Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to failure to prove timely objection to set-off claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four parties against a labor court judgment regarding a personal injury claim. The appellants argued that the lower court failed to consider a valid set-off claim for voluntary payments made by the defendant to the plaintiff between 2006 and 2008. The court rejected this argument because the appellants failed to submit the necessary written proposals or court records proving the objection was raised in the first instance and on appeal, and the set-off claim itself was deemed indefinite due to lack of specific details.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 527 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the inadmissibility of a set-off objection is rejected if the appellant fails to prove the objection was timely raised in lower proceedings or if the objection itself lacks the required specificity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 704 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 704/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Α. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 3) Δ. Δ. του Χ., κατοίκου ... και 4) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ..., όλοι οι ανωτέρω παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: V. H. του N., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Γαλετζά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν η 85/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και των δύο διαδίκων, αφού συνεκδικάσθηκαν, η 373/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-2-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 16-2-2018 και με αριθμό κατάθεσης 12/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 373/2017 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί των ασκηθείσών τόσο από τον ενάγοντα όσο και από τους εναγόμενους αντιθέτων εφέσεων κατά της 85/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου , εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 27-7-2010 (με αριθμό κατάθεσης 292/ ΕΓ292/2010) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, όλες οι ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεση του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμα του, όπως από την ιδιοκτησία του. (Ολ.
Α.Π. 9/2015).
3.Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσελήφθη από την 4η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία στις 2.5.2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να παράσχει σε αυτήν την εργασία του ως ανειδίκευτος εργάτης στις κτηριακές εγκαταστάσεις του εργοστασίου κατασκευής πληρωτικών υλικών, που διατηρεί η τελευταία στη θέση "..." …..
Κατά τους ειδικότερους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας στον ενάγοντα ανατέθηκε η εκτέλεση βοηθητικών εργασιών και ιδίως εργασιών καθαριότητας εντός του τμήματος παραγωγής No 5 και No 6 των κτιριακών εγκαταστάσεων της εταιρίας. Σε εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας και σχετικών οδηγιών του εκπροσώπου της τέταρτης εναγομένης, ο ενάγων στις 31.10.2006 εκτελούσε εργασίες καθαριότητάς εντός του τμήματος παραγωγής No 5 και No 6.
Συγκεκριμένα, σκούπιζε τη σκόνη, που διέρρεε και αιωρούνταν από τη λειτουργία των μηχανημάτων (πετρόμυλοι) του εν λόγω τμήματος και που τελικώς επικάθονταν επί του δαπέδου, με σκούπα χειρός. Κατά την 08.30 περίπου και ενώ εκτελούσε τις ανωτέρω εργασίες κοντά σε μία συρόμενη μεταλλική θύρα, στη βόρεια πλευρά του συγκεκριμένου τμήματος, διαστάσεων 3X4 μέτρων, η οποία ήταν σχεδόν κλειστή, δημιουργώντας ένα άνοιγμα λιγότερο των 0,40 μέτρων, προσπάθησε ανοίξει την εν λόγω θύρα προκειμένου να μεταβεί στον εξωτερικό χώρο του τμήματος και να συνεχίσει εκεί τις αντίστοιχες εργασίες καθαρισμού.
Κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς του να μετακινήσει και εν τέλει να ανοίξει την ως άνω συρόμενη θύρα, η τελευταία ξέφυγε από τη θέση της, έπεσε στο έδαφος και καταπλάκωσε τον τελευταίο, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει σοβαρά στα πλευρά και την κοιλιακή χώρα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω συρόμενη μεταλλική θύρα ήταν αναρτώμενη από δύο τροχαλίες (ράουλα), διαμέτρου 10 εκ.
εκάστη, οι οποίες κυλίονταν επί μίας μεταλλικής τροχιάς (μεταλλική γωνία), χωρίς να διαθέτει στο κάτω τμήμα της, δηλαδή στο δάπεδο, αντίστοιχο οδηγό (αυλάκι) συγκράτησης και ολίσθησης αυτής, καθώς επίσης και χωρίς να διαθέτει άλλα κατάλληλα συστήματα ασφαλείας, που να εμποδίζουν την έξοδό της από την τροχιά ανάρτησης και κύλισης, να τη συγκρατούν στη θέση της, ακόμη και έπειτα από τυχαίο εκτροχιασμό της και να εμποδίζουν την πτώση της στο έδαφος, κατά παράβαση του άρθρου 3 σε συνδυασμό με ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I, παρ. 12 εδ. 6 του ΠΔ 16/1996.
Ακόμη, προέκυψε ότι, κατά το χρόνο που ο ενάγων προσπαθούσε να ανοίξει τη εν λόγω μεταλλική θύρα, αφενός μεν έπνεαν ισχυροί βόρειοι άνεμοι στην περιοχή, οι οποίοι δημιουργούσαν σχετικές ταλαντώσεις και μικρομετακινήσεις της θύρας, κατά μήκος του άξονα Βορρά - Νότου, αφετέρου δε η θύρα δεν ήταν αναρτημένη και επί των δύο τροχαλιών (ράουλα) κίνησης, παρά μόνον σε μία από τις δύο τροχαλίες, καθώς η έτερη τροχαλία είχε φύγει από τη θέση της.
Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν να ξεφύγει ευκόλως και το έτερο ράουλο από τη μεταλλική τροχιά κύλισης, με την άσκηση πιέσεως από τον ενάγοντα, καθώς δεν υπήρχαν κατάλληλες διατάξεις που να αποτρέπουν την έξοδο της συρόμενης μεταλλικής θύρας από την τροχιά ανάρτησης και κύλισης, κατά τα προαναφερόμενα, και η πόρτα να πέσει πάνω στον τελευταίο.
Τα συγκεκριμένα ράουλα κύλισης της θύρας έφευγαν συχνά κατά το παρελθόν από την τροχιά ανάρτησης και κύλισης της θύρας, γεγονός που γινόταν αντιληπτό από τους εργαζομένους, οι οποίοι τα επανατοποθετούσαν στη θέση τους, η στήριξη δε της θύρας κατά τον επίδικο χρόνο από ένα μόνο ράουλο κίνησης έγινε αντιληπτή από τον ενάγοντα, πριν απ' την προσπάθειά του να μετακινήσει τη θύρα, ο οποίος, παρά ταύτα, προέβη στη συγκεκριμένη ενέργεια κατά τη διάρκεια τής οποίας η θύρα έφυγε από τη θέση της και προκάλεσε τον τραυματισμό του.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο πρώτος των εκκαλούντων της α' έφεσης, εφεσίβλητων της β' έφεσης και εναγόμενων ετύγχανε νόμιμος εκπρόσωπος της τέταρτης εξ αυτών, διευθυντής του εργοστασίου και υπεύθυνος για τη συντήρηση των κτιριακών εγκαταστάσεων, ο δεύτερος των εκκαλούντων της α' έφεσης, εφεσίβλητων της β' έφεσης και εναγόμενων ετύγχανε τεχνικός ασφάλειας του εργοστασίου και ο τρίτος των εκκαλούντων της α' έφεσης, εφεσίβλητων της β' έφεσης και εναγόμενων ήταν υπεύθυνος για τη συντήρηση και ασφαλή λειτουργία των συρόμενων μεταλλικών θυρών του εργοστασίου.
Ο 1ος των εκκαλούντων της α' έφεσης, εφεσίβλητων της β' έφεσης και εναγόμενων ετύγχανε νόμιμος εκπρόσωπος της 4ης εξ αυτών Α.Ε., ενώ οι 2ος και 3ος των εκκαλούντων της α' έφεσης, εφεσίβλητων της β' έφεσης και εναγόμενων ήταν προστηθέντες στην υπηρεσία της 4ης εξ αυτών. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το επίδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα και δη αμέλεια των 1ου, 2ου και 3ου των εναγόμενων.
Συγκεκριμένα, η υπαιτιότητα των ως άνω εναγόμενων στην πρόκληση του ένδικου εργατικού ατυχήματος έγκειται στο ότι, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, δεν επέδειξαν την αναγκαία φροντίδα, όπως ήταν κατά νόμο υποχρεωμένοι, για την τήρηση των οριζομένων από το νόμο όρων και απαραιτήτων μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων στο εργοστάσιο, ώστε να περιορίσουν τους κινδύνους, κατά την κύλιση των μεταλλικών θυρών στο ελάχιστο.
Ειδικότερα, δεν μερίμνησαν, όπως ήταν εκ του νόμου υπόχρεοι λόγω των ιδιοτήτων τους, για την εγκατάσταση κατάλληλων συστημάτων ασφαλείας στις συρόμενες μεταλλικές θύρες του εργοστασίου, που θα εμπόδιζαν την έξοδό της από την τροχιά ανάρτησης και κύλισης, όπως ιδίως οδηγό (αυλάκι) συγκράτησης και ολίσθησης αυτών, κατά παράβαση του άρθρου 3 σε συνδυασμό με ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 παρ. 12 εδ. 6 του ΠΔ 16/1996.
Κατά τις παραλείψεις τους αυτές οι 1ος, 2ος και 3ος των εναγόμενων δεν κατέβαλαν την προσοχή και περίσκεψη, που όφειλαν, δηλαδή αυτήν που υπό τις συγκεκριμένες ως άνω περιστάσεις, θα μπορούσε να επιδείξει ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος επαγγελματίας της ειδικότητας του καθενός από αυτούς (άρθρο 330 εδ.
β' ΑΚ). Η αμελής δε αυτή συμπεριφορά των παραπάνω εναγόμενων βρίσκεται σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό του ενάγοντος, δεδομένου ότι το ατύχημα θα μπορούσε να αποφευχθεί, αν η επίδικη μεταλλική θύρα διέθετε συστήματα ασφάλειας που να εμπόδιζαν την έξοδό της από την τροχιά ανάρτησης και κύλισης, όπως προέκυψε ιδίως από την υπ' αριθμ.
πρωτ. 146 Α/2006 έκθεση αυτοψίας του τεχνικού επιθεωρητή του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας Ι. Τ.. Στην πρόκληση, όμως, του ατυχήματος συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα και δη συντρέχουσα αμέλεια του εφεσίβλητου της α' έφεσης, εκκαλούντος της β' έφεσης και ενάγοντος. Ειδικότερα, ο τελευταίος επιχείρησε να ανοίξει την επίδικη μεταλλική θύρα, καίτοι είχε προηγουμένως αντιληφθεί ότι ένα ράουλο είχε εξέλθει από την τροχιά ανάρτησης και κύλισης, γεγονός που καθιστούσε επικίνδυνη την άσκηση πίεσης επ' αυτής και χωρίς να ειδοποιήσει τον υπεύθυνο ασφαλείας και να αναμείνει την ασφαλή επιδιόρθωση του συστήματος ασφαλείας της θύρας, με αποτέλεσμα, κατά την προσπάθειά του, να ανοίξει τη θύρα, αυτή να φύγει από τη θέση της και να προκαλέσει τον τραυματισμό του.
Κατά τις ενέργειες και παραλείψεις του αυτές ούτε ο ενάγων κατέβαλε την προσοχή και περίσκεψη που όφειλε, δηλαδή αυτήν που υπό τις συγκεκριμένες ως άνω περιστάσεις, θα μπορούσε να επιδείξει ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος επαγγελματίας της ειδικότητάς του (άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ). Τα όσα, όμως, περαιτέρω ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως και επαναλαμβάνουν με την α' έφεσή τους οι εναγόμενοι περί του ότι ο ενάγων προσπάθησε να ανοίξει την επίδικη θύρα με λοστό, δεν προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, καθώς ο μάρτυράς τους που εξετάστηκε πρωτοδίκως στο ακροατήριο, αλλά και οι ενόρκως βεβαιούντες τρίτοι πιθανολογούν απλώς ότι ο ενάγων έκανε χρήση λοστού, χωρίς να έχουν ιδία αντίληψη των επίδικων πραγματικών περιστατικών, οι δε καταθέσεις τους αυτές δεν επιρρωνύονται από τα ευρήματα της εκθέσεως αυτοψίας και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Οι παραπάνω παράνομες και αμελείς ενέργειες και παραλείψεις τόσο των 1ου, 2ου και 3ου των εναγόμενων, όσο και του ενάγοντος συνδέονται με το επίδικο εργατικό ατύχημα με πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, αφού ήταν ικανές, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να το προκαλέσουν και το προκάλεσαν, πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα το επίδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα (συντρέχουσα αμέλεια) και πρόσφορη συναιτιότητα τόσο των 1ου, 2ου και 3ου των εναγόμενων, όσο και του ενάγοντος. Τους τρεις παραπάνω εναγόμενους βαρύνει συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος 70%, ενώ τον ενάγοντα βαρύνει συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος 30%, όπως ορθώς έγινε δεκτό και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο , απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης των εναγομένων.
4. Περαιτέρω, από όλα τα προμνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι εξαιτίας του ένδικου εργατικού ατυχήματος ο ενάγων, ηλικίας 44 ετών τότε (31.10.2006) και υγιής, τραυματίσθηκε σοβαρά. Συγκεκριμένα, ο ενάγων μετά από το ατύχημα διεκομίσθη στο Γενικό Νοσοκομείο ….. όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος έως τις 5.12.2006.
Ειδικότερα, εισήχθη στη ΜΕΘ από τις 31.10.2006 έως τις 21.11.2006 με διάγνωση εξιτηρίου πολυτραυματίας, οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, εναποδρομή, σπληνεκτομή. Μεταφέρθηκε στη χειρουργική κλινική από 21.11.2006 έως 29.11.2006 με διάγνωση εξιτηρίου ρήξη σπληνός, πολυτραυματίας, ρήξη ΑΡ νεύρου, κατάγματα δύο σπονδύλων θωρακικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και αναπνευστική ανεπάρκεια.
Εν συνεχεία, μεταφέρθηκε στην ορθοπαιδική κλινική από 29.11.2006 έως 5.12.2006 με διάγνωση εξιτηρίου συμπιεστικό κάταγμα Θ6 και πολλαπλά κατάγματα πλευρών. Στις 5-12-2006 διεκομίσθη στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο ….., όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 11.12.2006, με διάγνωση παραμελημένο κάταγμα Θ6 με σταθερή κυφωτική παραμόρφωση 50 μοιρών χωρίς νευρολογική συνδρομή.
Εισήχθη εκ νέου στις 15.01.2008 στο ΚΑΤ, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση οπίσθιας σπονδυλοδεσίας και σε χειρουργικό καθαρισμό, παρέμεινε δε νοσηλευόμενος έως τις 12.02.2008. Εξαιτίας του τραυματισμού του δυνάμει των υπ' αριθμ. 1151/2009 και 1152/2009 αποφάσεων του Υποκαταστήματος ΙΚΑ ... συνταξιοδοτήθηκε λόγω μερικής αναπηρίας και του χορηγήθηκε σύνταξη ποσού ίσου με το ποσοστό 50% της πλήρους σύνταξης.
5. Ενόψει των ανωτέρω και αφού ληφθούν υπόψη οι παραπάνω περιγραφόμενες συνθήκες του ένδικου εργατικού ατυχήματος, ο βαθμός του πταίσματος των 3 πρώτων εναγόμενων, για το οποίο ευθύνεται και η 4η εναγόμενη (άρθρα 71 εδ. α' και 922 ΑΚ), αλλά και του συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, το είδος και η έκταση των τραυμάτων του τελευταίου, η διάρκεια της νοσηλείας του, η σωματική και ψυχολογική επιβάρυνσή του, η ηλικία του και η υγεία του κατά το χρόνο του ατυχήματος, καθώς και η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και το παρόν (δευτεροβάθμιο) Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη πράγματι από το ατύχημα ηθική βλάβη και ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση αυτής έπρεπε να προσδιοριστεί στο ποσό των 70.000 ευρώ.
Το παραπάνω ποσό είναι εύλογο κατ' άρθρο 932 εδ. α' και εδ. β' ΑΚ, δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 εδ.
α' και εδ. β' ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης [ΟλΑΠ 6/2009 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Επομένως, ορθώς επιδικάστηκε στον ενάγοντα πρωτοδίκως το ποσό των 70.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής λόγω της ηθικής βλάβης, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης των εναγομένων.
6. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν ποσό ως χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης από την αδικοπραξία της πρώτης εναγομένης σε βάρος του κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν υπολείπεται (και μάλιστα καταφανώς) από τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως ο τρίτος λόγος της ένδικης αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
7. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (Ολ. ΑΠ 15/2000). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α` - γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.
Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β`, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ` ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (ΑΠ 72/2016).
Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1594/2017, ΑΠ 201/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 2o λόγο της υπό κρίση αιτήσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ` ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την παραδεκτά προταθείσα πρωτοδίκως και κατ` έφεση ένσταση συμψηφισμού και συγκεκριμένα ότι αυτοί κατέβαλαν από την επομένη του ατυχήματος του ενάγοντος ( 1-11-2006) έως τις 31-12-2008 αχρεωστήτως σ'αυτόν 41009,38 ευρώ, την οποία πρότειναν προς συμψηφισμό της απαίτησης του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, αν και οι αναιρεσείοντες επικαλούνται παραδεκτή προβολή της ανωτέρω ενστάσεώς τους πρωτοδίκως και κατ` έφεση, δεν προσκομίζουν τις έγγραφες προτάσεις που είχαν υποβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης από τα οποία να προκύπτει η παραδεκτή προβολή της ενστάσεως αυτής, επί πλέον δε δεν προβάλλουν κάποιο νόμιμο λόγο παραδεκτής βραδείας προβολής της ενστάσεως αυτής για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου.
Ανεξάρτητα απ' αυτά, και ενόψει του ότι όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440,441 ΑΚ και 262 παρ.1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεως τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και της απόρριψης της αγωγής, η προβληθείσα από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ένσταση συμψηφισμού αναταπαίτησής της, ύψους 41.009,38 ευρώ, προς την ασκηθείσα με την αγωγή απαίτηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ήταν απορριπτέα ως αόριστη, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση αφού η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία δεν εξέθεσε, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 26-1-2012 έφεσής της , με τον 5ο λόγο της οποίας επανέφερε την πιο πάνω ένσταση τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία, επικαλούμενη μόνο αορίστως, ότι το ποσό τούτο κατεβλήθη οικειοθελώς και εκ λόγων φιλανθρωπίας, άνευ οιασδήποτε νομικής υποχρεώσεως, συνιστούν σε κάθε περίπτωση αχρεώστητη καταβολή.
8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τoυ αναιρεσίβλητου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-2-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 373/2017 αποφάσεως του Mονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ