωτής:

α) προέβη στη μίσθωση των αναφερομένων (στεγασμένου και ακάλυπτου) χώρων, προκειμένου να τους χρησιμοποιήσει ως αποθήκη, β) ότι εγκατέλειψε αυθαίρετα και αδικαιολόγητα το μίσθιο ακίνητο, χωρίς οι ενάγουσες εκμισθώτριες να έχουν συμφωνήσει στη λύση της μισθώσεως, αλλά και χωρίς να έχει εμφιλοχωρήσει το από αυτόν επικαλούμενο πραγματικό ελάττωμα και δη χωρίς να έχει προκύψει αδυναμία της συμφωνημένης χρήσεως του μισθίου ακινήτου (ως αποθηκευτικού χώρου), λόγω της απαγορεύσεως της χρήσεως από δημόσια αρχή ή λόγω της αδυναμίας χορηγήσεως της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής και γ) ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι τάχθηκε από τον αναιρεσείοντα μισθωτή εύλογη προθεσμία στις ενάγουσες εκμισθώτριες για την αποκατάσταση της χρήσεως ή για την αποκατάσταση του επικαλούμενου από αυτόν πραγματικού ελαττώματος και ότι αυτή παρήλθε άπρακτη, ή ότι αυτός εξαιτίας του ελαττώματος δεν είχε πλέον συμφέρον στην εκτέλεση της συμβάσεως, ή ότι από την όλη στάση των εκμισθωτριών η θέση της προθεσμίας θα ήταν άσκοπη, πληρούν το πραγματικό των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων και δικαιολογούν την απόρριψη της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, όπως και την παραδοχή της αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων σχετικώς:

α) με το είδος των δραστηριοτήτων που διενεργούντο στο μίσθιο και με τον τρόπο με τον οποίο αποθηκεύοντο σ' αυτό τα εμπορεύματα και πως αυτά διακινούντο από και προς το μίσθιο, β) ποιες και τι είδους εργασίες διενεργούντο στο μίσθιο, γ) τον πολεοδομικό χαρακτηρισμό της περιοχής, όπου βρίσκεται το μίσθιο, όπως αβασίμως προβάλλει ο αναιρεσείων.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις του λόγου αυτού είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., κρίνονται απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.7.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 670/2019 αίτηση για αναίρεση της 1632/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ