Supreme Court dismisses appeal for failure to raise proportionality argument properly in lower court proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting his insurance contract termination claim. The appellant argued the lower court failed to examine the proportionality of terminating contracts versus using milder measures, but the court found this argument was not properly raised or re-raised in the appeal. Consequently, the appeal was rejected, the appellant's costs were transferred to the state, and he was ordered to pay the insurance company's legal fees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 106, 110(2), 561(2), 240, 527, 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal for violation of the principle of proportionality fails if the argument was not properly raised and re-raised in the lower instance proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 704 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 704/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κόμη. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυξένη Μπαλτά, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι η επωνυμία της ως άνω εταιρείας τροποποιήθηκε και η νέα επωνυμία της είναι "...".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1007/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 735/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-1-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 735/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 26-7-2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1007/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει κατ'ουσίαν την από 25-9-2005 αγωγή του, με την οποία αυτός ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη εταιρεία να του καταβάλει αποζημίωση, ισούμενη προς το τριπλάσιο της συνολικής ετήσιας προμήθειας αυτού επί των καταρτισθεισών ασφαλιστικών συμβάσεων, λόγω της άνευ σπουδαίου λόγου καταγγελίας, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, των συμβάσεων παραγωγής ασφαλίσεων που είχαν συναφθεί μεταξύ τους.
2. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει των από 1-7-1989 δύο συμβάσεων, αορίστου χρόνου, που ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων συνήψε με την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, αυτός ανέλαβε για λογαριασμό της τελευταίας το έργο του παραγωγού ασφαλίσεων.
Ειδικότερα, με την μία εξ αυτών των συμβάσεων ("Ασφάλειες Ζωής") ανέλαβε, για αόριστο χρόνο, να διενεργεί πράξεις διαμεσολαβήσεως με αποκλειστικό σκοπό την παρουσίαση, πρόταση και προπαρασκευή ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής για λογαριασμό της εφεσίβλητης, έναντι αμοιβής. Η τελευταία εταιρεία έκρινε τις υπό του ενάγοντος προσκομιζόμενες αιτήσεις για την έκδοση ασφαλιστηρίου συμβολαίου, υπέγραφε όλα τα συμβόλαια και τις πρόσθετες πράξεις, ενώ ο ενάγων παραγωγός δεν είχε το δικαίωμα υπογραφής ή συνυπογραφής, ούτε δυνατότητα διακανονισμών.
Με την άνω σύμβαση η εναγομένη ανέλαβε να καταβάλλει τις προμήθειες, που θα υπολογίζονταν στα καθαρά ασφάλιστρα ζωής και τα καθαρά ασφάλιστρα των προσαρτημάτων "Απαλλαγή καταβολής ασφαλίστρων και προπληρωμή Ασφαλιζομένου Κεφαλαίου", κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στον όρο Β1 της προαναφερομένης συμβάσεως.
Περαιτέρω, με την άλλη σύμβαση ("Γενικές Ασφάλειες"), ο ενάγων ανέλαβε να διενεργεί πράξεις διαμεσολαβήσεως με αποκλειστικό σκοπό την παρουσίαση, πρόταση και προπαρασκευή ασφαλιστικών συμβάσεων γενικών ασφαλειών έναντι προμήθειας-αμοιβής, όπως είχε ρητά καθοριστεί στον όρο Β1 της εν λόγω συμβάσεως. Σύμφωνα με τον κοινό όρο Α-5 των ανωτέρω συμβάσεων ο ενάγων με την ιδιότητα του παραγωγού ασφαλειών ή ασφαλιστικού συμβούλου ανέλαβε την υποχρέωση σε όλη τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως, "να παρέχει τις υπηρεσίες του αποκλειστικά και μόνον στην εταιρεία και να μην συνεργάζεται με άλλη ασφαλιστική εταιρεία, ούτε να διαμεσολαβεί άμεσα ή έμμεσα για την κατάρτιση οποιασδήποτε ασφαλίσεως ή προς όφελος άλλης ασφαλιστικής εταιρείας, εκτός αν πρόκειται για ασφαλιστικές εργασίες διαφορετικού κλάδου από αυτόν που ασκεί η εταιρεία".
Με τον όμοιο και για τις δύο συμβάσεις όρο Γ-1 ορίστηκε ότι οι συμβάσεις αυτές είναι αορίστου διάρκειας και ότι μπορούσαν να λυθούν από οποιονδήποτε των συμβαλλομένων αζημίως μετά από έγγραφη προειδοποίηση τουλάχιστον 2 μηνών, ενώ με τον επίσης όμοιο όρο Γ-3 συμφωνήθηκε το δικαίωμα της εταιρείας να καταγγείλει αμέσως τις συμβάσεις, χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση, ένεκα σπουδαίου λόγου.
Επίσης με τον όμοιο και για τις δύο συμβάσεις όρο Δ-3 ορίστηκε ρητά ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της εταιρείας για σπουδαίο λόγο, ο παραγωγός δεν θα δικαιούται τις προμήθειες που αναλογούν στην παραγωγή του από την καταγγελία της συμβάσεως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 13-12-2000 κοινοποιήθηκε στην εναγομένη η από 13-12-2000 εξώδικη γνωστοποίηση παραιτήσεως του ενάγοντος.
Με το έγγραφο αυτό, όπως προκύπτει από το σαφές περιεχόμενό του, ο ενάγων δήλωσε προς την εναγομένη τη βούλησή του να λύσει τις δύο ως άνω επίδικες συμβάσεις (αναιτιώδης καταγγελία), χωρίς η δήλωσή του αυτή να έχει τεθεί υπό την αναβλητική αίρεση της αποδοχής της εκ μέρους της εναγομένης, ούτε άλλωστε και απαιτείτο τούτο για να επέλθουν τα αποτελέσματά της, από τη σύμβαση ή από το νόμο, απορριπτομένων όσων αβασίμων ισχυρίζεται ο εκκαλών με τους συναφείς λόγους της ένδικης εφέσεώς του.
Έτσι, σύμφωνα με τον Γ-1 όρο των επιδίκων συμβάσεων τα αποτελέσματα αυτής της αναιτιώδους καταγγελίας του ενάγοντος θα επέρχονταν μετά την παρέλευση δίμηνης προθεσμίας από την κοινοποίησή της, δηλαδή στις 13-2-2001. Ακολούθως, και ενώ οι επίδικες συμβάσεις δεν είχαν ακόμη λυθεί, αφού δεν είχε παρέλθει η δίμηνη προθεσμία από την κοινοποίηση του άνω εξωδίκου του ενάγοντος, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία κοινοποίησε στον ενάγοντα στις 2-1-2001 τις από 28-12-2000 εξώδικες καταγγελίες της για κάθε μία εκ των επιδίκων συμβάσεων, επικαλούμενη αντισυμβατική συμπεριφορά του ενάγοντος δια της φερομένης εκ μέρους του επιδιώξεως και αναλήψεως συνεργασίας με ανταγωνιστική της εναγομένης ασφαλιστική εταιρεία.
Οι καταγγελίες αυτές έγιναν χωρίς σπουδαίο λόγο, όπως κρίθηκε πρωτοδίκως και η κρίση αυτή δεν προσβάλλεται με την ένδικη έφεση. Περαιτέρω...οι κοινοποιηθείσες στις 2-1-2001 εξώδικες καταγγελίες της εναγομένης, παρά το γεγονός ότι έγιναν χωρίς σπουδαίο λόγο, είναι έγκυρες, πλην όμως δεν παράγουν άμεσα τα αποτελέσματά τους, αλλά μετά την παρέλευση της συμφωνηθείσας ως άνω, για την περίπτωση της αναιτιώδους καταγγελίας, δίμηνης προθεσμίας, ήτοι οι καταγγελίες αυτές θα επέφεραν αποτελέσματα από την 2-3-2001.
Πλην όμως, ενόψει του ότι σε προγενέστερο χρόνο, ήτοι στις 13-2-2001, επήλθαν τα αποτελέσματα της προηγηθείσης εκ μέρους του ενάγοντος από 13-12-2000 αναιτιώδους καταγγελίας, οι επίδικες συμβάσεις, κατά το χρόνο που θα επέρχονταν τα αποτελέσματα των καταγγελιών εκ μέρους της εναγομένης, είχαν ήδη λυθεί με πρωτοβουλία του ενάγοντος, όπως βασίμως η εφεσίβλητη υποστηρίζει με τις προτάσεις, που κατέθεσε στο παρόν δικαστήριο, προς υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης.
Επομένως, σύμφωνα με τα άρθρα 4 § 4 και 16 § 3 του ν. 1569/1985 "Διαμεσολάβηση στις συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης", όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις των §§ 8 και 25 του άρθρου 36 του Ν. 2496/1997, δεν οφείλονται προμήθειες στον ενάγοντα, διότι οι επίδικες συμβάσεις λύθηκαν με πρωτοβουλία του ιδίου, μετά την παρέλευση της δίμηνης προθεσμίας από την κοινοποίηση της ως άνω "εξωδίκου γνωστοποιήσεως παραιτήσεώς του".
Τα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα περί του ότι η εν λόγω εξώδικη παραίτησή του δεν υπήρξε αποτέλεσμα δικής του πρωτοβουλίας, αλλά ότι εξαναγκάστηκε να προβεί σε αυτή από την εναγομένη, ουδόλως αποδείχθηκαν. Άλλωστε και στο ίδιο το εξώδικό του τούτος αναφέρει ως λόγους της παραιτήσεως του την επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας της μητρός του και τη φθορά της δικής του υγείας από την πίεση της εργασίας του, χωρίς όμως να αναφέρει τίποτε για μεθοδευμένες προσπάθειες της εναγομένης σε εξαναγκασμό του προς παραίτηση".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή του. Με όσα δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος της ελλείψεως εξαναγκασμού σε παραίτηση του αναιρεσείοντος και της εξ αυτού του λόγου απαλλαγής της αναιρεσίβλητης από την υποχρέωση πληρωμής του αιτουμένου χρηματικού ποσού.
Επομένως το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 3. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 167, 201, 210, 361 και 700 του ΑΚ, εφόσον έκρινε εσφαλμένα ότι η γνωστοποίηση της βούλησης του αναιρεσείοντος για παραίτηση αποτελούσε αναιτιώδη καταγγελία των επίδικων συμβάσεων, με αποτέλεσμα να τις θεωρήσει ως λυθείσες μετά παρέλευση διμήνου, ενώ αυτή ήταν αιτιώδης, αφού ο ίδιος έθετε τη δήλωση αυτή υπό την αίρεση της αποδοχής της από την αναιρεσίβλητη, αίρεση που δεν πληρώθηκε τελικά. Εφόσον όμως στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου εκτίθεται σαφώς ότι στο έγγραφο της καταγγελίας δεν υπήρχε τέτοια αίρεση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη αιτίαση ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ).
4. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικότερα σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1731/2008).
Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό, χωρίς να διαπιστώνει κενό ή αμφιβολία ως προς την αληθινή βούληση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε ότι αυτός επιθυμούσε να λυθούν οι συμβάσεις και ότι ο προβαλλόμενος στη δίκη ισχυρισμός του, ότι εξαναγκαστικά οδηγήθηκε σε παραίτηση λόγω της συνεχούς πιέσεως που δεχόταν από την αναιρεσίβλητη για εξεύρεση νέων πελατών, ουδόλως απεδείχθη.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο κατ' επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε ορθά την επίδικη εξώδικη γνωστοποίηση, αναζητώντας την αληθινή δικαιοπρακτική του βούληση κατά το συμφέρον του και κατ' εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αλλά έκρινε εσφαλμένα ότι η δήλωση για παραίτηση ήταν αποτέλεσμα δικής του πρωτοβουλίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
5. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα" ως αληθινά χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή τους.
Δεν απαιτείται, ωστόσο, το δικαστήριο να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να αναφέρει καθένα από αυτά συγκεκριμένα και να τα αναλύει. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινό τον ισχυρισμό ότι η αποδοχή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της δηλώσεως παραιτήσεώς του δεν απαιτείτο από το νόμο ή από τη μεταξύ τους σύμβαση, χωρίς να έχει προσκομισθεί απόδειξη για τον εν λόγω ισχυρισμό από την τελευταία, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε αυτήν αναφέρεται ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από την εκτίμηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων του ενάγοντος και της εναγομένης και εγγράφων) που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. 6.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000? ΟλΑΠ 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.
Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ.527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατ' επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση επειδή δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι θα έπρεπε να ερευνηθεί, κατ' εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, αν οι οικονομικής ή οργανωτικής φύσεως ανάγκες της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης μπορούσαν αποτελεσματικά να αντιμετωπιστούν με ηπιότερα μέσα, αντί της καταγγελίας, που είναι το επαχθέστερο.
Εφόσον όμως ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι προέτεινε τον ισχυρισμό αυτό και μάλιστα παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ότι τον επανέφερε με λόγο εφέσεως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται και είναι απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί αυτός, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Ιανουαρίου 2016 αίτηση του Δ. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 735/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ