Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment as inadmissible due to procedural rules on appeal scope.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal by annulling the second-instance judgment regarding the first-instance decision but dismissed the appeal against the second-instance ruling as inadmissible. The appellant challenged both the final first-instance judgment and the second-instance judgment that had accepted the appeals against it. The court held that when an appeal is accepted, the first-instance judgment ceases to exist, making an appeal against it procedurally impossible under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 577 §1 of the Civil Procedure Code; An appeal against a first-instance judgment is inadmissible if the second-instance court has accepted the appeal against that judgment, as the first-instance judgment ceases to exist upon acceptance of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 704 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 704/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πιερρίνα Κοριατοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδάκη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4135/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5950/2004 του Εφετείου Αθηνών . Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Μαρτίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 24 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Και τούτο γιατί αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν απορριφθεί η έφεση η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή. Μόνο αν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως. Και τούτο γιατί η πρωτόδικη απόφαση τελεσιδίκησε με την έκδοση της απορριπτικής εφετειακής αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αναίρεση στρέφεται τόσο κατά της υπ' αριθμ. 4135/2003 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και κατά της υπ' αριθμ. 5950/2004 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας έγιναν τυπικά δέκτες οι αντίθετες εφέσεις του ενάγοντος αναιρεσείοντος και της εναγομένης αναιρεσιβλήτου κατά της άνω πρωτοδίκου αποφάσεως και το Εφετείο, μετά την τυπική παραδοχή των εφέσεων, υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως. Επομένως, η αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της προαναφερομένης πρωτοδίκου αποφάσεως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρ. 577§1 ΚΠολ.Δ.).
ΙΙ. Το άρθρο 9 του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, ορίζει τα εξής: "1.α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημιώσεως αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημιώσεως αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκησε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...".
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό τους ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως ιδίως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9§1 εδ.
α' του π.δ. 219/1991, όπως το εδ. α' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7§1 του π.δ. 312/1995. Το άνω πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά την λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη" αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Τις προαναφερόμενες ουσιαστικές προϋποθέσεις γέννησης της απαιτήσεώς του πρέπει να επικαλεσθεί για το ορισμένο της αγωγής του (ΚΠολΔ 111§2, 118 περ. 4 και 216§1) και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος (ΑΠ 139/2006). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την ένδικη από 27.7.2000 αγωγή του αναιρεσείοντος, υποκείμενη σε επισκόπηση κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, ισχυρίσθηκε, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, προς θεμελίωση του αιτήματος προς καταβολή αποζημιώσεως πελατείας κατά το άρθρο 9 του π.δ. 219/1991, ότι με το από 17.5.1993 ιδιωτικό συμφωνητικό η αναιρεσίβλητη τον όρισε ως αποκλειστικό εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο των προϊόντων SEAT και του ανέθεσε την αποκλειστική πώληση αυτοκινήτων, ανταλλακτικών και εξαρτημάτων του εργοστασίου SEAT, τα οποία αυτή εισάγει, στην περιοχή της Δυτικής Αττικής, ότι στην περιοχή της Δυτικής Αττικής παρουσίασε για πρώτη φορά τα προϊόντα της αναιρεσιβλήτου και "δημιούργησε από το μηδέν την πελατεία που σήμερα υπάρχει", η οποία είναι εντελώς νέα, ότι την 6.10.1999 η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε εγγράφως την ανωτέρω σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία (αναιρεσίβλητη) διατηρεί και θα εξακολουθήσει στο μέλλον να διατηρεί ουσιαστικά οφέλη από την εξ' ολοκλήρου νέα πελατεία των προϊόντων της που έφερε αυτός, καθώς και ότι ο μέσος ετήσιος όρος των προμηθειών που ο αναιρεσείων εισέπραξε κατά την τελευταία προ της καταγγελίας πενταετία, με βάση τα αναλυτικώς για κάθε έτος αναφερόμενα στην αγωγή ποσά προμηθειών, ανήλθε στο ποσό των 16.507.099 δραχμών.
Συναφώς δε προς τα ανωτέρω περιστατικά ο αναιρεσείων εζήτησε με την άνω αγωγή του να του επιδικασθεί το πιο πάνω ποσό "ως αποζημίωση πελατείας", σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 9 περ. α' και β' του π.δ. 219/1991. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή του αναιρεσείοντος είναι αρκούντως ορισμένη, ως διαλαμβάνουσα με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα περιστατικά που πληρούν το πραγματικό της ανωτέρω και εφαρμοσθείσης στην προκειμένη υπόθεση ουσιαστικής διατάξεως.
Ειδικότερα δεν ήταν αναγκαία, για την δικονομική πληρότητα της αγωγής, ήτοι για το ποσοτικά ορισμένο, ή ως στοιχείο του νόμου βασίμου αυτής, και η διευκρίνηση σ' αυτή, ιδιαιτέρως, του ακριβούς ποσού των ωφελημάτων που διατήρησε η αναιρεσίβλητη εντολέας μετά τη λύση της συμβάσεως από τη διαμεσολαβητική δραστηριότητα του αναιρεσείοντος, ώστε να επιδικασθεί, ως αποζημίωση πελατείας, το ποσό τούτο αν είναι μικρότερο σε σχέση με το τυχόν μεγαλύτερο ποσό που εμφανίζεται με την ένδικη αγωγή ως δίκαιο, με βάση την απώλεια των προμηθειών από τις συναλλαγές που θα μπορούσαν να υλοποιηθούν (μετά τη λύση της συμβάσεως) με πελάτες που η αναιρεσίβλητη απέκτησε κατά την διάρκεια της λειτουργίας της συμβάσεως.
Τούτο δε γιατί, κατά την ορθή έννοια του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, ως βάση του υπολογισμού της άνω αποζημιώσεως λαμβάνονται υπόψη οι προμήθειες από συμβάσεις που προβλέπονται να καταρτισθούν με πελάτες που έφερε ο αντιπρόσωπος και τις οποίες προμήθειες, λόγω της καταγγελίας, χάνει αυτός, με δυνατότητα, από την ίδια διάταξη, του εντολέως να ισχυρισθεί και να ανταποδείξει, ότι τα οφέλη που διατηρεί μετά την καταγγελία από την διατήρηση της πελατείας είναι μικρότερα κατά ποσόν από τις απολεσθείσες προμήθειες του αντιπροσώπου (ΑΠ. 139/06 ό.π).
Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε την ανωτέρω αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το προαναφερόμενο αίτημα, ως ποσοτικά αόριστη, γιατί: α) δεν μνημονεύεται σ' αυτή το ποσό των ωφελημάτων που διατήρησε η αναιρεσίβλητη εναγομένη μετά τη λύση της συμβάσεως από την διαμεσολαβητική δραστηριότητα του αναιρεσείοντος, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το ποσό αυτό είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο από το αναφερόμενο στην αγωγή ως δίκαιη αποζημίωση, β) δεν γίνεται ο προσδιορισμός των νέων πελατών που έφερε ο αναιρεσείων, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 περ.
γ' του ΚΠολΔ που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο αυτού μέρος, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 8 §2 και 3 του π.δ. 219/1991 η Σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά την λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Όταν δε η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου, ανάλογα με την χρονική διάρκεια της συμβάσεως.
Στην περίπτωση δε λύσεως της αορίστου χρόνου συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας με καταγγελία ο αντιπρόσωπος, εκτός από την προαναφερόμενη αποζημίωση πελατείας, δικαιούται, κατά την ρητή διάταξη του εδαφίου γ' του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, και αποζημίωση κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Τέτοια αξίωση γεννιέται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 724, 914, 281 ΑΚ, στην περίπτωση κατά την οποία το διαπλαστικό δικαίωμα της καταγγελίας ασκείται καταχρηστικώς.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ. 17/1995, ΟλΑΠ 62/1990).
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Περαιτέρω δεν προσδιορίζεται στο νόμο η έννοια της άϋλης εμπορικής αξίας μιας επιχειρήσεως, ως τέτοια όμως θεωρείται κατά τα συναλλακτικά ήθη η αξία που έχει η επιχείρηση ως σύνολο πραγμάτων, δικαιωμάτων, άϋλων αγαθών ή άλλων πραγματικών καταστάσεων (πελατεία, φήμη, πίστη στις συναλλαγές κ.λ.π) που έχουν οργανωθεί σε οικονομική ενότητα.
Επομένως, προσδιοριστικό στοιχείο της άϋλης εμπορικής αξίας δεν είναι το ποσό των ετησίων μικτών κερδών της επιχειρήσεως, όπως προκύπτουν από τους ετησίους ισολογισμούς της. Κατά δε το άρθρο 1 του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται κατά της εμπορικές, βιομηχανικές, εργολαβικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε προς τον σκοπό ανταγωνισμού γενομένη πράξη αντικείμενη στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψη και προς ανόρθωση της προσγενομένης ζημίας.
Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδες στοιχείο προς θεμελίωση της αξιώσεως προς αποζημίωση επί αθεμίτου ανταγωνισμού είναι και το να εκτελείται η πράξη, που φέρεται ως συνιστώσα τον αθέμιτο ανταγωνισμό, με πρόθεση ανταγωνισμού προς την από άλλο ασκούμενη εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση και να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά την γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου κοινωνικού ανθρώπου.
Ειδικότερα, επί συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας η αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο μπορεί να θεμελιώσει αξίωση προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αθεμίτου ανταγωνισμού στο πρόσωπο του εντολοδόχου αντιπροσώπου μόνο όταν η αντισυμβατική συμπεριφορά εμπεριέχει δόλιες μεθοδεύσεις και πράξεις αθέμιτες αντίθετες προς τα χρηστά ήθη, με σκοπό τον σφετερισμό της ξένης πελατείας και εκμεταλλεύσεως της ξένης φήμης, του μόχθου και των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο αντιπρόσωπος για την καθιέρωση των προϊόντων που αντιπροσωπεύει.
Προϋπόθεση δε γεννέσεως της εκ του άρθρου 920 ΑΚ αξιώσεως προς αποζημίωση είναι η υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων ενώπιον τρίτων με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωσή τους.
Οι διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις πρέπει να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικώς σε κίνδυνο ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο ανωτέρω άρθρο αγαθά του φυσικού ή νομικού προσώπου. Τέλος, κατά το άρθρο 111§2, 118§4, και 216 ΚΠΟλΔ το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει με ποινή απαραδέκτου, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς με την πλήρη έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων, τα οποία είναι αναγκαία για την στήριξη του αξιουμένου δικαιώματος.
Η αναγραφή των συγκεκριμένων περιστατικών είναι απαραίτητη για να μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί, αλλά και το δικαστήριο να προβεί στον προσήκοντα υπαγωγικό συλλογισμό προς διάγνωση της διαφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή εζήτησε, εκτός από την επιδίκαση της προμνημονευθείσης αποζημιώσεως πελατείας, και την αναγνώριση της υποχρεώσεως της αναιρεσιβλήτου να του καταβάλει τα στην αγωγή διαλαμβανόμενα χρηματικά ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας:
α) της ακαίρως και καταχρηστικώς γενομένης καταγγελίας της προαναφερομένης συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, της αποζημιώσεως για την αιτία αυτή, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, αντιστοιχούσης στο ποσό της άϋλης εμπορικής αξίας της εμπορικής επιχειρήσεως του αναιρεσείοντος με βάση το μέσο όρο των ετησίων μικτών αυτής κερδών, όπως προκύπτουν από τους ετησίους ισολογισμούς, β) του αθέμιτου ανταγωνισμού και διαδόσεως ψευδών ειδήσεων που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον του.
Προς στήριξη δε των αμέσως ανωτέρω αιτημάτων εκτίθενται στην αγωγή, κατ' ορθή αυτής εκτίμηση, υποκείμενη σε επισκόπιση από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), μεταξύ των άλλων, και τα εξής περιστατικά: Στις αρχές του έτους 1996 η αναιρεσίβλητη πρότεινε στον αναιρεσείοντα την μετεγκατάσταση της επιχειρήσεώς του σε άλλο ακίνητο, προκειμένου να δημιουργηθεί κάθετη μονάδα εξυπηρετήσεως των πελατών του.
Η αναιρεσίβλητη δια του νομίμου εκπροσώπου της τον διαβεβαίωσε ότι θα τον ενίσχυε οικονομικώς με επιδότηση ύψους 25.000.000 δραχμών. Κατόπιν αυτού ο αναιρεσείων αγόρασε με άλλο συνεργάτη του οικοπεδική έκταση επί της Νέας Εθνικής οδού Αθηνών - Κορίνθου, εμβαδού 600μ2, αντί συνολικού τιμήματος εξ 11.099.000 δραχμών, από το οποίο αυτός κατέβαλε το μισό.
Η αναιρεσίβλητη δεν προέβη στην ανωτέρω χρηματοδότηση. Στις 2.7.1998 αυτή δια του διευθυντού των πωλήσεων της του πρότεινε την υπαγωγή της επιχειρήσεώς του σε υποδίκτυο της εταιρείας "ΑUTOLUX". Ο αναιρεσείων εζήτησε από την αναιρεσίβλητη επί της ανωτέρω προτάσεώς της συγκεκριμένη ανάλυση, η οποία δεν του εδόθη.
Έκτοτε η αναιρεσίβλητη τον αγνοούσε στις διαφημιστικές της "καμπάνιες", ενώ σε σχετική εγκύκλιο αυτής, στην οποία αναφερόταν ο επιθεωρητής για κάθε εξουσιοδοτημένο έμπορο σ' ολόκληρη την Ελλάδα, δεν αναφερόταν και ο ίδιος. Την ίδια χρονική περίοδο κυκλοφορούν στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο διαφημίσεις της εταιρείας "AUTOLUX", ως αντιπροσώπου της αναιρεσιβλήτου στην περιοχή της Δυτικής Αττικής, η οποία (αναιρεσίβλητη) αντισυμβατικώς τις ανεχόταν, ενώ από του τέλους του έτους 1998 αυτή παρέλειπε να συμπεριλαμβάνει συστηματικά την επιχείρηση του αναιρεσείοντος στην κατάσταση του επισήμου δικτύου της, την δε 6.10.1999 κατήγγειλε και "τυπικά" με επίδοση προς αυτόν σχετικού εγγράφου την ανωτέρω σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας.
Υπό τα εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής πραγματικά περιστατικά, αυτή, κατά τα ανωτέρω υπό στοιχ. α' και β' αιτήματα, είναι ποσοτικά αόριστη. Ειδικότερα: 1) Δεν αναφέρεται στην αγωγή, αν εξαιτίας της προηγηθείσης της ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας συμπεριφοράς της αναιρεσιβλήτου, όπως αυτή περιγράφεται στην αγωγή, δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση στον αναιρεσείοντα ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα, ποια ακριβώς πραγματική κατάσταση διαμορφώθηκε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, αιτιωδώς συνδεομένη προς την εν λόγω συμπεριφορά και ποιες ήσαν οι ιδιαιτέρως επαχθείς για τον αναιρεσείοντα επιπτώσεις από την ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας. 2) Δεν γίνεται μνεία στην αγωγή των πραγματικών στοιχείων που προσδιορίζουν την άϋλη εμπορική αξία της επιχειρήσεως του αναιρεσείοντος. 3) Δεν αναφέρονται στην αγωγή συγκεκριμένες πράξεις της αναιρεσιβλήτου που έγιναν από την ίδια με σκοπό τον αθέμιτο ανταγωνισμό του αναιρεσείοντος αντίθετες στα χρηστά ήθη, η δε αναφερομένη στην αγωγή διαφήμιση δια του τύπου έγινε κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, από τρίτο πρόσωπο. 4) Δεν αναφέρεται στην αγωγή οποιαδήποτε συμπεριφορά της αναιρεσιβλήτου, συνιστώσα υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων εις βάρος του αναιρεσείοντος.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την ανωτέρω αγωγή ως προς τα προαναφερόμενα υπό στοιχ. α' και β' αιτήματα λόγω ποσοτικής αοριστίας. Με την κρίση του αυτή δεν έσφαλε με το να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο και οι εκ του αριθμού 14 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο αυτού μέρος, και τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περίπτ. γ΄ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, της ανακοπής, τριτανακοπής και των ενδίκων μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βασίμου λόγου εφέσεως της αναιρεσιβλήτου, απέρριψε, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, την αγωγή του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το αίτημα περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως της αναιρεσιβλήτου να του καταβάλει το ποσό του τιμήματος εκ 5.549.500 δραχμών που αυτός κατέβαλε για την αγορά του οικοπέδου, εν όψει της μετεγκαταστάσεως της ανωτέρω επιχειρήσεως.
Με την ένδικη αγωγή του ο αναιρεσείων εζήτησε την αναγνώριση της ανωτέρω αξιώσεώς του για το κεφάλαιο και την αναγνώριση της αξιώσεώς του κατά της αναιρεσιβλήτου να του καταβάλει και τόκους εκ 2.328.900 δραχμών, ως διαφυγόν κέρδος, αντιστοιχούν στο καταβληθέν κεφάλαιο για την αγορά του οικοπέδου, που αυτός έχασε.
Το αίτημα όμως αυτό απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, ως παρεπόμενο του κυρίου ως άνω αιτήματος. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περιπτ. α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5950/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης εκ χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ