Supreme Court dismisses appeal on public land ownership, citing lack of evidence and procedural inadmissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding public land ownership in the Nafplio region. The appellants argued that a specific document proved state ownership in 1903, but the court found this claim unsupported by the actual text of the deed. Furthermore, the court rejected a procedural argument regarding Article 559 of the Code of Civil Procedure as vague and inadmissible due to lack of specific analysis. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based on specific grounds of error or inadmissibility, and vague assertions without concrete legal analysis are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 703 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 703/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ.-Α. Κ. του Λ. και Κ. 2) Ε. Δ. Σ., 3) Σ. Δ. Σ., κατοίκων …, 4) Π. Κ. του Ν., 5) Σ. συζύγου Α. Ε., το γένος Ν. Κ., κατοίκων ..., 6) Α. Γ. του Π., κατοίκου ..., 7) Ε. Π. Γ., κατοίκου ..., 8) Ί.-Κ. χήρας Π. Γ., το γένος Ά. Ζ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασαράντου που ανακάλεσε την από 17-11-2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 9) Α. χήρας Ι. Π., το γένος Α. Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 9 απεβίωσε στις 26-7-2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμόν …/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Κηφισιάς, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής: α) Χ. Ι. Π., κάτοικος …., β) Ά.-Μ.-Α. Π. του Σ., ) Ι. Π. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) του Δήμου Ναυπλιέων που εδρεύει στο Ναύπλιο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Νικολουδάκου που ανακάλεσε την από 16-11-2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που ανακάλεσε την από 12-11-2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την από 4-11-2007 προσεπίκληση-ανακοίνωση δίκης νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 29-7-2008 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 293/2010 μη οριστική, 173/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 550/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-11-2019 αίτησή τους και τους από 12-10-2020 προσθέτους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιες των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1022/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα στοιχεία της δικογραφίας, εισάγεται για συζήτηση, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, η από 19/11/2019 αίτηση για αναίρεση της 550/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και πρόσθετοι λόγοι της.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο με τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18/11/2020) εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, ο οποίος με δήλωση του που καταχωρίστηκε στα πρακτικά γνωστοποίησε το θάνατο της υπό αριθμό 5, αναιρεσείουσας Α.
χήρας Ι. Π. στις 26/7/2020, και ότι κατόπιν αυτών τη δίκη συνεχίζουν οι: α) Χ. Ι. Π. (τέκνο της), β) Ά. - Μ. -Α. Π. του Σ. και ) Ι. Π. του Σ., (τέκνα προαποβιώσαντος τέκνου της Σ. Π. του Ι.) ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της. Επομένως, νομίμως επαναλαμβάνεται η βιαίως διακοπείσα, λόγω του θανάτου της πιο πάνω αναιρεσείουσας Α.
χήρας Ι. Π., δίκη, η οποία συνεχίζεται μεταξύ των παριστάμενων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της και των λοιπών διαδίκων.
2. Με την από 19-11-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 12-10-2020 πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 550/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου (τακτικής διαδικασίας), που αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες με την από 29-1-2007 αγωγή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου κατά του Δήμου Ασίνης (τώρα Δήμος Ναυπλίου) ισχυρίσθηκαν ότι είναι συννομείς εδαφικής έκτασης εμβαδού 20.375,61 τ.μ.
και ότι ο εναγόμενος Δήμος, τον Φεβρουάριο και τον Δεκέμβριο του έτους 2006, προέβη στην προσβολή της νομής τους, ενεργώντας τις αναφερόμενες στην αγωγή παράνομες διαταρακτικές πράξεις στα περιγραφόμενα εδαφικά τμήματα της πιο πάνω μείζονος έκτασης. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος με τις προτάσεις τους :
α) να αναγνωρισθούν συννομείς του μείζονος ακινήτου (στο οποίο περιλαμβάνονται και τα επιμέρους εδαφικά τμήματα, εμβαδού 2.360 τ.μ. ),κατά τα αναφερόμενα ποσοστά συννομής ο καθένας, β) να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος Δήμος υποχρεούται να προβεί σε άρση των διαταρακτικών κατασκευών του στα αναφερόμενα εδαφικά τμήματα ,συνολικής επιφάνειας 2.360 τ.μ., της ως άνω μείζονος έκτασης των 20.375,61 τ.μ., γ) να παραλείπει ο εναγόμενος κάθε πράξη διατάραξης στο μέλλον .επικουρικά δε να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να τους αποδώσει τη νομή των επίμαχων εδαφικών τμημάτων του ακινήτου τους.
Μετά την από 4-11-2007 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του εναγομένου προς το Ελληνικό Δημόσιο ,το τελευταίο άσκησε την από 29-7-2008 κύρια παρέμβασή του κατά των διαδίκων, ισχυριζόμενο ότι τυγχάνει νομέας του επιδίκου ακινήτου ,επί του οποίου έχει αποκτήσει νομή (και κυριότητα) με τους αναφερόμενους στην παρέμβασή του τρόπους.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου με την 293/2010 μη οριστική του απόφαση διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και .ακολούθως, με την 173/2013 οριστική του απόφαση :α) δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και την κύρια παρέμβαση αναγνωρίζοντας τους μεν ενάγοντες ως συννομείς τμήματος του επιδίκου ακινήτου εμβαδού 2.035τ.μ.,το δε κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο ως νομέα της υπόλοιπης έκτασης .επιφάνειας 18.440,61 τ.μ., β) αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος Δήμος υποχρεούται να άρει από το ακίνητο ,επί του οποίου οι ενάγοντες είναι συννομείς, τα διαταρακτικά κατασκευάσματα, ήτοι να καθαιρέσει το επ'αυτού πεζοδρόμιο και να παραλείπει κάθε πράξη διατάραξης στο μέλλον.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις όλοι οι διάδικοι (ενάγοντες, εναγόμενος και κυρίως παρεμβαίνον) και πρόσθετους λόγους έφεσης οι ενάγοντες, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο, με την προσβαλλόμενη 550 /2018 απόφαση, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους ,απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους των εναγόντων, ενώ δέχθηκε τις εφέσεις του εναγομένου και του κυρίως παρεμβαίνοντος Στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή και δέχθηκε την κύρια παρέμβαση αναγνωρίζοντας το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο νομέα της επίδικης έκτασης.
Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1, 569 Κ.Πολ.Δ.) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την …/….-11-2019 βεβαίωση της έκθεσης κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου). Είναι, συνεπώς, παραδεκτοί (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (αρθρ.577 παρ. 3 ΚΠολΔ).? Από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, προκύπτει ότι προς απόκτηση της νομής πάνω στο πράγμα απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντα, δηλαδή, το σωματικό (corpus) και το ψυχικό (animus).
Και το πρώτο μεν εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτή, το δε δεύτερο εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής.
Ειδικότερα, φυσική εξουσία είναι η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία του τελευταίου και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας πάνω σ' αυτό κάθε στιγμή.
Η διάνοια κυρίου, εξάλλου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinio domini).
Αν, λείπει, όμως το πνευματικό στοιχείο υπάρχει μόνο κατοχή ως απλή φυσική εξουσία επί του πράγματος που συνήθως ασκείται στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθέμενη ενοχική σχέση (μίσθωση, χρησιδάνειο, μεσεγγύηση, εκούσια ή νόμιμη αντιπροσώπευση, παρακαταθήκη κλπ.). Περί της συνδρομής δε ή όχι των αμέσως πιο πάνω στοιχείων, που απαιτούνται για τη διατήρηση της νομής, κρίνει το δικαστήριο κατά την κοινή αντίληψη με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 984 εδ. α' και 989 εδ. α' του ΑΚ προκύπτει ότι στοιχεία της αγωγής περί διατάραξης της νομής είναι η νομή του ενάγοντα πάνω στο πράγμα κατά το χρόνο της διατάραξης και της άσκησης της αγωγής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με διατάραξη που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα ενάγοντα.
Διατάραξη της νομής συνιστά κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Η διατάραξη, που υπάρχει όταν ο νομέας δεν αποβάλλεται από το πράγμα, αφού ο τελευταίος δεν στερείται πλήρως της φυσικής εξουσίας, αλλά παρακωλύεται σε κάποιες από τις εκδηλώσεις της, εκδηλώνεται είτε θετικά, με πράξη του προσβολέα στο πράγμα ή με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, είτε αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως λ.χ.
όταν ο τελευταίος παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο, συνεπαγόμενο διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Η συνδρομή της διατάραξης της νομής κρίνεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία, ενώ ο χρόνος, ο τρόπος και η αιτία απόκτησης της νομής δεν αποτελούν στοιχεία της σχετικής αγωγής.
Είναι, δηλαδή, αδιάφορο επί πόσο χρόνο πριν από τη διατάραξη νεμόταν ο ενάγων το πράγμα, όπως, επίσης και με ποιο τρόπο αποκτήθηκε η νομή (εφόσον η νομή δεν είναι επιλήψιμη έναντι του εναγομένου) και από ποια αιτία, ενώ δεν είναι αναγκαία η ειδικότερη μνεία στην εν λόγω αγωγή του στοιχείου της διάνοιας κυρίου, αφού με τη λέξη "νομή" προσδιορίζεται έννοια εξουσίασης, περιλαμβάνουσα ως αδιάσπαστη ενότητα και τη με διάνοια κυρίου άσκηση αυτής, ούτε, τέλος, είναι αναγκαία η αιτιολογία και του τρόπου κτήσης της κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντα .Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ, που ορίζει, ότι ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα, παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα ανάμεσα σ'αυτόν και τον ενάγοντα, προκύπτει ότι ο εναγόμενος σε αγωγή διατάραξης ή αποβολής από τη νομή του πράγματος δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ενάγοντα ενστάσεις ανατρεπτικές στηριζόμενες σε δικαίωμα ίδιας κυριότητας ή σε άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του πράγματος, όπως λ.χ.
στο δικαίωμα της επικαρπίας ή άλλης προσωπικής ή πραγματικής δουλείας, παρέχον, στην τελευταία περίπτωση - σε αγωγή μόνο για διατάραξη της νομής-, την αποτελούσα τη διατάραξη εξουσία ή σε προσωπικά περί αυτού (πράγματος) δικαιώματα, με βάση τα οποία θα μπορούσε ο ίδιος να αξιώσει τη σ αυτόν παράδοση του πράγματος ή την παραχώρηση της χρήσης αυτού, όπως λ.χ.
στο δικαίωμα με βάση σύμβαση μίσθωσης, χρησιδανείου κ.α., δυνάμενος μόνο να επικαλεστεί το ίδιο αυτού δικαίωμα νομής ή οιονεί νομής για να υποστηρίξει (δικαιολογήσει) την άρνηση της βάσης της κατ' αυτού αγωγής, δηλαδή, προς άρνηση ότι έλαβε χώρα προσβολή της νομής - διατάραξη ή αποβολή - παράνομη ή αυθαίρετη, οπότε ο σχετικός ισχυρισμός του δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί απλώς αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, που μπορεί να αποδειχθεί ανταποδεικτικά και να επιφέρει την απόρριψή της ως αναπόδεικτης .
Περαιτέρω, από το άρθρο 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν αυτήν λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. Έτσι, αν οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Όπως, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της ή προσάπτεται πλημμέλεια για παραδοχή της απόφασης, η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό στηριζόμενο αυτοτελώς (και) σε άλλες παραδοχές, αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης. Αλυσιτελείς, επίσης, είναι οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 1079/2019).
3.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους .
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Στη θέση "..." της περιφέρειας …, τέως Δήμου …, μετέπειτα Δήμου … και ήδη Δήμου …. του Νομού …., βρίσκεται η επίμαχη έκταση, επιφάνειας 20.375,61 τ.μ., που συνορεύει γύρωθεν αρκτικώς με επαρχιακή οδό Τολού - Ναυπλίου, μεσημβρινώς με χειμέριο κύμα, ανατολικά με "..." και δυτικώς με ιδιοκτησία Κ.
και αποτελεί το βορειοανατολικό άκρο μίας παραλιακής ζώνης μήκους δύο χιλιομέτρων περίπου και πλάτους 5 μέχρι 85 μ., που καταλήγει σε βραχώδες απότομο ανάγλυφο. Η ως άνω περιοχή οριοθετείται ΝΑ από ακτογραμμή μήκους 380 μ., ΒΑ από βραχώδη έκταση, ΒΔ από τον επαρχιακό δρόμο Τολού-Ναυπλίου και ΝΔ από οικοδομημένη έκταση με μέγιστο υψόμετρο τα 8 μ.
που αποτελεί και την κορυφή της μεγαλύτερης σε ύψος αμμοθίνας (χαμηλό ανάχωμα άμμου). Επιφανειακά η περιοχή καλύπτεται : α) από άμμο θαλάσσιας προέλευσης από την ακτογραμμή έως και 15-20 μ. απόσταση προς τα ανάντη (προς την πάνω πλευρά) και β) από άμμο αιολικής προέλευσης στο υπόλοιπο τμήμα έως τον επαρχιακό δρόμο Τολού-Ναυπλίου, όπως επίσης και με θαμνώδη βλάστηση, αλλά και δένδρα μεσαίου και μεγάλου ύψους όπως αλμυρίκια, ευκαλύπτους και ελαιόδεντρα.
Οι ενάγοντες επικαλούμενοι την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τους στο προαναφερόμενο ακίνητο, το οποίο περιήλθε σε αυτούς δυνάμει των υπ' αριθμών …/1954, …/2954 και …/1955 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Σ. Περράκη και …/1954 του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Γ. Μηναίου, από τους αναφερόμενους στα συμβόλαια αυτά δικαιοπαρόχους τους, θεωρούν ότι διαταράχθηκε η νομή τους από τον ως άνω δήμο, όταν ο τελευταίος μελέτησε, δημοπράτησε και εκτέλεσε έργο λόγω Ρυμοτομίας, σύμφωνα με το Σχέδιο Πόλης και την υπ' αριθ.
Πρωτ. 29168/3655/22-10-2001 Πράξη τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω Ρυμοτομίας ιδιοκτησιών στο Τολό εκατέρωθεν της παραλιακής οδού ... μεταξύ των ΟΤ …, …, …, …, …, …, …, …, …, … ,… ,…, …, …, …, … και …, όπου στην επίδικη περιοχή φερόμενος ιδιοκτήτης είναι η Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου, όπως προκύπτει και από το υπ' αριθ.
Πρωτ. …/…-10-2006 έγγραφο της. Ειδικότερα, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι προσβλήθηκε παράνομα και χωρίς τη θέλησή τους (άρθρο 984 ΑΚ) η νομή τους επί του παραπάνω ακινήτου τους, ως εξής: α) τον Φεβρουάριο του έτους 2006 ο πρώην Δήμος Ασίνης εισήλθε στο ακίνητο τους και αφού έκανε εκσκαφές στην πρόσοψη του κτήματος επί της οδού, σε μήκος 105 μέτρων και κυμαινόμενο πλάτος αττό 2,5 έως 7,5 μέτρων, στα τμήματα 4 και 3, άρχισε να τοποθετεί ρείθρα πεζοδρομίων στην πρόσοψη επί της οδού ..., καταλαμβάνοντας έκταση του ακινήτου τους εμβαδού 690 τ.μ..
εναποθέτοντας τα προϊόντα της παραπάνω εκσκαφής στην πρόσοψη του τμήματος 1 επί της οδού ..., επί μήκους 30 μέτρων και πλάτους 20 μέτρων καταλαμβάνοντας επιφάνεια 600 τ.μ. στο εν λόγω τμήμα 1 του ακινήτου τους Και ανέστειλε μεν, κατόπιν διαμαρτυριών τους, την εκτέλεση των εργασιών, αλλά παρά τις οχλήσεις τους δεν αποκατέστησε την προϋπάρχουσα κατάσταση και β) στις αρχές Δεκεμβρίου 2006 ο εναγόμενος Δήμος προέβη σε εκσκαφή στην πρόσοψη του κτήματος τους που εφάπτεται επίσης με την επαρχιακή οδό Τολού - Ναυπλίου (οδός ...), στα τμήματα 3 και 2, επί μήκους 75 μέτρων και πλάτους κυμαινόμενου από 2,5 έως 7,5 μέτρων καταλαμβάνοντας έκταση 270 τ.μ., εναποθέτοντας τα προϊόντα της παραπάνω εκσκαφής στο τμήμα 1, στην πρόσοψη επί της οδού ...
επί μήκους 40 μέτρων και πλάτους 20 μέτρων, καταλαμβάνοντας 800 τ.μ. του ακινήτου τους.
Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτουν τα εξής: Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, Π. Κ. του Π. (που απεβίωσε την 8-4-1987 και τον οποίο αυτοί κληρονόμησαν) προέβη κατά τα έτη 1954 και 1955 στις κατωτέρω αγορές : Α) Δυνάμει του υπ' αριθμόν …/…-4-1954 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Σπυρίδωνος Περράκη, που νομίμως είχε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μινώας (Τ.
…, Αρ. …), περιήλθε από αγορά στον (δικαιοπάροχο τους) Π. Κ. Ο. συζ. Γ. Σ., το γένος Χ. Χ., κατά πλήρη κυριότητα: "μια άμπελος πέντε (5) περίπου στρεμμάτων ή όσης είναι οριζόμενη ήδη γύρωθεν με ιδιοκτησίας ανατολικώς κληρον. Κ. Π., δυτικώς κληρον. Γ. Γ., αρκτικώς με δημοσίαν οδόν Ναυπλίου - Τολού και μεσημβρινώς με παραλίαν αμμώδη ονομαζομένην "..."".
Στο συμβόλαιο αυτό αναγράφεται ότι "την άμπελον ταύτην κατείχεν ο προ 45ετίας θανών Α. Χ. Χ., πάππος της πωλήτριας από της εποχής καθ' ην ωκίσθη το χωρίον Τολόν και έκτοτε εμφυτεύσας αυτήν και νεμόμενος διανοία κυρίου και καλή τη πίστει, την παρεχώρησεν εις την θυγατέρα αυτού Μ. κατά τον γάμο της μετά του Ε.
Σ. λαβόντα χώραν προ πεντηκονταετίας", Β) Δυνάμει του υπ' αριθμόν …/…-6-1954 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Σπυρίδωνος Περράκη, που νομίμως είχε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μινώας (Τ. …, Αρ. …), ο Π. Κ. μετά από αγορά από τον Ι. Μ. του Δ. κατείχε : "έναν αγρόν κείμενον εις θέσιν ...
της περιφερείας Τολού τέως Δήμου Μινώας μετά των εν αυτώ συκεών, εκτάσεως τριών (3) περίπου στρεμμάτων ή όσης και εάν είναι, συνορευόμενον γύρωθεν με ιδιοκτησίας αρκτικώς Ν. Μ., δυτικώς με δρόμον, ανατολικώς με θάλασσαν και μεσημβρινώς με ρεύμα". Ο μεν Ι. Μ. είχε αγοράσει τον αγρό αυτόν από τον Χ. Δ. Μ. δυνάμει του υπ' αριθμόν …/1940 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αγαμέμνονος Αποστολόπουλου, που νομίμως είχε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μινώας (Τ.
…, Αρ. ..), ο δε Χ. Δ. Μ. είχε αγοράσει το κτήμα αυτό από τον Α. Τ. δυνάμει του υπ' αριθμόν …/1 935 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αγαμέμνονος Αποστολόπουλου, που νομίμως είχε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μινώας (Τ. …, Αρ. ….). Τέλος, στον Α. Τ. ο ως άνω αγρός είχε περιέλθει από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του υπ' αριθμόν …/1903 Παραχωρητηρίου του Υπουργείου Οικονομικών, Γ) Δυνάμει του υπ’ αριθμόν …/…-9-1954 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Γεωργίου Μηναίου, που νομίμως είχε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μινώας (Τ.
…, Αρ. …), στον Π. Κ. είχε περιέλθει από αγορά από τον Ν. Α. Μ., κατά πλήρη κυριότητα : "μία άμπελος μετά του συνεχόμενου αγρού εκτάσεως πέντε χιλιάδων διακοσίων ενενήκοντα (5.290) τετραγωνικών μέτρων, κειμένην εις θέσιν ... της περιφερείας .. Δήμου …, πρώην Δήμου …., συνορευομένην γύρωθεν προς Βορράν με δρόμον (ατραπόν) Τολού - Παναγιάς, προς Νότον με αιγιαλόν χωριζόμενην εκ τούτου δια σειράς αθανάτων πεφυτευμένων επί της διαχωριζούσης την άμπελον ταύτην εκ του αιγιαλού γραμμής, προς Ανατολάς με δρόμον (ατραπόν) χωριζομένης εκ τούτου δια λίθινου ξηροτοίχου και προς Δυσμάς με ιδιοκτησίαν του αγοραστού Π.
Π. Κ., Ι. Μ.". Στο Ν. Μ., είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το 1926 πατέρα του Α. Μ. δυνάμει της υπ' αριθμόν …/1925 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Ιωάννου Τσολακόπουλου, Δ). Δυνάμει του υπ' αριθμόν …/…-9-1955 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Σπυρίδωνος Περράκη, που νομίμως είχε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μινώας (Τ.
… Αρ. …), περιήλθε στον ανωτέρω δικαιοπάροχο τους από αγορά από τους κληρονόμους του Κ. Π., δηλαδή, α) Ε. χήρας Κ. Π., το γένος Ν. Α., β) Π. συζύγου Γ. Ζ., το γένος Κ. Π., γ) Ε. θυγ. Κ. Π.., δ) Γ. Κ. Π.., "ένας ελαιώνας μετά των εν αυτώ πεντήκοντα (50) περίπου ελαιοδένδρων ή όσων και εάν είναι, κείμενος εις θέσιν ... της Κοινότητος … τέως Δήμου …., εκτάσεως (4,5) τεσσάρων και ημίσεως στρεμμάτων ή όσης και αν είναι οριζόμενος γύρωθεν ανατολικώς με παραλίαν …, δυτικώς με οδόν προς …, αρκτικώς με ρεύμα και πέραν τούτου ιδιοκτησίαν αγοραστού και μεσημβρινώς επίσης με ιδιοκτησίαν αγοραστού".
Τα ανωτέρω επίδικα ακίνητα (υπό στοιχεία Α, Β, Γ και Δ) περιγράφονται στο σχεδιάγραμμα από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2006 του Αγρονόμου τοπογράφου Μηχανικού Θ. Γ..
Στις 8-4-1987 απεβίωσε ο Π. Κ. του Π., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα τέσσερα αδέλφια του, ήτοι τους, α) Ν. Π. Κ., ) Κ. σύζυγο Λ. Κ., το γένος Π. Κ., ) Ε. χήρα Α. Γ.., το γένος Π. Κ. και δ) Ε. σύζυγο Ι. Α., το γένος Π. Κ., κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα. Με την υπ' αριθόν …/1987 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Κούσουλα - Παναγάκη, η οποία έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπλίου (τ.
…, αρ. …), οι εκ των ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι α) Ν. Κ., ) Κ. Κ. και ) Ε. Γ. αποδέχθηκαν την κληρονομιά του αδελφού τους, Π. Κ.. Την 22-11-1988 απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο Ν. Π.. Κ.ς και κληρονομήθηκε κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου από τη χήρα του Κ. (Κ.), το γένος Γ. Π. και ανά 3/8 εξ αδιαιρέτου από τα τέκνα του Π. Ν. Κ.
και Σ. σύζυγο Α. Ε.. Με την υπ' αριθμόν …./1989 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυρίδωνος Μιχ. Βασιλείου, η οποία έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπλίου (τ. …, αρ. ….), οι ως άνω δε αποδέχθηκαν την κληρονομιά του Ν. Π. Κ.. Την 27-1-1991 απεβίωσε η Ε. σύζυγος Ι. Α., το γένος Π.
Κ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, με επακόλουθο το μερίδιο της κατά ποσοστό 1/4 (ή 24/96) του ως άνω ακινήτου στην "..." περιήλθε : α) Στον σύζυγο της Ι. Π. Α. το ήμισυ (1/2) των 24/96, ήτοι τα 12/96, β) στην αδελφή της Ε. χήρα Α. Γ., το γένος Π. Κ. το 1/3 του (1/2) των 24/96, ήτοι τα 4/96, γ) στην άλλη αδελφή της Κ. σύζυγο Λ. Κ., το γένος Π. Κ., το 1/3 του (1/2) των 24/96, ήτοι τα 4/96 και δ) στα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της Νικολάου Π.
Κ., ήτοι στους Π. Ν. Κ. και Σ. σύζυγο Α. Ε., το γένος Ν. Κ., το 1/6 του (1/2) των 24/96, ήτοι τα 2/96 στον καθένα. Την 20-6-1999 απεβίωσε ο Ι. Π. Α., ο οποίος με τις από 3-7-1995, 16-11-1997, 25-6-1998 και 8-2-1999 ιδιόγραφες διαθήκες του, που δημοσιεύθηκαν από το Πρωτοδικείο Αθηνών, την 5-11- 1999 με τα υπ' αριθμούς 4912, 4913, 4914 και 4915 πρακτικά, αντίστοιχα, και κηρύχθηκαν κύριες με την υπ' αριθμόν 1826/1999 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμους του, τους αμέσως παραπάνω στην ακίνητη περιουσία που είχε περιέλθει σ' αυτόν από κληρονομιά της συζύγου του Ε., το γένος Π.
Κ., στην οποία (κληρονομιαία περιουσία του) περιλαμβάνονταν και τα προεκτεθέντα 12/96 του προπεριγραφέντος ακινήτου στη θέση ..., από τα 24/96 (=1/4) που είχαν περιέλθει στην Ε. Α. από κληρονομιά του αποβιώσαντος αδελφού της, Π. Κ.. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. …/2000 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Σοφίας Κούσουλα - Παναγάκη, η οποία έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπλίου, οι α) Ε.
χήρα Α. Γ., το γένος Π. Κ., β) Κ. χήρα Λ. Κ., το γένος Π. Κ., γ) Π. Ν. Κ.ς και δ) Σ. σύζυγος Α. Ε., το γένος Ν. Κ., αποδέχθηκαν για λογαριασμό της Ε. συζύγου Ι. Α., το γένος Π. Κ., τόσο ως άμεσοι κληρονόμοι της, όσο και ως κληρονόμοι κατά τα εκτεθέντα του Ι. Π. Α., κληρονόμοι και τούτου της Ε. συζύγου Ι. Α., την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομιά του Π.
Π. Κ.. Ολόκληρο το 1/4 εξ αδιαιρέτου του προπεριγραφόμενου ακινήτου στη θέση ..., που είχε περιέλθει στην Ε. σύζυγο Ι. Α., το γένος Π. Κ., ως κληρονόμο εξ αδιαθέτου του αδελφού της Π. Κ. περιήλθε: α) στην αδελφή της Κ. σύζυγο Λ. Κ., το γένος Π. Κ. κατά το 1/3 (ή 8/96), β) στην έτερη αδελφή της Ε. χήρα Α. Γ., το γένος Π. Κ. επίσης κατά το 1/3 (ή 8/96) και γ) στα δύο τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της Ν.
Π. Κ., ήτοι ί) τον Π. Ν. Κ. κατά το 1/6 (ή 4/96) και ϋ) την Σ. σύζυγο Α. Ε. το γένος Ν. Κ. κατά το 1/6 (ή 4/96). Την 19-8-2004 απεβίωσε η Ε. χήρα Α. Γ., η οποία με την από 25-6-1997 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κύρια με το υπ' αριθμόν 71/2004 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμους της κατά τα 2/3 τον υιό της Π.
Α. Γ. και κατά το 1/3 την κόρη της Α. χήρα Ι. Π., το γένος Α. Γ., στο εξ αδιαιρέτου μερίδιο της στο προπεριγραφέν ακίνητο στη θέση ... (ήτοι στα 32/96 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου). Με την υπ' αριθμόν …/2007 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρομάχης Κλώνη - Καραλή, η οποία έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπλίου, οι προαναφερόμενοι Π.
Α. Γ..ς και Α. χήρα Ι. Π., το γένος Α. Γ. αποδέχθηκαν την ως άνω επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά.
Η ως άνω έκταση, που απαρτίζεται από τα προαναφερόμενα τέσσερα και συνεχόμενα κατά σειρά όμορα μεταξύ τους ακίνητα, αποτυπώνεται σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, στο προσκομιζόμενο εκ μέρους τους από Φεβρουάριου 2005 - Δεκεμβρίου 2005 - Φεβρουάριου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Θ. Γ.. Συγκεκριμένα, το υπό στοιχ. Α ακίνητο εμφαίνεται στο τοπογραφικό αυτό ως τμήμα 1, έκτασης 6.220,24 τ.μ., το υπό στοιχ. Β ακίνητο ως τμήμα 3, έκτασης 4.064,43 τ.μ., το υπό στοιχ. Γ ακίνητο ως τμήμα 4, έκτασης 5.540,33 τ.μ., τέλος το υπό στοιχ. Δ ακίνητο εμφαίνεται ως τμήμα 2, έκτασης 4.650,61 τ.μ. Σύμφωνα δε με ίδιο σχεδιάγραμμα, η όλη επίδικη έκταση έχει εμβαδόν 20.475,61 τ.μ.
Από την περιγραφή των ως άνω ακινήτων για κάθε τίτλο προκύπτει ότι ολόκληρη η αγορασθείσα από τον Π. Κ. έκταση συνορεύει βόρεια, ακριβέστερα βορειοδυτικά, με την επαρχιακή οδό Τολού - Ναυπλίου και με πάλαι ποτέ μονοπάτι (ατραπό), το οποίο, σε δεδομένη χρονική στιγμή, διανοίχθηκε και αποτελεί πλέον την επαρχιακή οδό Τολού - Καστρακίου (οδό ...), ανατολικά, ακριβέστερα βορειοανατολικά, με ξηρολιθοδομή και με δρόμο και δυτικά, ακριβέστερα νοτιοδυτικά, με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Γ. (ήδη ιδιοκτησία Κ.). Τα όρια αυτά προκύπτουν ήδη από την εφαρμογή των τίτλων ιδιοκτησίας του Π. Κ. επί των αεροφωτογραφιών των ετών 1940 έως και 2000, δεδομένου ότι τα αντίστοιχα όρια και των τεσσάρων ακινήτων, καθώς και τα μεταξύ τους όρια, είναι σαφή. Ωστόσο, ως προς το νότιο (ακριβέστερα νοτιοανατολικό) όριο των επιμέρους ακινήτων, αλλά και ολόκληρης της έκτασης, οι εν λόγω τίτλοι αναφέρουν είτε παραλία, είτε αιγιαλό, είτε θάλασσα, με συνέπεια να μην είναι σαφές μέχρι ποιου σημείου εκτείνονται, σύμφωνα με τους τίτλους, τα όρια αυτά των πωληθέντων ακινήτων.
Τα επίδικα ακίνητα, τα οποία βρίσκονται στο Τολό Αργολίδας στην Πελοπόννησο, είχαν περιέλθει στην κυριότητα του Δημοσίου, με βάση τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά του πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19-6/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.06/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του Ν.
της 21- 6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", δηλαδή στις περιοχές που μέχρι την 3-2-1830 είχε η Ελλάδα κατακτήσει, στις οποίες περιλαμβανόταν και η Πελοπόννησος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν, α) τα ακίνητα τόσο του Τουρκικού Δημοσίου όσο και των Τούρκων ιδιωτών, που κατέλαβε και δήμευσε "δικαιώματι πολέμου", β) εκείνα, τα οποία κατά το χρόνο της υπογραφής των ανωτέρω πρωτοκόλλων εγκαταλείφθηκαν από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους, με αποτέλεσμα να καταστούν αδέσποτα.
Δηλαδή απέκτησε ουσιαστικά το σύνολο της έκτασης της ανωτέρω τουρκικής ζώνης, δημόσιας και ιδιωτικής, πλην των ακινήτων, που, κατά την έναρξη της επανάστασης και ακολούθως, κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, τα οποία δεν περιήλθαν σ' αυτό (Δημόσιο) και δεν κατέστησαν δυνάμει των προαναφερθεισών ρυθμίσεων δημόσια κτήματα, περίπτωση, όμως, που δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω.
Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων κατείχαν κατά την 3-2-1830 τα ανωτέρω ακίνητα, με διάνοια κυρίου, δυνάμει οθωμανικού τίτλου, έστω και άκυρου, με επακόλουθο να αναγνωρισθούν στη συνέχεια κύριοι των ακινήτων αυτών το έτος 1833 από το Δημόσιο (δυνάμει της Συνθήκης της Κ ων/πόλεως και των πρωτοκόλλων της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους) και έτσι τα ως άνω ακίνητα να μη καταστούν εθνική περιουσία.
Ακόμη, στην ελληνική ζώνη κατοχής (στην οποία περιλαμβάνεται η Πελοπόννησος) δεν αναγνωρίσθηκαν κεκτημένα δικαιώματα Τούρκων ιδιωτών, δηλαδή ακόμη και σε ακίνητα, που δεν καταλήφθηκαν και δημεύθηκαν, ούτε κατέστησαν αδέσποτα, αλλά οι οθωμανικές ιδιοκτησίες στη ζώνη αυτή τέθηκαν υπό την κυριαρχία του έθνους "δικαιώματι πολέμου" και, συνεπώς, απωλέσθηκαν, με αποτέλεσμα να μη νοείται νόμιμη μεταβίβαση ακινήτου στη συγκεκριμένη περιοχή σε Έλληνα από προηγούμενο κύριο Οθωμανό ιδιώτη.
Επομένως, εφόσον τα επίδικα ακίνητα περιήλθαν στο Δημόσιο, αποτελούν δημόσια κτήματα και απαιτείται, για να αποκτήσει ιδιώτης δικαίωμα κυριότητας επ' αυτών, να έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπο του έκτακτη χρησικτησία με συνεχή επί τριακονταετία άσκηση νομής, έστω και χωρίς νόμιμο τίτλο, και με καλή πίστη, μέχρι την 11-9-1915, ενώ μεταγενέστερες διακατοχικές πράξεις, ακόμη και με διάνοια κυρίου διενεργηθείσες, δεν ασκούν οποιαδήποτε έννομη επιρροή και δεν μπορούν να οδηγήσουν στην κατάλυση του δικαιώματος κυριότητας του Δημοσίου και την περιέλευση της κυριότητάς του στον χρησιδεσπόζοντα.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων νεμήθηκαν τα εν λόγω ακίνητα, ασκώντας επ' αυτών, διανοία κυρίου, υλικές, εμφανείς, διακατοχικές πράξεις, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό τους, δηλωτικές, κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις, της βούλησής τους να τα εξουσιάζουν ως κύριοι, συνεχώς και αδιαλείπτως, από το έτος 1880, άλλως από το έτος 1885 και εφεξής, με καλή πίστη, ήτοι με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής τους δεν πρόσβαλε κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου, ώστε μέχρι την 11-9-1915, να έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπο τους η τριακονταετία της έκτακτης χρησικτησίας.
Ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης έκτασης στη θέση "..." Δημοτικού Διαμερίσματος Τολού - πρώην Δήμου Ασίνης, με βάση τους προσκομισθέντες τίτλους, τα υπάρχοντα διαγράμματα και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης (μεταξύ των οποίων ενδεικτικώς ΦΕΚ χάραξης οριογραμμών αιγιαλού-παραλίας, γνώμη Γ.Ε.Ν., γνωμοδοτήσεις, τεχνικές εκθέσεις, μαρτυρικές καταθέσεις, δικαστικές αποφάσεις), αποδείχθηκε ότι είναι το ακόλουθο:
Τμήμα Α'. Η ιδιοκτησία που αναφέρεται ως τμήμα 1 στο από τους μήνες Φεβρουάριο - Δεκέμβριο του έτους 2005 και Φεβρουάριο του έτους 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Θ. ή ως έκταση "Α" στο από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π. Η., περιήλθε στον Π. Κ. και μετέπειτα στους κληρονόμους του, όπως προαναφέρθηκε, δυνάμει του υπ' αριθμόν …/….-4-1954 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Σπυρίδωνος Πετράκη με την αγορά αμπέλου, από την Ο.
συζ. Γ. Σ. το γένος Χ.. Την άμπελο αυτή κατείχε ο παππούς της πωλήτριας Α. Χ. Χ., ο οποίος απεβίωσε προ σαράντα πέντε ετών από τη σύνταξη του συμβολαίου, ήτοι το έτος 1909, από την εποχή της ίδρυσης του Τολό, έκτοτε δε φύτευε τον εν λόγω αγρό και τον νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, στη συνέχεια την παραχώρησε στη θυγατέρα του Μ., κατά το γάμο της με τον Ε.
Σ., προ πεντηκονταετίας από τη σύνταξη του συμβολαίου (δηλαδή το έτος 1904), έκτοτε δε την κατείχε η Μ. σύζυγος Ε. Σ. συνεχώς μέχρι το θάνατο της (το έτος 1943). Η τελευταία απεβίωσε εν χηρεία και επειδή δεν κατέλειπε φυσικούς κατιόντες ή ανιόντες παρά μόνο τη θετή θυγατέρα της Ο. σύζυγο Γ. Σ. (πωλήτρια), η άμπελος περιήλθε λόγω κληρονομικού δικαιώματος εξ αδιαθέτου στην τελευταία, η οποία έκτοτε κατείχε και νεμόταν αυτή εν συνεχεία της νομής της δικαιοπαρόχου της Μ.
χήρας Ε. Σ. μέχρι τη σύνταξη του συμβολαίου διανοία κυρίου και με καλή πίστη. Τα ανωτέρω βασίζονται σε δηλώσεις των συμβαλλομένων και δεν αποδεικνύονται, αφού δεν στηρίζονται από άλλους τίτλους ή σχετικές μαρτυρίες.
Συνεπώς, επειδή για το ακίνητο αυτό δεν προσκομίζονται άλλοι τίτλοι, πλην του υπ' αριθμόν …/…-4-1954 συμβολαίου, ο Π. Κ. δεν απέκτησε την κυριότητά του. Στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Π. Δ. αναφέρεται μεν το υπ' αριθμόν …/…-7-1876 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Σωτηρίου Αθανασιάδη, ως σχετιζόμενο με το υπό στοιχ.
Α τμήμα του, πλην όμως, εκτός του ό,τι ο τίτλος αυτός δεν προσκομίζεται, περιγράφει ακίνητα τα οποία δεν μπορούν να εφαρμοσθούν κατά θέση και όρια, διότι δεν υπάρχει αλληλουχία συμβολαίων και, επιπρόσθετα, διότι αναφέρεται σε διαφορετική τοποθεσία, "...", πολύ μακριά από την "...", ένα (1) χλμ. περίπου πίσω από το βουνό ...
και μακριά από την θάλασσα, δίπλα στη θέση "...". Τμήμα Β' : Η ιδιοκτησία που αναφέρεται ως τμήμα 3 στο από τους μήνες Φεβρουάριο - Δεκέμβριο του έτους 2005 και Φεβρουάριο του έτους 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Θ. ή ως έκταση "Β" στο από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π.
Η., περιήλθε στον Π. Κ. και μετέπειτα στους κληρονόμους του, όπως προαναφέρθηκε, δυνάμει του υπ' αριθμόν …/…-6-1954 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Σπυρίδωνος Πετράκη με την αγορά ενός αγρού με συκιές από τον Ι. Δ. Μ.. Ο Μ. Ι. είχε αγοράσει την έκταση αυτή βάσει του υπ' αριθ. …/….-2-1940 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αγαμέμνωνα Αποστολοπούλου από το Μ.
Χ. του Δ.. Στο Μ. Χ. του Δ. η έκταση είχε περιέλθει με το υπ' αριθμόν …/…-8-1935 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου από αγορά από τον Α. Τ. του Π.. Στον τίτλο αυτόν αναφέρεται ότι, ο Α. Τ., τον κατέχει εξαιτίας χρησικτησίας. Ωστόσο, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. …/…-6-1903 παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών νόμιμα καταχωρημένου στο γενικό βιβλίο εκποιήσεων, με αριθμό …, το ακίνητο αυτό, περιήλθε στον Τ.
Α. από το Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα αναφέρει : αγρός ξηρικός, στη θέση "..." …, που συνορεύει, ανατολικά με "...", δυτικά με δρομίσκο, βόρεια με Α. Μ. και μεσημβρινά με ρέμα. Στο υπ' αριθμόν …/1903 παραχωρητήριο ο βοράς είναι εσφαλμένος, αλλά τα όρια ανατολικό (...) και νότιο (ρέμα) αποδεικνύουν την ύπαρξη δημόσιων εκτάσεων που δεν παραχωρήθηκαν και εξακολουθούν να ανήκουν στο Δημόσιο.
Οι εκτάσεις αυτές οι δημόσιες, το ρέμα και η ... έχουν περιληφθεί στο τοπογραφικό διάγραμμα Η. Π., το μεν ρέμα στο τεμάχιο Δ η δε άμμος στο τεμάχιο Β, με πλάτος περίπου 50 μέτρα προς τη θάλασσα. Αντίθετα ο προσδιορισμός της έκτασης του παραχωρητηρίου θα έπρεπε να κινείται παράλληλα με τον παλιό δρομίσκο και όχι προς την θάλασσα, με πολύ μικρότερο πλάτος όπως φαίνεται στις Α/Φ.
Οι λοιποί τίτλοι εφαρμόζονται ως προς την θέση και μερικώς ως προς τα όρια, αφού ο σημερινός δρόμος δεν είναι ακριβώς ο δρομίσκος του έτους 1903 και το όριο ... δεν μπορεί να έγινε στη χρονική πορεία και διαδρομή θάλασσα. Ειδικώς, ως προς το τμήμα Β. το υπό στοιχ. Β, ακίνητο, που εμφαινόταν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, στο σχεδιάγραμμα του Θ.
Γ. ως Τμήμα 3, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, αγόρασε ο Π. Κ. από τον Ι. Μ. δεν αποδείχθηκε ότι περιήλθε στην κυριότητα του ως άνω αγοραστή.
Συνεπώς, ο Π. Κ., μετέπειτα δε και οι κληρονόμοι του, δεν κατέστησαν κύριοι του ανωτέρω ακινήτου, έκτασης 2.035 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στον υπ' αριθμόν σχεδίου 12 ορθοφωτοχάρτη του μηχανικού Π. Δ., υπό τα περιμετρικά στοιχεία 14, 15,16,17, 17, 26, 27, 28,29,30,14. Τούτο, διότι : Το περί ου ο λόγος τμήμα 3 αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό με εμβαδόν 4.064,43 τ.μ. και είχε περιέλθει στον Π. Κ. βάσει του υπ' αριθμόν …/1954 πωλητηρίου συμβολαίου, προγενέστερος δε τίτλος αναφέρεται το υπ' αριθμόν …/….02.1940 πωλητήριο από αγορά από το Μ. Χ., ο οποίος είχε αγοράσει την έκταση αυτή με το υπ' αριθμόν …/…-8-1935 συμβόλαιο από τον Α. Τ., για τον οποίο ως τρόπος κτήσης αναφέρεται "πολυχρόνιος κατοχή καλή τη πίστει και διανοία κυρίου ως τούτου δηλούται εκ του συνημμένου πιστοποιητικού του Προέδρου της Κοινότητας Τολού", δηλαδή η χρησικτησία. Ωστόσο, οι εκκαλούντες δεν προσκομίζουν το ως άνω πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητος Τολού ούτε το πιστοποιητικό αυτό υπάρχει στο αρχείο του συμβολαιογράφου Ναυπλίου, Γεωργίου Περράκη (βλ. την από 2.5.2017 Βεβαίωσή του).
Πέραν αυτών, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 438 ΚΠολΔ και 100 του π.δ. 410/1995 περί κωδικοποίησης σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων του δημοτικού και κοινοτικού κώδικα προκύπτει ότι ο πρόεδρος της κοινότητας είναι μεν αρμόδιος για την έκδοση πιστοποιητικών προσωπικής και οικογενειακής κατάστασης των δημοτών, (παρ. 1 στοιχ. Γ), πλην όμως δεν έχει αρμοδιότητα να εκδίδει πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις περί του ότι μέλος της κοινότητας κατέχει ή νέμεται ακίνητο ή ότι έχει κυριότητα επί ακινήτου ή περί μεταβίβασης της κυριότητος με δωρεά ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία.
Συνεπώς, πιστοποιητικό ή βεβαίωση με τέτοιο περιεχόμενο δε συνιστά δημόσιο έγγραφο με πλήρη απόδειξη, αλλά απλή βεβαίωση τρίτου, που εκτιμάται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (αρθρ. 341, 396 έως 398, 406 και 410 ΚΠολΔ, σχ. Α.Π 316/2002 Νόμος). Για πρώτη φορά, μετά την καταγραφή της επίδικης έκτασης ως δημοσίου κτήματος με ΑΒΚ 528, με τις από 2-2-2002, 15-7-2002 και 7-8-2002 αιτήσεις θεραπείας του άρθρου 8 του Α.Ν. 1539/1938, οι ενάγοντες προσκόμισαν ως νέα στοιχεία :
α) το υπ' αριθμόν …/….-7-1876 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Σωτηρίου Αθανασιάδη (το οποίο ήταν ιδιαίτερα δυσανάγνωστο και δεν εφαρμόζεται σε κανένα από τα τέσσερα κτήματα) και β) το υπ' αριθμόν …/…-6-1903 παραχωρητήριο. Βάσει του υπ' αριθμόν …/…..-6-1903 παραχωρητηρίου, το οποίο είχε καταχωρηθεί στο γενικό βιβλίο εκποιήσεων υπό τον αριθμό …., το Ελληνικό Δημόσιο φέρεται να παραχωρεί στον Α.
Τ., υπό τους όρους και υποχρεώσεις του νόμου ΥΛΑ' περί διάθεσης και διανομής εθνικής γης, γαίες ξηρικές κείμενες στο χωρίο ... του δήμου … (και όχι …., κατά το ορθό) της επαρχίας Ναυπλίας, έκτασης τριών βασιλικών στρεμμάτων, που ισοδυναμούν με τρία στρέμματα, (ένα στρέμμα = 1.000 τ.μ. σύμφωνα με το από 20-9-1836 β.δ., ΦΕΚ 56/16-10-1836), το οποίο συνορεύει ανατολικά με ..., δυτικά με δρομίσκο, βόρεια με Α.
Μ. και νότια με ρεύμα. Το ως άνω παραχωρητήριο φέρει την υπογραφή του Υπουργού Οικονομικών, του Τμηματάρχη, χωρίς να φέρει όμως ημερομηνία θεώρησης και υπογραφή από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ακόμη, προκύπτει από το ίδιο το σώμα του παραχωρητηρίου, αλλά και από το υπ' αριθμ. πρωτ. …/….-3-2007 έγγραφο του Υποθηκοφυλακείου Ναυπλίου, ότι αυτό δεν μεταγράφηκε στη μερίδα του Α.
Τ. (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. …/….-4-2017 έγγραφο του Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Αργολίδας). Τα ανωτέρω για τη νομιμότητα των ως άνω πράξεων προβλέπονται : α) Στο κεφάλαιο Δ' "περί των όρων της παραχωρήσεως" του νόμου ΥΛΑ' περί διάθεσης και διανομής εθνικής γης (ΦΕΚ 25/1871), β) στο άρθρο 9 που όριζε ότι "Προς εξασφάλισιν των οφειλομένων δόσεων, το δημόσιον έχει επί των παραχωρουμένων γαιών δικαίωμα υποθήκης, αποκτώμενον δια τακτικής εγγραφής εις τα βιβλία των υποθηκών", γ) στο κεφάλαιο Ε' "περί παραχωρήσεως εις κατόχους" του ίδιου νόμου, στο άρθρο 17 όριζε ότι "Το πρωτόκολλον της καταμετρήσεως μετά της δηλώσεως υποβάλλεται εις το επί των Οικονομικών υπουργείον, το οποίον επί τη βάσει αυτού εκδίδει τα παραχωρητήρια και διευθύνει αυτά εις τον οικον.
Έφορον, αφού θεωρηθώσιν υπό του Ελεγκτικού Συνεδρίου", δ) στα άρθρα 18 και 19 προβλέπονταν ότι "(Αρθρ. 18) Ο οικον. Έφορος, άμα λάβη τα παραχωρητήρια προκαλεί εγγράφως και επί αποδείξει τον κάτοχον ίνα υπογράψη... την χρεωστικήν ομολογίαν δια τας ετήσιας δόσεις. Μετά... μεταγράφει τα παραχωρητήρια, εγγράφει υποθήκην επί των παραχωρηθεισών γαιών και παραδίδει τα παραχωρητήρια εις τους δικαιούχους... (Αρθρ. 19).
Εάν ο κάτοχος δεν υπογράψη την ομολογίαν δια τας ετήσιας δόσεις, αποβάλλει την κατά το άρθρον 11 προκαταβολήν και θεωρείται παρητηυένος του δικαιώματος του κατόχου, αι δε γαίαι υπάγονται εις την κατηγορίαν των μη κατεχομένων", ε) στο άρθρο 25 προβλέπονταν ρητά ότι,τα εν τοις άρθρ. 15, 16 ,17, 18 και 19 οριζόμενα εφαρμόζονται και επί της παραχωρήσεως των μη κατεχομένων γαιών".
Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δημόσια έγγραφα είναι όσα έχουν συνταχθεί από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, εντός των ορίων της κατά λειτουργία, καθ' ύλη και κατά τόπον αρμοδιότητάς του (αρθρ. 438 ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτών, προκύπτει ότι το συγκεκριμένο παραχωρητήριο δεν συνιστά δημόσιο έγγραφο και συνεπώς δεν παραχωρήθηκε η έκταση των τριών βασιλικών στρεμμάτων στον Α.
Τ., το δε Ελληνικό Δημόσιο δεν αποξενώθηκε από την κυριότητα του ενλόγω ακινήτου αυτού και υπάγεται στην κατηγορία των μη κατεχόμενων γαιών, διότι : α. Δεν θεωρήθηκε από τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, β. Δεν εστάλη ποτέ στον Οικονομικό Έφορο Αργολίδος γ. Δεν μεταγράφηκε ούτε εγγράφηκε υποθήκη επί του ακινήτου αυτού.
δ. Δεν παραδόθηκε ποτέ στον φερόμενο δικαιούχο Α. Τ.. Τα ως άνω αποδεικνύονται συγκριτικά και με τα ενδεικτικώς υπ' αριθμ. Γενικού Βιβλίου Εκποιήσεων …/1901, …./1899, …/1914, …/1882, …/1914, …/1914, …/1880 παραχωρητήρια του Υπουργείου Οικονομικών επαρχίας Ναυπλίας, που καλύπτουν την ίδια χρονική περίοδο, εκδόθηκαν με το νόμο ΥΛΑ' και βρίσκονται σε πρωτότυπη μορφή στο αρχείο του Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Αργολίδας, τα οποία όλα φέρουν ημερομηνία θεώρησης και υπογραφή του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με τη σημείωση ότι ο ισχυρισμός αυτός κατ' άρθρο 527 περ. 1 και 6 ΚΠολΔ, προτείνεται παραδεκτώς από το Ελληνικό Δημόσιο.
Η πρωτόδικη απόφαση ως προς το τμήμα 3 ή Β έλαβε υπόψη κυρίως την από 16-12-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Π. Δ., παρά το ό,τι ο τελευταίος (σε πολλές περιπτώσεις) εξάγει συμπεράσματα στηριζόμενος σε παραδοχές και όχι σε μετρήσεις ή πραγματικά δεδομένα (βλ. ενδεικτ. σελ. 19 πραγματογνωμοσύνης, "δεν αναγνωρίζεται, αλλά γίνεται παραδοχή", σελ. 22 "με την παραδοχή ότι τα όρια").
Το ίδιο έπραξε και ως προς την εφαρμογή επί του εδάφους των τίτλων Έτσι, στη σελίδα 20 αναγράφει : "Οι τίτλοι της ιδιοκτησίας του τμήματος 3 με αρχή το παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών υπ' αριθμ. …/….-6-1903 παρουσιάζουν αλληλουχία εκτός το ότι αναφέρεται ως όμορος προς τα βόρεια Α. Μ., ενώ είναι Α. Μ. ...αναγνωρίζεται ως όριο καλλιέργειας, η οποία δεν μπορεί να προσδιοριστεί, μεταξύ της ιδιοκτησίας και της πρώην ιδιοκτησίας Μ....".
Η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι εφαρμόζεται το υπ' αριθμόν …./….-6-1903 παραχωρητήριο, βάσει του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, είχε παραχωρηθεί στον Α. Τ. αγρός ξηρικός στη θέση ...ς έκτασης 3 βασιλικών στρεμμάτων, ο οποίος συνορεύει ανατολικά με ..., δυτικά με δρομίσκο, βόρεια με Α. Μ. και νότια με ρέμα. Η παραδοχή αυτή (της εκκαλουμένης) δεν είναι ορθή, καθόσον δεν τυγχάνει εφαρμογής το παραχωρητήριο αυτό, επειδή σύμφωνα με το παραχωρητήριο όμορος προς τα βόρεια είναι ο Α.
Μ. (δηλαδή Α. Μ.) και όχι ο Α. Μ. (όπως ο πωλητής του όμορου ακινήτου Α. Μ., που αναγράφεται στον υπ' αριθμόν …/1954 τίτλο), αφού αν όμορος ήταν ο Α. Μ. το παραχωρητήριο θα ανέγραφε Α. και Α. Μ.. Τα παραπάνω ενισχύονται από τα εξής : α. Τα υπ' αριθμούς …/1954 και …./1954 πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Γεωργίου Κ.
Μηναίου και τα υπ' αριθμούς …./1955 και …/1954 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Σπυρίδωνος Περράκη, από τα οποία προκύπτει ότι σε όλα τα συμβόλαια αναγράφεται Α. Α. Μ. και Α. Α., β. Το υπ' αριθμόν …/1919 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Παναγιώτη Περράκη (νομίμως μεταγραμμένου στο τόμο …. του Δήμου Μινώας με αρ.
….), από το οποίο προκύπτουν τα ακόλουθα : αα) Ο πωλητής είναι ο Α. του Α. ( του Α.) Μ., όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. …./1953 Ληξιαρχική πράξη θανάτου του, ο πατέρας του οποίου (Α. Μ.) είχε αποβιώσει περίπου το έτος 1900, όπως προκύπτει από το ίδιο συμβόλαιο, ββ) ο Α. Α. Μ. είχε γεννηθεί στο …, επομένως και ο πατέρας του Α.
Μ. ζούσε στο … και γγ) το μεταβιβαζόμενο ακίνητο συνορεύει "δυτικώς με βουνόν Α. Μ.", που υποδηλώνει ότι αν στο παραχωρητήριο αναφέρεται Αντ. εννοείται Αντώνιος, ενώ αν ο όμορος ήταν Α. θα αναγραφόταν Α.. Ακόμη, το παραχωρητήριο δεν αναγράφεται στον επόμενο τίτλο …./….-8-35, στον οποίο ως τρόπος κτήσης αναφέρεται "πολυχρόνιος κατοχή καλεί τη πίστει και διάνοια κυρίου", ήτοι χρησικτησία και επιπλέον όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ.
πρωτ. …/…-3-2007 έγγραφο του Υποθηκοφυλακείου Ναυπλίου, δεν έχει γίνει η μεταγραφή του ίδιου παραχωρητηρίου στη μερίδα του Α. Τ.. Επιπρόσθετα, η εκκαλούμενη δέχθηκε εσφαλμένως ότι "... οι ενάγοντες είναι νομείς του υπό στοιχ. Β ακινήτου, στην έκταση που προσδιορίστηκε, ήτοι εμβαδού 2.035 τ.μ., στο οποίο δεν είναι νομέας το Ελληνικό Δημόσιο, αφού δεν είναι κύριος και δεν αποδείχθηκε ότι ασκούνται από αυτό πράξεις νομής", διότι:
α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 1539/1938 επί των αδέσποτων και των δημόσιων κτημάτων νομέας θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν δεν είχε ενεργήσει επ' αυτών καμία πράξη νομής. Η επίδικη έκταση των 2.035 τ.μ., από κοινού με την ευρύτερη, συνολικού εμβαδού 20.475,61 τ.μ., είναι δημόσιο κτήμα, αμμώδης, άγονη, ακαλλιέργητη χωρίς ίχνη νομής και κατοχής από κανένα ιδιώτη.
Χρησιμοποιείτο δε ανέκαθεν από τους παραθεριστές και τους λουόμενους για τη στάθμευση των αυτοκινήτων τους, ένα δε τμήμα της και ως χώρος τοποθέτησης των αλεξηλίων ομβρελών τους, η χρήση δε αυτή να τους εμποδίσει οποιοσδήποτε, προβάλλοντας επ' αυτής ίδια δικαιώματα και με την γινόταν χωρίς πεποίθηση των χρηστών ότι επρόκειτο περί κοινόχρηστου χώρου, εντύπωση η οποία ασφαλώς στηριζόταν και στη φύση της έκτασης αυτής ως αμμώδους.
Ακόμη, προκύπτει ότι το Δημόσιο ανέκαθεν διενεργούσε στην επίδικη έκταση εμφανείς πράξεις νομής, δοθέντος ότι : α. Από την υπ' αριθμόν 1032213/3037/Β0010/30-4-1999 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών είχε παραχωρηθεί στον τέως Δήμο Ασίνης α αιγιαλός και η παραλία του Τολού για χρήση και εκμετάλλευση, β. Όταν σε τμήμα της ευρύτερης έκτασης των 20.475,61 τ.μ.
είχε εκδοθεί άδεια λειτουργίας καντίνας το έτος 1996, το Δημόσιο αντέδρασε άμεσα, με επακόλουθο να ανακληθεί αυτή. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν άσκησαν πράξεις νομής επί του υπό στοιχεία Β τμήματος, εμβαδού 2.035 τ.μ.. από τα ακόλουθα : α. Από το υπ' αριθμόν Φ. 544.5/451/93 έγγραφο του Γ.Ε.Ν. του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας καταδεικνύεται ότι από παρατηρήσεις αεροφωτογραφιών φωτοληψίας των ετών 1945 "στο τμήμα μεταξύ των κορυφών 1 έως 7 και μέχρι το προς τη θάλασσα όριο της δημόσιας οδού (όπου βρίσκεται η επίδικη έκταση) υφίστανται εκτάσεις αμμώδεις, άγονες και ακαλλιέργητες, χωρίς ίχνη νομής και κατοχής που κατά τεκμήριο συνηγορούν στην ύπαρξη παλαιού αιγιαλού......
β. Από την από 3-12-1996 Υπηρεσιακή αναφορά ΣΕΙΔ του Κ. Π., Γεωλόγου - Ωκεανογράφου, Τμηματάρχη Χημικής - Γεωλογικής - Βιολογικής Ωκεανογραφίας, ο οποίος διαπίστωσε σε σχετική έρευνα ότι η επίμαχη έκταση καλυπτόταν επιφανειακά από στρώμα άμμου ανεμογενούς προέλευσης, πάχους 0,5 έως 2,7 μέτρων, ενώ σε τρεις από τις τομές (κάτω από το αμμώδες αυτό στρώμα) διαπίστωσε την ύπαρξη αμμοαργιλώδους υλικού χερσαίας προέλευσης, την ύπαρξη συσσωμάτων συμπαγούς άμμου, τα οποία είχαν μέγεθος μικρών χαλικιών.
Τούτο καταδεικνύει ότι η επίδικη έκταση, δεν είχε καλλιεργηθεί στο απώτερο παρελθόν, διότι η εναπόθεση άμμου και ο συνεπεία αυτής σχηματισμός από το υλικό αυτό προϋποθέτει βάθος χρόνου, χρονολογικά τοποθετείται πριν από το έτος 1945. γ. Από το υπ' αριθμόν Φ. 544 05/04/1997 έγγραφο του Γ.Ε.Ν. προκύπτει ότι "... στο σχετικό (ζ) ΦΕΚ έχει δημοσιευθεί ο χαρακτηρισμός της περιοχής ως Τουριστικού Δημοσίου Κτήματος καθώς και του γεγονότος ότι η εν λόγω περιοχή στις αεροφωτογραφίες φωτοληψίας ετών 1945, 1960 και νεοτέρων εμφανίζεται ως ...
ακαλλιέργητη χωρίς ίχνη νομής και κατοχής από δε την ανάλυση των συλλεγέντων στοιχείων δεν προκύπτουν ίχνη καλλιέργειας στην περιοχή κατά το παρελθόν,,,,", δ. Από το υπ' αριθ. πρωτ…./…-2-2007 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Αργολίδας και μετά τη διενέργεια σχετικής αυτοψίας στην επίδικη έκταση, προέκυψε ότι στο δυτικό τμήμα της έκτασης φύονται τρεις μεγάλοι ευκάλυπτοι, δεκαέξι ακακίες κυανόφυλλες, είκοσι ακακίες κυανόφυλλες, πέντε λεύκες, μία συκιά, μια ξερή κατακεψένη, μια γκορτσιά, δώδεκα αγριελιές από τις οποίες οι δύο είναι εμβολιασμένες, τρεις χαρουπιές, ένα πουρνάρι, έξι ψευδακακίες και είκοσι δύο ψευδακακίες και σαράντα πεύκα νεαρής ηλικίας.
Ακόμη, στην έκταση αυτή φύεται διάσπαρτη βλάστηση από ασπάλαθο, θυμάρι, αφάνα και θρούμπι. Στο ανατολικό τμήμα της φύονται αυτοφυή καλάμια λωρίδας τριάντα μέτρων περίπου, δύο ακακίες κυανόφυλλες, ένα σχίνο, τρία αλμυρίκια, τρία κυπαρίσσια, τρία πεύκα, ένας ευκάλυπτος και τρεις αγριελιές, ε. Από την υπ' αριθμόν 3/2001 απόφαση (διάταξη) του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου (με την οποία απορρίφθηκε η από 7-7-1999 αίτηση των εναγόντων κατά του τέως Δήμου Ασίνης), ο οποίος μετά από αυτοπρόσωπη θεώρηση του επιδίκου, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι " ...
Εντός της εκτάσεως αυτής δεν υπάρχει ούτε ήταν δυνατό να υπάρξει οποιαδήποτε καλλιέργεια, ακριβώς λόγω της αμμώδους συστάσεως του εδάφους της, το οποίο της δίδει τη μορφή ερήμου... δεν εντοπίσθηκε οποιασδήποτε μορφής καλλιέργεια, περίφραξη ή τοποθέτηση οροσήμων, εκτός από τις δυο βέργες μπετόν, γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι οι αιτούντες ουδέποτε άσκησαν υλικές διακατοχικές πράξεις επ' αυτής...".
Τμήμα Γ'. Η ιδιοκτησία που αναφέρεται ως τμήμα 4 στο από τους μήνες Φεβρουάριο - Δεκέμβριο του έτους και Φεβρουάριο του έτους 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Θ. ή ως έκταση "Γ" στο από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π. Η., περιήλθε στον Π. Κ. και μετέπειτα στους κληρονόμους του, όπως προαναφέρθηκε, δυνάμει του υπ' αριθμόν …../….09.1954 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Γεωργίου Μηναίου με την αγορά μίας αμπέλου με συνεχόμενο αγρό από το Ν.
Μ. του Α. . Αυτά περιήλθαν στην κυριότητα του πωλητή από κληρονομιά εκ μέρους του πατέρα του Α. Μ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1925, δυνάμει της υπ' αριθμόν …/1925 δημόσιας διαθήκης που συνέταξε ο τελευταίος ενώπιον του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Ιωάννη Τσολακοπούλου και δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου την 21-4-1926.
Με τη διαθήκη αυτή ο Α. Μ. κατέλιπε στον υιό του Νικόλαο, στη θέση "..." … 3 στρέμματα και με σύνορα τη θάλασσα, τον δρόμο και ιδιοκτησία Ε. Α.. Κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Π. Δ., πέραν του ότι η έκταση του αναφερομένου στη διαθήκη ακινήτου (3 στρέμματα) διαφέρει από την αναγραφόμενη στο υπ' αριθμ. …./1954 συμβόλαιο (5.290 τ.μ.), μπορεί να γίνει εφαρμογή επί των αεροφωτογραφιών της διαθήκης μόνο ως προς τη θέση, δηλαδή ως προς το ότι το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται στη θέση "...", αλλά δεν μπορεί να γίνει εφαρμογή του κατά σχήμα, όρια και έκταση, επειδή δεν υπάρχει αλληλουχία όμορων ιδιοκτησιών, αφού η ιδιοκτησία του Ε.
Λ. δε μπόρεσε να εντοπισθεί από τον ως άνω πραγματογνώμονα στην περιοχή, ενώ επιπλέον υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη διαθήκη και στο συμβόλαιο του 1954 ως προς το νότιο όριο του ακινήτου, καθότι στη διαθήκη αναφέρεται απλώς η θάλασσα, ενώ στο συμβόλαιο του 1954 το νότιο όριο αναγράφεται ότι συνορεύει με αιγιαλό, από τον οποίο χωρίζεται με σειρά δέντρων "αθανάτων" φυτευμένων επί της γραμμής που διαχωρίζει το αμπέλι από τον αιγιαλό.
Κατόπιν αυτών, δεν υπάρχει αλληλουχία της διαθήκης με το υπ' αριθμ. …./1954 συμβόλαιο, αν δε υποτεθεί ότι υφίσταται η εν λόγω αλληλουχία, όλοι οι προσκομιζόμενοι τίτλοι τυγχάνουν πρόσφατοι και δεν θεμελιώνουν δικαίωμα κυριότητας του Π. Κ. (με τη συμπερίληψη των δικαιοδόχων του εναγόντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου).
Εξάλλου, ούτε στη διαθήκη ούτε στο συμβόλαιο αναφέρεται σχετικά ποιος ήταν ο νομέας του ακινήτου για το προγενέστερο χρονικό διάστημα, ιδίως για το χρονικό διάστημα από το έτος 1884 μέχρι το έτος 1915, ώστε να κριθεί για την έναντι του Ελληνικού Δημοσίου δικαίωμα κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Τμήμα Δ' Η ιδιοκτησία που αναφέρεται ως τμήμα 2 στο από τους μήνες Φεβρουάριο - Δεκέμβριο του έτους 2005 και Φεβρουάριο του έτους 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ.
Θ. ή ως έκταση "Δ" στο από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας του μηχανικού Π. Η., περιήλθε στον Π. Κ. και μετέπειτα στους κληρονόμους του, δυνάμει του υπ' αριθμόν …/…-9-1955 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Σπυρίδωνος Πετράκη με την αγορά ελαιώνα από την Ε. χήρα Κ. Π. και τα τέκνα της.
Το ακίνητο αυτό περιήλθε στους πωλητές από κληρονομιά του συζύγου της πρώτης εκ των πωλητών και πατέρα των λοιπών Κ. Π., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1936. Επειδή ουδέν έτερο αναφέρεται, ούτε και αποδεικνύεται, σχετικά με την από του έτους 1884 νομή του ακινήτου, ο επίδικος τίτλος δεν είναι και αυτός πρόσφορος, ώστε να θεμελιώσει κυριότητα των εναγόντων έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ως προς το υπό στοιχ.
Δ ακίνητο. Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι με την υπ' αριθμόν 1470/17-9-1992 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδος, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμόν 910/9-9-1992 ΦΕΚ (τ. Δ), καθορίσθηκαν τα όρια του αιγιαλού και η ζώνη παραλίας που τον περιβάλλει, στην περιοχή του Τολού. Με τη μεν υπ' αριθμ. 1032213/3037/Β0010/30-4-1999 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, παραχωρήθηκε στον τέως Δήμο Ασίνης για χρήση και εκμετάλλευση ο αιγιαλός και η παραλία του Τολού, υπό τους αναφερόμενους σ' αυτήν όρους και περιορισμούς, με τη δε υπ' αριθμ.
πρωτ. 29168/3655/22-10-2001 πράξη τακτοποίησης, προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησιών στο Τολό εκατέρωθεν της παραλιακής οδού ... και το Σχέδιο Πόλης, ο πρώην Δήμος Ασίνης μελέτησε, δημοπράτησε και εκτέλεσε το έργο ρυμοτομίας. Κατά την εκτέλεση των εργασιών αυτών, ο Δήμος Ναυπλιέων, κατά τη χρονική περίοδο από τον Φεβρουάριο μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2006, επί της οδού ...
μεταξύ των ΟΤ 1, 2, 2α, 2β, 4, 5, 5α, 6, 7, 7α, 12, 12α, 13, 14, 14α, 15 και 15α , προέβη στην κατασκευή ρείθρων πεζοδρομίων. Με αφορμή τις εργασίες αυτές, οι ενάγοντες υπέβαλαν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου τις από 29-12-2006 και 25-1-2007 αιτήσεις τους (κύρια και επιβοηθητική), με τις οποίες, επικαλούμενοι ότι έχουν στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τους την επίδικη έκταση, επιφανείας 20.375,61 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας Τολού του τέως Δήμου Ασίνης, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος το έτος 1987 Π.
Κ., φερόμενου ως αρχικού ιδιοκτήτη της έκτασης αυτής, κατόπιν σχετικών αγορών βάσει των προαναφερόμενων τεσσάρων συμβολαίων ζήτησαν την λήψη ασφαλιστικών μέτρων (κατά την διαδικασία του άρθρου 22 του ΑΝ 1539/1938, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 Α Ν. 31/1968) σε βάρος του πρώην Δήμου Ασίνης, ισχυριζόμενοι ότι με τις ενέργειές του ο εν λόγω Δήμος προσέβαλε τη νομή και κατοχή τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κύρια παρέμβαση, επικαλούμενο την κυριότητα, νομή και κατοχή της επίμαχης έκτασης. Με την υπ' αριθμόν 2/2007 απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου απορρίφθηκαν οι ανωτέρω αιτήσεις, επειδή κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχε κατεπείγουσα περίπτωση που να δικαιολογεί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και ότι δεν υπήρχαν διενέξεις μεταξύ των οργάνων του δημοσίου και των ιδιωτών.
Επί της απορριπτικής αυτής απόφασης ασκήθηκε η από 9-7-2007 ανακοπή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την υπ' αριθμόν 1/2008 απόφασή (διάταξή) του. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, μεταξύ των άλλων, διαλαμβάνονταν και τα εξής : "Οι αιτούντες, όπως αναφέρθηκε, ουδέποτε άσκησαν οποιαδήποτε διακατοχική πράξη στην επίδικη έκταση και συνεπώς ουδέποτε αποβλήθηκαν από την νομή και κατοχή της, αφού αυτή ανέκαθεν χρησιμοποιείτο από τους παραθεριστές ως εγκαταλειφθείς παλαιός αιγιαλός για την στάθμευση των αυτοκινήτων τους και από τους λουσμένους για την τοποθέτηση ομβρελών που χρησιμοποιούσαν για την προστασία τους από την ηλιακή ακτινοβολία.
Εντός της εκτάσεως αυτής δεν υπάρχει ούτε ήταν δυνατόν να υπάρξει οποιαδήποτε καλλιέργεια, λόγω της αμμώδους συστάσεως του εδάφους της. Ήδη από το έτος 1977 υπήρξε αντιδικία μεταξύ του δημοσίου, του δήμου Ασίνης και των αιτούντων. Επί του θέματος αυτού εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 3/2001 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου με την οποία απορρίφθηκε η από 7-7-1999 αίτησή τους.
Στην αιτιολογία της απορριπτικής του απόφασης ο ανωτέρω εισαγγελέας καταρρίπτει και τον ισχυρισμό των αιτούντων περί της ισχύος του ΒΔ της 2-3-1973 "περί εγκρίσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Τολού Αργολίδος και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως οικοπέδων αυτού" και της υπ' αριθμόν …./1971 πράξεως του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Διαμαντόπουλου βάσει του οποίου ο δικαιοπάροχος των αιτούντων αποδεχόταν την χρησιμοποίηση του ακινήτου ως χώρου ανεγέρσεως λουτρικών και τουριστικών εγκαταστάσεων καθώς όλα αυτά δεν συνιστούν κατά την διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ εμφανείς πράξεις φυσικής εξουσιάσεως του επιδίκου, σύμφωνα με τον προορισμό του.
Ακολούθως με την υπ' αριθμόν 1022804/1011/Α0010/5-3- 2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών έγινε αποδεκτή η υπ' αριθμόν …./2001 γνωμοδότηση του γνωμοδοτικού συμβουλίου δημοσίων κτημάτων και το επίδικο κτήμα κατεγράφη ως δημόσιο με ΑΒΚ … και μεταγράφηκε στο υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου (τόμος … αιθμ…..). Οι αιτούντες κατέθεσαν αιτήσεις θεραπείας υποστηρίζοντας ότι έχουν νέα στοιχεία, δηλαδή το υπ' αριθμόν …./…..-7-1876 πωλητήριο συμβόλαιο και το υπ' αριθμόν …./….-6-1903 παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών, οι οποίες και έγιναν δεκτές με την υπ' αριθμόν …/…..-12-2003 γνωμοδότηση και την υπ' αριθμόν 1028982/679/Α0010/14-4-2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Βάσει της ως άνω αποφάσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμόν …/….-4-2004 απόφαση της προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ναυπλίου και το ακίνητο παραδόθηκε στους αιτούντες με το από 7-5-2004 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής. Με την υπ' αριθμόν …../2005 απόφασή του το γνωμοδοτικό συμβούλιο γνωμοδότησε εκ νέου καθώς έκρινε ότι το ως άνω υπ" αριθμόν …./1876 συμβόλαιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί του εδάφους, ενώ τα υπόλοιπα συμβόλαια ανατρέχουν σε χρόνο μέχρι το έτος 1954, και έκρινε ότι τα τμήματα Α, Γ και Δ του επιδίκου ακινήτου είναι δημόσια και έθεσε υπό νέα γνωμοδότηση το τμήμα Β.
Βάσει της υπ' αριθμόν …/…-6-2006 γνωμοδότησης του ΝΣΚ ότι είναι νόμιμη η επανεξέταση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος ακινήτου ο Υπουργός Οικονομικών ανακάλεσε την προαναφερθείσα από 14-4- 2004 απόφασή του και εξέδωσε την υπ' αριθμόν 1069927/9261/Α0010/25-7-2006 νέα απόφαση με αποτέλεσμα να καταγραφούν εκ νέου τα ως άνω ακίνητα με την υπ' αριθμόν …/…-8-2006 απόφαση της Γενικής Γραμματείας Περιφερείας Πελοποννήσου ως δημόσια στον τόμο ….
αριθμ. … και να ανακληθεί η υπ' αριθμόν 889/29-4-2004 απόφαση. Επίσης οι τίτλοι, τους οποίους επικαλούνται οι αιτούντες, με τους οποίους ο δικαιοπάροχος τους Π. Κ. αγόρασε τμηματικά τις αναφερόμενες σ 'αυτούς εκτάσεις από τους α) Ο. σύζ. Γ. Σ., β) Ι. Μ., γ) Ν. Μ., δ) Ε. χήρα Κ. Π. και ) Π. συζ. Γ. Ζ., τις οποίες (εκτάσεις) στη συνέχεια συνένωσε και δημιούργησε την ενιαία επίδικη έκταση, είναι και δεν μπορούν να εφαρμοσθούν επί του εδάφους, αφού σ' αυτούς αναφέρεται ότι τα μεταβιβαζόμενα επί μέρους ακίνητα ήταν αμπελώνες και ελαιώνες, ενώ όπως ήδη αναφέρθηκε, η επίδικη έκταση στα ζεύγη αεροφωτογραφιών λήψεων 1945 και 1960 εμφανίζεται ως άγονη και ακαλλιέργητη.
Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει άλλο τι παρά μόνο ότι το ενιαίο ακίνητο που δημιουργήθηκε από την συνένωση των περί ων πρόκειται αγροτικών ακινήτων, δεν ταυτίζεται με την επίδικη, η οποία κατά τα έτη 1945 έως 1960 ήταν άγονη και ακαλλιέργητη. Τέλος το Δημόσιο δεν είναι δυνατόν να απολέσει την κυριότητα, νομή και κατοχή του επί των εκτάσεων αυτών, καθόσον οι τίτλοι του δικαιοπαρόχου των αιτούντων και των απωτέρων αυτού δικαιοπαρόχων ανατρέχουν το πολύ μέχρι το έτος 1925 με συνέπεια να μην είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επ' αυτών με χρησικτησία, ενόψει του ότι σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν, μετά την 11-9-1915 δεν χωρεί χρησικτησία σε βάρος των κτημάτων του Δημοσίου".
Με τον πρώτο λόγο της από 5-3-2014 έφεσης, οι ενάγοντες- εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι "με τα ακόλουθα νομοθετήματα, ήτοι το νόμο ΡΙΔ', Περί Αποικισμού Κρητών, της 15/9/1948 (ΦΕΚ 25 της 27 Σεπτεμβρίου 1848) και τα μνημονευόμενα στο νόμο αυτό β.δ. από 13 και 18 Οκτωβρίου 1834 "περί συνοικισμού των Κρητών εις Μίνωαν και Μεθώνην", το ΚΔ' της 21 Μαρτίου 1831 Ψήφισμα του Κυβερνήτου, το από 22 Απριλίου 1850 Β.Δ. Περί εκτελέσεως του περί αποικισμού των Κρητών Νόμου (ΦΕΚ 12/1850), ο ν. ΥΛΑ71871 Περί διανομής και διαθέσεως Εθνικής γης (ΦΕΚ 25/1871), αποδεικνύεται πλήρως ότι είχαν παραχωρηθεί τα δημόσια κτήματα της περιοχής Τολού στους Κρήτες αγωνιστές, που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα, προς αγροτική τους αποκατάσταση και ως εκ τούτου το Δημόσιο αποξενώθηκε από την κυριότητα, νομή και κατοχή όλων των ευρισκομένων στο Τολό δημοσίων γαιών".
Επί του ανωτέρω λόγου έφεσης, προκύπτουν τα εξής: α. Όντως, κατά τη χρονική περίοδο από 1830 μέχρι 1850 επιχειρήθηκε η αγροτική αποκατάσταση των Κρητών, ωστόσο η απόπειρα αυτή απέτυχε, επειδή η πλειοψηφία των αποκατασταθέντων εγκατέλειψε την περιοχή, επιπλέον δε η ενέργεια αυτή δεν συνεπαγόταν ότι το Δημόσιο αποξενώθηκε από το σύνολο των εθνικών γαιών.
Τούτο προκύπτει από το υπ' αριθμόν …/…..06.1903 παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών (το οποίο δεν τυγχάνει εφαρμογής στην επίδικη έκταση), που καταδεικνύει ότι το έτος 1903 το Δημόσιο είχε την κυριότητα του συνόλου των εθνικών γαιών στην περιοχή Τολό Αργολίδας, β. Δεν αποδείχθηκε σε ποιους από τους Κρήτες, σι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην ως άνω περιοχή, παραχωρήθηκαν τα επίδικα τμήματα ούτε προσκομίσθηκαν παραχωρητήρια των (φερόμενων ως απώτατων δικαιοπαρόχων τους), καθόσον στα περί ου ο λόγος νομοθετήματα προβλέπονταν ρητά "η έκδοση εγγράφων ιδιοκτησίας - παραχωρητηρίων".
Ειδικότερα : αα. Το άρθρο 1 του νόμου ΡΙΔ' Περί Αποικισμού Κρητών, της 15.09.1948 (ΦΕΚ 25 της 27 Σεπτεμβρίου 1848), ρητά όριζε : "Εις τους αποικήσαντες εν τη Ελλάδι Κρήτας, και λαβόντας γαίας δυνάμει του υπ' αριθμ. ΚΔ ' ψηφίσματος του Κυβερνήτου, ή των από 13 και 18 Οκτωβρίου 1834 Β. Διαταγμάτων περί συνοικισμού των Κρητών εις Μινώαν και Μεθώνην θέλουν παραχωρηθή τα έγγραφα της ιδιοκτησίας...", ββ.
Το άρθρο 1 του από 22 Απριλίου 1850 Β.Δ. Περί εκτελέσεως του περί αποικισμού των Κρητών Νόμου (ΦΕΚ 12/1850) όριζε : "Όσοι Κρήτες έλαβον εθνικάς γαίας δυνάμει του ΚΔ ψηφίσματος του Κυβερνήτου, ή των από 13 και 18 Οκτωβρίου 1834 Β. Διαταγμάτων υποχρεούνται ...να καταθέσωσιν.,.όσα επίσημα έγγραφα έχουν, ... επισυνάπτοντες προσέτι τους τίτλους, δι ών παρεχωρήθησαν εις αυτούς κατά το παρελθόν εθνικοί γαίαι, όπως τα έγγραφα ταύτα υποβληθώσιν εις τα Υπουργεία επί των Οικονομικών και των Εσωτερικών, προς εξακρίβωσιν των δικαιωμάτων των, και την έκδοσιν των τακτικών παραχωρητηρίων", γγ.
Το άρθρα 17 του ν. ΥΛΑ71871 Περί διανομής και διάθεσης Εθνικής γης (ΦΕΚ 25/1871) όριζε : "Το πρωτόκολλον της καταμετρήσεως μετά της δηλώσεως υποβάλλεται εις το επί των Οικονομικών υπουργείον, το οποίον επί τη βάσει αυτού εκδίδει τα παραχωρητήρια και διευθύνει αυτά εις τον οικον. Έφορον, αφού θεωρηθώσιν υπό του Ελεγκτικού συνεδρίου...".
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι μοναδικοί τίτλοι εν τοις πράγμασι για την κτήση κυριότητας της επίδικης έκτασης (δηλ. και για τα 4 τμήματά της) συνιστούν τα προαναφερόμενα συμβόλαια, χωρίς δηλαδή οποιαδήποτε προγενέστερη αλληλουχία τίτλων. Οι επικαλούμενοι από τους ενάγοντες προγενέστεροι τίτλοι (όπως το πωλητήριο του 1876, το παραχωρητήριο του 1903, η διαθήκη 1925), δεν μπορούν να ταυτοποιηθούν ούτε να εφαρμοσθούν.
Τούτο σε συσχέτιση με το ότι η ύπαρξη καλλιέργειας επιβεβαιώνεται μόλις το έτος 1952 (ήτοι 2 έτη πριν τη σύνταξη των επίμαχων συμβολαίων) και ότι η διάρκειά της ήταν βραχύτατη (δεν απεικονίζεται στις αεροφωτογραφίες του έτους 1961) αποκαλύπτει την κυριότητα του Δημοσίου, αφού καμία πράξη νομής δεν έλαβε χώρα από τρίτους τόσο μέχρι το έτος 1915 όσο και στο προ του 1875 χρονικό διάστημα, αλλά και πρόσφατα, κατά τον χρόνο της διατάραξης και κατά τον χρόνο της άσκησης της αγωγής.
Εξ ετέρου, αποδείχθηκε ότι στο άρθρο μόνο του από 18.05.1954 β.δ., περί χαρακτηρισμού κτήματος του Δημοσίου ως τουριστικού δημοσίου κτήματος (ΦΕΚ 114/07.06.1954, τ. Α'), αναγράφεται ότι : "Χαρακτηρίζομεν ως τουριστικόν δημόσιον κτήμα την ανήκουσαν εις το Δημόσιον εν τη περιφερεία της Κοινότητος Τολού και κατ' επέκτασιν του ομωνύμου χωρίου, παραλιακήν έκτασιν την αρχομένην ανατολικώς από του ... (ή "...") και καταλήγουσαν προς δυσμάς εις απόστασιν πεντακοσίων εβδομήκοντα (570) μέτρων και περιλαμβανομένην μεταξύ της θαλάσσης και των ύπερθεν παραλιακών αγρών, ανηκόντων από ανατολάς προς δυσμάς κατά σειράν εις τους 1) Ν.
Μ., 2) Ι. Μ., 3) κληρονόμους Κ. Π., 4) Γ. Σ., 5) Γ. Γ. και 6) Π. Π.". Εξάλλου, με το από ,02.03.1973 β.δτ (ΦΕΚ 98/06.04.1973, τ. Δ') εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο του Τολού, το οποίο επανεγκρίθηκε και τροποποιήθηκε με Α το από 29.11,1^83 π.δ. (ΦΕΚ 11/27.01.1984, τ. Δ'), και καθορίστηκαν οι όροι και οι περιορισμοί δόμησης των οικοπέδων του. Στο προοίμιο του εν λόγω β.δ.
γίνεται μνεία, έπειτα και από την υπόδειξη του Συμβουλίου της Επικράτειας, το οποίο επεξεργάσθηκε το αντίστοιχο σχέδιο βασιλικού διατάγματος, όπως καταγράφεται στα υπ' αριθμ. 44/25.01.1973 πρακτικά συνεδρίασής του, της διά της υπ' αριθμ. …/1972 συμβολαιογραφικής πράξης του Συμβ/φου Αθηνών Νικολάου Διαμαντόπουλου σχετικής συναίνεσης του ιδιοκτήτη της καθοριζομένης για την ανέγερση ξενοδοχειακών, λουτρικών και τουριστικών εγκαταστάσεων έκτασης.
Με την εν λόγω συμβολαιογραφική πράξη ο Π. Κ. δήλωσε, κατά λέξη, ότι "καθ' όσον αφορά το εις …. κτήμα μου αποδέχομαι Την υπό του υπό έγκρισιν ρυμοτομικού σχεδίου προβλεπομένην αλλαγή χρήσεως τούτου, ήτοι αποδέχομαι όπως η ιδιοκτησία μου εξ είκοσι περίπου στρεμμάτων ως αύτη εμφαίνεται περικλεισμένη διά, εξ ερυθρός μελάνης, διακεκομένης γραμμής και υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΑ εις τα συνοδεύοντα την παρούσαν δύο τοπογραφικά σχεδιαγράμματα του Υπουργείου Δημοσίων Έργων τα εγκριθέντα διά της υπ' αριθμ.
…. της … Σεπτεμβρίου 1972 πράξεως του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων και τεθεωρημένα διά της από 13 Νοεμβρίου 1972 πράξεως του Διευθυντού της Ε3 Διευθύνσεως, χρησιμοποιηθεί ολόκληρος ως χώρος ανεγέρσεως ξενοδοχειακών, λουτρικών και τουριστικών εγκαταστάσεων ως ταύτα εμφαίνονται εις το σχέδιον χωροταξικής μελέτης του πολιτικού μηχανικού Ε.Μ.Π.
Α. Κ. δεόντως τεθεωρημένου υπό του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Τεχνικαί Υπηρεσίαι) την 26η Μαρτίου 1968". Επίσης, την 20.12.1966 υπογράφηκε στην Αθήνα μεταξύ του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού και του Π. Κ. σύμβαση μίσθωσης, με βάση την οποία ο EOT εκμίσθωσε στον Π. Κ. τμήμα του αιγιαλού του Τολού, το οποίο αποτελεί τουριστικό δημόσιο κτήμα, μήκους 400 μ., προς το σκοπό διασφάλισης της άνετης λειτουργίας των υπό του μισθωτή αναγερθησομένων τουριστικών εγκαταστάσεων στην έσω του αιγιαλού τούτου ιδιόκτητη έκτασή του.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 του μισθωτηρίου ο μισθωτής ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει και να αποπερατώσει εντός τριών ετών από την έγκριση των πλήρων μελετών από τον εκμισθωτή, επί της ως άνω ιδιόκτητης έκτασης και με δικές του δαπάνες τουριστικές εγκαταστάσεις, δηλαδή ξενοδοχειακό συγκρότημα, με τις αναφερόμενες στο μισθωτήριο προδιαγραφές.
Επιπλέον, το κατ' άρθρο 10 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 ("Περί Προστασίας των Δημοσίων Κτημάτων") και 90 του π.δ. 284/1988 ("Οργανισμός Υπουργείου Οικονομικών") γνωμοδοτικό συμβούλιο, με την υπ' αριθμ. …/…..10.2001 γνωμοδότησή του, γνωμοδότησε ότι η επίδικη έκταση ανήκει στο Δημόσιο, με την αιτιολογία ότι από τον έλεγχο των τίτλων δεν προκύπτουν στοιχεία ικανά που να δικαιολογούν την ύπαρξη ιδιωτικών δικαιωμάτων επί της επίδικης έκτασης και συγκεκριμένα δικαιώματα των δικαιοπαρόχων του Π.
Κ., οι οποίοι πώλησαν και μεταβίβασαν σε αυτόν τα τέσσερα ακίνητα από τα οποία φέρεται ότι αποτελείται το σύνολο της επίδικης έκτασης, καθώς δεν υπάρχουν τίτλοι για τους περισσότερους από τους δικαιοπαρόχους. Τη γνωμοδότηση αυτή αποδέχτηκε ο Υπουργός των Οικονομικών με την υπ' αριθμ. πρωτ. 1022804/1011/Α0010/05.03.2002 απόφασή του, με την οποία διέταξε την Κτηματική Υπηρεσία Αργολίδας να προβεί στην καταγραφή της έκτασης των 15.175,48 τ.μ.
ως δημόσιου κτήματος και να αναλάβει την προστασία του. Η καταγραφή έγινε στο Γενικό Βιβλίο Καταγραφής την 17.04.2002 υπό τον αριθμό ….. Κατόπιν των από 02.02.2002 και 15.07.2002 αιτήσεων θεραπείας κατ' άρθρο 8 του α.ν. 1539/1938 των πρώτης, δεύτερου, τρίτης, τέταρτης των εναγόντων και της από 07.08.2002 αίτησης θεραπείας της Ε.
χήρας Α. Γ., δικαιοπαρόχου των πέμπτου και έκτης των εναγόντων, κατά της ως άνω γνωμοδότησης, προκειμένου να εξαιρεθεί και να διαγράφει από τα Βιβλία Δημόσιων Κτημάτων η επίδικη έκταση, ήτοι να διαγράφει ολόκληρο το ΑΒΚ …, το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημόσιων Κτημάτων επιλήφθηκε εκ νέου της υπόθεσης και εξέδωσε την υπ' αριθμ.
…'./2003 γνωμοδότησή του, αποδεχόμενο τις ως άνω αιτήσεις θεραπείας. Με την υπ' αριθμόν πρωτ. 1028982/679/Α0010/14-4-2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών έγινε αποδεκτή η ως άνω γνωμοδότηση στο σύνολο της και δόθηκε η εντολή προς την Κτηματική Υπηρεσία Αργολίδας να προβεί στη διαγραφή του επιδίκου ακινήτου από το βιβλία δημόσιων κτημάτων και στην παράδοσή του στους αιτούντες - ιδιοκτήτες αυτού.
Δυνάμει της ως άνω υπουργικής απόφασης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. …/….4.2004 απόφαση της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Αργολίδας, με την οποία αποφασίστηκε η διαγραφή του επιδίκου και η παράδοσή του στους αιτούντες. Η παράδοση έλαβε χώρα την 7-5-2004, συνταχθέντος του σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής, το οποίο υπογράφεται από την Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Αργολίδας Μ.
Σ. και από τους παραλαβόντες Π. Κ., Σ. Κ. και Α. Γ.. Όλα τα παραπάνω γεγονότα αποτελούν, όπως άλλωστε και οι ενάγοντες διατείνονται, στοιχεία τα οποία συνηγορούν υπέρ της αποδοχής της ύπαρξης δικαιώματος κυριότητας ιδιωτών επί του συνόλου της επίδικης έκτασης, καθώς το Ελληνικό Δημόσιο με τα αναφερόμενα βασιλικά διατάγματα και διά της υπ' αριθμ.
πρωτ. 1028982/679/Α0010/14-4-2004 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, αλλά και ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού, που αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με την παραπάνω σύμβαση μίσθωσης, αναγνώρισαν ότι ο Π. Κ. είναι ιδιοκτήτης της επίδικης έκτασης. Η αναγνώριση αυτή όμως δεν είναι ικανή να προσπορίσει στον [τελευταίο το δικαίωμα κυριότητας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου επί της επίδικης έκτασης, δεδομένου ότι το δικαίωμα αυτό κρίνεται αποκλειστικά υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας, οι οποίες και μόνο εξετάζονται στο πλαίσιο αντίστοιχης αστικής διαφοράς.
Για την έκδοση των αναφερθέντων βασιλικών διαταγμάτων, τα οποία, υπόκεινται στους όρους και τις επιταγές του Δημοσίου Δικαίου, καθώς και για τη σύναψη της σύμβασης μίσθωσης με τον EOT, η κυριότητα επί των επιδίκων του Π. Κ. λήφθηκε υπόψη ως δεδομένο, βασιζόμενη προφανώς στους τίτλους με τους οποίους ο τελευταίος αγόρασε την επίδικη έκταση.
Επιπλέον, η γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημόσιων Κτημάτων, βάσει της οποίας εκδόθηκε η ως άνω υπουργική απόφαση που αποφάσισε τη διαγραφή της επίδικης έκτασης από το βιβλίο δημόσιων κτημάτων και την απόδοσή της στους ενάγοντες, αποτελεί μεν μία κρίση επί του υπό εξέταση ζητήματος, της κυριότητας και της νομής επί του επιδίκου, για την επίλυσή του όμως αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια, η εν λόγω επιτροπή δε επιλήφθηκε του θέματος στο πλαίσιο μόνο της διοικητικής διαδικασίας καταγραφής του επιδίκου στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων.
Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι το ίδιο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του ν. 1539/1938 προήλθε σε νέα επανεξέταση του θέματος και εξέδωσε την υπ' αριθμ. …/…..06.2005 γνωμοδότησή του, σύμφωνα με την οποία γνωμοδότησε να καταγραφούν εκ νέου τα υπό στοιχ. Α, Γ και Δ ακίνητα ως δημόσια κτήματα, ως προς το τμήμα Β δε, γνωμοδότησε να διεξαχθεί περαιτέρω έρευνα για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του.
Η γνωμοδότηση αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθμόν πρωτ. 1069927/9261 /Α0010/25-7-2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία, επίσης, ανακάλεσε την προγενέστερη υπ' αριθμόν 1028982/679/Α0010/14-4-2004 υπουργική απόφαση, με την οποία είχε διαταχθεί η διαγραφή του επιδίκου από το βιβλίο δημόσιων κτημάτων. Κατόπιν αυτών, επί των εμφαινομένων ως τμήματα 1, 2 και 4 στο από Φεβρουάριου 2005 - Δεκεμβρίου 2005 - Φεβρουάριου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Θ.
Γ., το οποίο περιλαμβάνεται στους ορθοφωτοχάρτες των ετών 1952 και 2007- 2009, που κατάρτισε ο αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Π. Δ. και που συνοδεύουν την από 16-12-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυτού (αριθμ. σχεδίων 12, 13, 14 και 16), έχει δικαίωμα κυριότητας το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των από 3 Φεβρουάριου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου και, ιδίως, δυνάμει του άρθρου 5 του πρώτου εξ αυτών, του μοναδικού άρθρου του δεύτερου και του άρθρου 1 του τρίτου, με τα οποία αναγνωρίσθηκε η ανεξαρτησία του Ελληνικού Κράτους και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις περιουσίες των Οθωμανών, σε συνδυασμό με την από 03.07.1832 συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, με την οποία αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη της Ελλάδας ως ανεξάρτητου κράτους.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κατοχή, με βάση το κυριαρχικό του δικαίωμα, επί όλων των κτημάτων των Οθωμανών, τα οποία κατέλαβε και δήμευσε διαρκούντος του πολέμου, καθώς και επί εκείνων τα οποία κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους μέχρι τότε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι αναχώρησαν από τις χώρες αυτές, που ήδη αποτέλεσαν το Ελληνικό Κράτος (ΑΠ 874/1984 Νόμος, Φ.
Δωρή, Τα δημόσια κτήματα, έκδ. 1980, τ. Α', σελ. 434).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος έφεσης των εναγόντων κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Οι ενάγοντες-εκκαλούντες με το δεύτερο λόγο της άνω έφεσης αυτών (και τον αντίστοιχο πρόσθετο λόγο έφεσης) ισχυρίζονται ότι "και αν έτι ήθελε προς στιγμήν υποτεθεί ότι η επίδικη έκταση (ή κάποιο τμήμα της) δεν ανήκε στο δικαιοπάροχο μας και δεν μας ανήκει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, και πάλι η κύρια παρέμβαση, είναι απορριπτέα, διότι η προβαλλόμενη με την κύρια αξίωση του Δημοσίου ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος (ισχυρισμός που προβλήθηκε και στον πρώτο βαθμό από τους τότε ενάγοντες).
Πράγματι οι δικαιοπάροχοι του Π. Κ. και οι δικαιοπάροχοι αυτών είχαν (στην κυριότητά τους και εν πάση περιπτώσει) στην καλόπιστη νομή τους, τους προπεριγραφέντες αγρούς, ο Τ. από το 1903, ο Μ. τουλάχιστον από το 1903, οι κληρονόμοι Π., ως εκ της ηλικίας των ελαιοδένδρων, ένα σχεδόν αιώνα πριν από το 1954, και ο Σ. ασφαλώς πολλές δεκαετίες πριν από το y 1954...
Αντιθέτως το Δημόσιο όχι μόνο δεν είχε αμφισβητήσει ποτέ την κυριότητα του Π. Κ. ή των δικαιοπαρόχων του, αλλά αντιθέτως επισήμως είχε αναγνωρίσει: α) με το Β.Δ. της 18.5.1954 την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του Π. Κ., και β) με το Β.Δ. της 2/3/1973 την κυριότητα του Π. Κ.. Και βεβαίως και οι δικαιοπάροχοι του Π. Κ., και ο Π.
Κ. και εμείς, είχαμε την πλήρως δικαιολογημένη, εύλογη πεποίθηση, ότι είχαμε στην αδιαμφισβήτητη κυριότητα, νομή και κατοχή μας την (ήδη) επίδικη έκταση και ότι το δημόσιο δεν είχε, ούτε φυσικά επρόκειτο ν' ασκήσει, κάποιο δικαίωμα εναντίον μας. Το να έρχεται συνεπώς το Δημόσιο το 2007 (ή το 1996), μετά από όλα τα προεκτεθέντα - (ήτοι :
α) παραχωρητήριο του 1903, β) αναγνώριση με το παραχωρητήριο αυτό ότι ο αγρός ο προς βορράν του παραχωρούμενου αγρού, ανήκε στον Μ., γ) αδιατάρακτη νομή και των τεσσάρων κτημάτων από τους δικαιοπαρόχους του Π. Κ., δ) β.δ. της 18.5.1954, ε) β.δ. της 2/3/1973, κλπ...) - και να προβάλει δικαιώματα κυριότητας και/ή νομής, με τα οποία τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που είχε δημιουργηθεί υπό τις προεκτεθείσες ειδικές συνθήκες (και διατηρήθηκαν επί τόσο μακρό χρόνο), με δυσμενέστατες, αφόρητες για μας οικονομικές συνέπειες, να στερηθούμε το μεγάλης αξίας ακίνητο μας, και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι είχε δικαίωμα κυριότητας και νομής, το δικαίωμά του αυτό είχε αποδυναμωθεί εντελώς, ασκεί πλέον το δικαίωμα αυτό κατά κατάχρηση δικαιώματος...".
Επί των ανωτέρω επισημαίνονται τα εξής : Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/38 "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν", ενώ, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ιδίου Α.Ν. "επί των αδέσποτων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής".
Η ύπαρξη καλλιεργειών επί των επιδίκων δεν ασκεί επιρροή στο ζήτημα της θεμελίωσης κυριότητας των ιδιωτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι με τη συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος των τριάντα ετών έως την 11.09.1915, καθώς ναι μεν αποδεικνύεται ότι υπήρχαν κάποιες καλλιέργειες και κατά συνέπεια γινόταν πράξεις νομής, κατά το έτος 1940, προφανώς, και προγενέστερα, από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι καλλιέργειες αυτές υπήρχαν και κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο 1884 - 1915.
Η επίδικη έκταση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα έχει τον χαρακτήρα δημόσιου κτήματος και ανήκε πάντοτε στην κυριότητα του Δημοσίου, ενώ ήταν αμμώδης, άγονη και χωρίς εντοπισμό καλλιεργειών. Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό προέκυψε, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ότι το επίδικο χρησιμοποιούσαν οι παραθεριστές και οι λουόμενοι στην παραλία της Χρυσής Άμμου, προκειμένου να σταθμεύουν τα οχήματά τους καθώς και να τοποθετούν εκεί τις αλεξήλιες ομπρέλες θαλάσσης.
Στη χρήση τους αυτή δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο ή παρενόχληση από οποιονδήποτε τρίτον, ιδίως με προβολή ή αξίωση οποιουδήποτε δικαιώματος, κατοχής, νομής ή κυριότητας, γνωρίζοντας και έχοντας πεποίθηση οι χρήστες της περιοχής αυτής ότι ο χώρος αυτός ήταν κοινόχρηστος. Ειδικώς, οι ενάγοντες στην ίδια επίδικη περιοχή δεν άσκησαν εμφανείς πράξεις φυσικής εξουσίασης του εν λόγω ακινήτου κατά τον προορισμό του (όπως προβλέπει το άρθρο 974 ΑΚ).
Επιπρόσθετα, ουδέποτε υπήρξε αδράνεια εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου και μάλιστα μακρόχρονη, καθότι όταν για πρώτη φορά το έτος 1996 εμφανώς σε τμήμα του επιδίκου εκδόθηκε άδεια λειτουργίας καντίνας, το Ελληνικό Δημόσιο αντέδρασε άμεσα και ανακλήθηκε η άδεια αυτή. Έκτοτε στις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων των εναγόντων εις βάρος του πρώην Δήμου Ασίνης το Δημόσιο ασκούσε παρέμβαση ως κύριος, νομέας και κάτοχος της επίδικης έκτασης.
Επομένως, και ο λόγος αυτός έφεσης (καθώς και ο σχετικός πρόσθετος λόγος έφεσης) κρίνεται ως ουσιαστικώς αβάσιμος.
Οι ενάγοντες-εκκαλούντες με τον τρίτο λόγο έφεσης (και πρόσθετο λόγο έφεσης) υποστηρίζουν ότι με την εκκαλούμενη απόφαση έπρεπε να κριθεί ότι, α) το προς τη θάλασσα όριο και των τεσσάρων (4) ακινήτων (τους), που συναποτελούν την επίδικη έκταση, ήταν το χειμέριο κύμα / αιγιαλός και κατόπιν η γραμμή αιγιαλού σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1470/1992 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας (ΦΕΚ 940Δ/1992), β) μεταξύ των τεσσάρων ακινήτων τους και της παραλίας δεν παρεμβάλλεται ιδιοκτησία του Δημοσίου, γ) στα συμπεράσματά του ο πραγματογνώμονας Π.
Δ. μειώνει την έκταση των τεσσάρων κτημάτων τους, με την εσφαλμένη παραδοχή ότι τα όρια των ιδιοκτησιών φθάνουν μέχρι εκεί που στις αεροφωτογραφίες εμφανίζονται καλλιέργειες (παραγνωρίζοντας ότι στο υπ' αριθμ. …/1903 παραχωρητήριο δεν υπάρχουν δένδρα και με σύνορο προς ανατολάς την ... και όχι αγρό του Δημοσίου), δ) δεν υπήρχε παλαιός αιγιαλός, που αν το γνώριζε ο ως άνω πραγματογνώμονας θα κατέληγε σε άλλο συμπέρασμα.
Ολόκληρη η επίδικη έκταση ανήκει στην κυριότητα, νομή και κατοχή τους και το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει κανένα δικαίωμα κυριότητας ή νομής σε κανένα απολύτως τμήμα της. Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό προέκυψαν τα εξής, αναφορικά με τον ανωτέρω λόγο έφεσης: Η επίδικη περιοχή καλύπτεται, α) από άμμο θαλάσσιας προέλευσης από την ακτογραμμή μέχρι και 15-20 μ.
απόσταση προς τα ανάντη και από άμμο αιολικής προέλευσης στο υπόλοιπο τμήμα μέχρι και τον επαρχιακό δρόμο Τολού - Ναυπλίου, β) με θαμνώδη βλάστηση και δένδρα μεσαίου και μεγάλου ύψους (αλμυρίκια, ευκαλύπτους και ελαιόδενδρα). Δεν αναφέρεται η έκταση που καλύπτει η αμμοθίνα ούτε το χρόνο δημιουργίας τους, ακόμη η παραλία έχει διαβρωθεί (προέλαση της θάλασσας εις βάρος του χέρσου), ο ρυθμός της διάβρωσής της κυμαίνεται στα 10 τουλάχιστον εκατοστά / έτος για τα τελευταία 50 έτη.
Στην ίδια έκταση παρατηρείται συστηματική καλλιέργεια σε κάποια τμήματά της (συνολικού εμβαδού 11.819 τ.μ. κατά τον πραγματογνώμονα) μόλις το 1952 (δηλαδή 2 έτη πριν να συνταχθούν τα συμβόλαια του δικαιοπαρόχου των εναγόντων) και για λίγο χρόνο, καθόσον ήδη από τις αεροφωτογραφίες του 1961 δεν εμφανίζεται πλέον ίχνος συστηματικής καλλιέργειας.
Ιδίως στο τμήμα 3, όπου σε μικρή έκταση εμφανίζονται μόνο συκιές, με επακόλουθο να μην μπορεί να γίνει λόγος για καλλιέργεια, με την έννοια της άσκησης πράξεων νομής, αφού πρόκειται για δένδρα αυτοφυή και δεν πρόκειται για καλλιεργήσιμα ή εκμεταλλεύσιμα δένδρα. Η επίδικη έκταση (με την εξαίρεση του τμήματος 4) βρίσκεται επί ενός επιμήκη λόφου, που διαχωρίζεται από ρέμα (το οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους) με την κορυφογραμμή του παράλληλη προς το δρόμο.
Οι καλλιέργειες εμφανίζονται στα τμήματα 1,2 και 3 μόνο στην ανάντη πλευρά του επιμήκη λόφου από την πλευρά του δρόμου και όχι προς τη κατάντη που είναι η θάλασσα. Από τις ιδιοκτησίες των τμημάτων 2, 3, 4 μετά τη διάνοιξη του μονοπατιού (οδός ...), που επισυνέβη κατά τη χρονική περίοδο 1952 με 1961 αφαιρέθηκαν εδαφικές εκτάσεις, με αποτέλεσμα να διαμορφωθούν τα τελικά εμβαδά των ιδιοκτησιών σε 1.910 τ.μ., 2.200 τ.μ.
και 4.713 τ.μ., αντίστοιχα. Η έκταση του τμήματος 1 παραμένει αμετάβλητη και ίση με 2.335 τ.μ., όπως προσδιορίστηκε από τον πραγματογνώμονα το 1952. Οι εκκαλούντες, από την έναρξη της αντιδικίας τους με το Δημόσιο, με τα τοπογραφικά διαγράμματα που προσκομίζουν, αυξομειώνουν την επίδικη έκταση (16.176,02 τ.μ., 17.790 τ.μ., 19.991 τ.μ., 20.375,61 τ.μ., 20.475,61 τ.μ.).
Το Ν.Δ. 827 της 28/29 Σεπτεμβρίου 1948 (Α 258), περί συμπλήρωσης του Ν.Δ. 180/1946 "περί Τουριστικών Τόπων οργανώσεως και διοικήσεως αυτών", στο άρθρο 12° παρ. 1 ανέφερε: "1. Διά Β. Διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει του Προέδρου της Κυβερνήσεως και του Υπουργού των Οικονομικών, μετά σύμφωνον γνώμην της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ανωτάτου Συμβουλίου Τουρισμού, δύναται να χαρακτηρίζεται ως "Τουριστικόν Δημόσιον Κτήμα" ακίνητον ανήκον εις το Δημόσιον (Κτίσματα, τμήματα αιγιαλών, ή ακαλύπτων χώρων κλπ.) χρήσιμον διά την ανάπτυξιν του Τουρισμού".
Αμφισβητείται, ωστόσο, η νομιμότητα έκδοσης των σχετικών πράξεων ως αντικείμενες στο Σύνταγμα αλλά και στην ειδικότερη νομοθεσία που ισχύει καθώς η εξουσία (Imperium) του Δημοσίου επί των κοινόχρηστων πραγμάτων (αιγιαλό - παραλία) είναι απολύτως εκτός συναλλαγής και επομένως αυστηρά αμεταβίβαστη. Όπως προαναφέρθηκε, στο Φ.Ε.Κ. 114 Α της 07.06.1954 (όπου δημοσιεύτηκε το Β.Δ.
της 18.05.1954) αναγράφεται ότι: "Χαρακτηρίζομεν ως Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα, την ανήκουσα εις το Δημόσιο, εν τη περιφερεία της Κοινότητας …. και κατ' επέκτασιν του ομωνύμου χωρίου, παραλιακήν έκτασιν αρχομένη Ανατολικώς από του ... (ή ...) και καταλήγουσαν προς δυσμάς εις απόστασιν πεντακοσίων εβδομήντα μέτρων (570) και περιλαμβανομένην μεταξύ της θαλάσσης και των ύπερθεν παραλιακών αγρών, ανηκόντων από Ανατολάς προς Δυσμάς κατά σειρά εις τους 1) Ν.
Μ., 2) Ι. Μ., 3) κληρονόμους Κ. Π., 4) Γ. Σ., 5) κληρονόμους Γ. Γ. και 6) Π. Π.". Με το βασιλικό αυτό διάταγμα χαρακτηρίζεται ως τουριστικό, δημόσιο κτήμα, ήτοι το κτήμα που χαρακτηρίστηκε ως τουριστικό ήταν δημόσιο κτήμα. Με δεδομένο ότι ως τουριστικά δημόσια κτήματα χαρακτηρίζονταν όχι μόνο οι αιγιαλοί και οι παραλίες, αλλά και ακάλυπτοι χώροι (κοινόχρηστοι) με σκοπό την ανάπτυξη του τουρισμού και λαμβάνοντας υπόψη ότι το έτος 1952 δυο μόλις έτη πριν την υπογραφή του ως άνω διατάγματος οι καλλιέργειες παρατηρούνται επί των τμημάτων 1, 2 και 3 μόνο στην ανάντη πλευρά του επιμήκη λόφου από την πλευρά του δρόμου και όχι προς την κατάντη που είναι η θάλασσα, και αφού ληφθεί υπόψη και η ύπαρξη των αμμοθινών, δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι ως Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα χαρακτηρίστηκε τόσο ο αιγιαλός όσο και η παραλία καθώς και η υπόλοιπη παραλιακή ζώνη η οποία καλύπτονταν εξ ολοκλήρου από άμμο και αμμοθίνες και επί της οποίας δεν υπήρχε καλλιέργεια.
Τα ανωτέρω ενισχύονται από τα προαναφερθέντα έγγραφα: α) Το υπ' αριθμ. Φ. 544.5/451/93 έγγραφο του Γ.Ε.Ν. του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, β) από την από 3-12-1996 Υπηρεσιακή αναφορά ΣΕΙΔ Κ. Π., Γεωλόγου - Ωκεανογράφου, Τμηματάρχη Χημικής - Γεωλογικής - Βιολογικής Ωκεανογραφίας και γ) από το υπ' αριθμ. Φ. 544 05/04/1997 έγγραφο του Γ.Ε.Ν.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι το προς τη θάλασσα όριο και των τεσσάρων ακινήτων (δηλαδή η επίδικη έκταση) δεν ήταν το χειμέριο κύμα/αιγιαλός και κατόπιν η γραμμή αιγιαλού, αλλά το δημόσιο τουριστικό κτήμα το οποίο εκτείνονταν τουλάχιστον μέχρι το σημείο της φερόμενης κατά το έτος 1952 καλλιέργειας των ως άνω ακινήτων, σε συσχέτιση με τον προορισμό των Δημόσιων Τουριστικών Κτημάτων και τη συμβολή τους στην ανάπτυξη του τουρισμού. Κατόπιν αυτών ο σχετικός λόγος έφεσης και ο πρόσθετος λόγος έφεσης κρίνονται απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Οι ανωτέρω εκκαλούντες με τον τέταρτο λόγο της έφεσή τους υποστηρίζουν ότι κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που ορίζει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, επειδή στα συμπεράσματά του ο πραγματογνώμονας Π. Δ. μειώνει την έκταση των τεσσάρων κτημάτων (που συναποτελούν την επίδικη έκταση) στηριζόμενος στην εσφαλμένη παραδοχή ότι τα όρια των ιδιοκτησιών φθάνουν μέχρι εκεί που στις αεροφωτογραφίες εμφανίζονται καλλιέργειες, ενώ αν γνώριζε τη μη ύπαρξη παλαιού αιγιαλού θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Επιπλέον, προσάπτουν στην εκκαλούμενη, πλημμελή εκτίμηση α) επειδή δεν διέταξε αυτεπαγγέλτως την εμφάνιση των πραγματογνωμόνων στο ακροατήριο προκειμένου να δοθούν οι αναγκαίες διευκρινήσεις, β)επειδή δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ…,./2003 Γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και την αναφερόμενη στη Γνωμοδότηση αυτή από 17.11.2003 έκθεση ελέγχου του μηχανικού της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Χ. Ζ. καθώς και την πραγματογνωμοσύνη του Γεωλόγου Π. Α..
Όσον αφορά στον ανωτέρω λόγο έφεσης προέκυψαν τα εξής: Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία, έλαβε υπόψη και τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του Γεωλόγου Π. Α. και του Π. Δ., αλλά και την υπ' αριθμ. ../2003 Γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων. Πέραν αυτών, η παράλειψη συμμόρφωσης του πραγματογνώμονα προς τις οδηγίες του δικαστηρίου κατά τη σύνταξη της έκθεσής του, δεν επιφέρει ακυρότητα αυτής, ακόμη και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου (αρθρ. 379, 380 ΚΠολΔ, σχετ.
ΑΠ 535/2016 Νόμος). Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι με την υπ' αριθμ. 1022804/1011/Α0010/5-3-2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών έγινε δεκτή η υπ' αριθμόν …/2001 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημόσιων Κτημάτων, που ομόφωνα είχε αποδεχθεί ότι η έκταση που βρίσκεται στη θέση "..." πρώην Κοινότητας …. και ήδη Δήμου … εμβαδού 15.175,48 τ.μ.
καθώς και η ζώνη παραλίας που διεκδικείται σε 5.218.73 τ.μ., ήτοι σύνολο 20.394,21 τ.μ. ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης η έκταση των 15.175,48 τ.μ. καταγράφηκε ως Δημόσιο Κτήμα (με ΑΒΚ ….) και μεταγράφηκε την 25.04.2002 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπλίου (τόμος … και αριθ. …). Κατόπιν, οι ενάγοντες υπέβαλαν αιτήσεις θεραπείας ισχυριζόμενοι ότι έχουν νέα στοιχεία, α) το υπ' αριθμ.
…./….-7-1876 πωλητήριο συμβόλαιο και β) το υπ' αριθμ. …/….- 6-1903 παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών. Οι αιτήσεις αυτές έγιναν δεκτές με την υπ' αριθμ. …/….-12-2003 γνωμοδότηση και την υπ' αριθμ. 1028982/679/Α0010/14-4-2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Δυνάμει της απόφασης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …/….-4-2004 απόφαση της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.
Αργολίδας και το ακίνητο παραδόθηκε στους αιτούντες με το από 7-5-2004 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής.? Στη συνέχεια, όπως προαναφέρθηκε, το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο με τη υπ' αριθμόν …/2005 απόφαση γνωμοδότησε εκ νέου κρίνοντας ότι το ανωτέρω υπ' αριθμόν …./1876 συμβόλαιο δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί του εδάφους, ενώ τα υπόλοιπα συμβόλαια ανατρέχουν σε χρόνο μέχρι το έτος 1954 και αποφάνθηκε ότι τα τμήματα Α, Γ και Δ του επιδίκου ακινήτου είναι δημόσια, θέτοντας επιπλέον υπό νέα γνωμοδότηση το τμήμα Β.
Δυνάμει της υπ' αριθμ. …/…..06.2006 γνωμοδότησης του ΝΣΚ, που έκρινε ότι είναι νόμιμη η επανεξέταση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος ακινήτου, ο Υπουργός Οικονομικών ανακάλεσε την προαναφερθείσα από 14.04.2004 απόφασή του εκδίδοντας την υπ' αριθμ. 1069927/9261/Α0010/25.07.2006 νέα απόφαση, με επακόλουθο να καταγραφούν εκ νέου τα πιο πάνω ακίνητα (Α, Β, Γ τμήματα της επίδικης έκτασης) με την υπ' αριθμόν …./….-8-2006 απόφαση της Γενικής Γραμματείας Περιφέρειας Πελοποννήσου, ως δημόσια (Τόμο …, Αριθμ.
….) και να ανακληθεί η υπ' αριθμόν …./….-4-2004 απόφαση της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Αργολίδας. Επομένως, η έγκυρη ανάκληση της υπ’ αριθμόν 1028982/679/Α0010/14-4-2004 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών επέφερε αναδρομικά την εξαφάνιση των έννομων αποτελεσμάτων της ανακληθείσας πράξης καθώς και κάθε άλλης παρόμοιας πράξης με το ίδιο νομικό έρεισμά, δηλαδή όπως η υπ' αριθμόν …./2003 Γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και το ανωτέρω από 7-5-2004 πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής.
Κατόπιν αυτών απορριπτέος κρίνεται και ο σχετικός λόγος έφεσης; καθώς και ο παρεμφερής πρόσθετος λόγος έφεσης (που διαλαμβάνεται στους από 30-1- 2018 πρόσθετους λόγων έφεσης), χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το επικαλούμενο με αριθμόν πρωτ. …/…-10-1989 έγγραφο της Κ.Ε.Δ., καθώς ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο του χρονικού σημείου καταγραφής της ως άνω δημόσιας έκτασης ως δημόσιο κτήμα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή περί διατάραξης νομής των αναιρεσειόντων είναι ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ αντίθετα η κύρια παρέμβαση του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου για αναγνώριση της νομής του στην επίδικη έκταση είναι ουσιαστικά βάσιμη. Κατόπιν αυτών απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους των αναιρεσειόντων, δέχθηκε τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει εν μέρει αντίθετα, απέρριψε την από 29-1-2007 αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη και δέχθηκε την από 29-7-2008 κύρια παρέμβαση του δεύτερου αναιρεσίβλητου - Ελληνικού Δημοσίου, αναγνωρίζοντας ότι αυτό είναι νομέας της επίδικης έκτασης επιφάνειας 20.375,61 τ.μ.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση των 2.035 τ.μ. από κοινού με την ευρύτερη ,συνολικού εμβαδού 20.375.61 τ.μ. είναι δημόσιο κτήμα, αμμώδης, άγονη, ακαλλιέργητη, χωρίς ίχνη νομής και κατοχής από κανένα ιδιώτη, κατά τους (κρίσιμους) χρόνους της διατάραξης και άσκησης της ένδικης αγωγής των αναιρεσειόντων, χρησιμοποιούνταν, δε, ανέκαθεν από τους παραθεριστές και τους λουόμενους για τη στάθμευση των αυτοκινήτων τους, ένα δε τμήμα της και ως χώρος των αλεξήλιων ομβρελών τους, χωρίς στη χρήση τους αυτή να υπάρξει κανένα εμπόδιο ή παρενόχληση από οποιονδήποτε τρίτο, ιδίως με την προβολή ή αξίωση οποιουδήποτε δικαιώματος κατοχής και νομής γνωρίζοντας και έχοντας την πεποίθηση οι χρήστες της περιοχής ότι ο χώρος αυτός ήταν κοινόχρηστος.
Επίσης δέχθηκε ότι ειδικώς οι ενάγοντες στην ίδια περιοχή δεν άσκησαν εμφανείς πράξεις φυσικής εξουσίασης επ' αυτής .σύμφωνα με τον προορισμό της, ενώ αντίθετα το Δημόσιο ήταν εκείνο που ανέκαθεν διενεργούσε στην επίδικη έκταση τις αναφερόμενες εμφανείς πράξεις νομής. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως.
Επίσης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της μη ύπαρξης δικαιώματος νομής των εναγόντων στην επίδικη έκταση κατά το χρόνο της διατάραξης και άσκησης της αγωγής τους, καθώς και της απόκτησης δικαιώματος νομής από το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο.
Επομένως, οι δεύτερος, κατά το τρίτο μέρος ,κύριος λόγος και οι πέμπτος και έκτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, καθώς και οι πρώτος κύριος και πρώτος, κατά το δεύτερο και τέταρτο μέρος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
Οι με τους ίδιους πιο πάνω λόγους αποδιδόμενες αιτιάσεις, κατά το μέρος που αφορούν παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων, οι οποίες συνδέονται με τις πλεοναστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης έκτασης είναι αλυσιτελείς, αφού αντικείμενο της κρινόμενης υπόθεσης είναι η νομή και όχι η κυριότητα των διαδίκων στην εν λόγω έκταση, ενώ κατά το μέρος που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια και επάρκεια των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα είναι απαράδεκτες.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλουν την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ με το να δεχθεί ότι αυτοί και ο δικαιοπάροχος τους Π. Κ. δεν είχε ασκήσει καμία πράξη νομής στην επίδικη έκταση, ενώ από τις παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι οι ίδιοι είχαν αναθέσει στους μηχανικούς Γ.
Θ. και Π. Η. να συντάξουν τα από Φεβρουαρίου -Δεκεμβρίου 2005 και από Φεβρουαρίου 2006 (ο πρώτος ) και από Σεπτεμβρίου 2002 (ο δεύτερος) τοπογραφικά διαγράμματα, αντίστοιχα, τα οποία και συνέταξαν και επίσης οι ίδιοι (οι αναιρεσείοντες) επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ενώπιον του Εφετείου το από 12-4-1962 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.
Κ. και το από Μαρτίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Η. Π., ενέργειες οι οποίες συνιστούν πράξεις νομής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της προαναφερόμενης πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (άρθ. 561 &1 ΚΠολΔ).
Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενοι της προσβαλλόμενης απόφασης που αναλύθηκε παραπάνω, οι παραδοχές αναφορικά με τα τοπογραφικά διαγράμματα των μηχανικών Θ. Γ. και Η. Π. σχετίζονταν με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί κτήσης κυριότητάς τους( με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο) στην επίδικη έκταση και όχι με την ύπαρξη νομής τους κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής τους.
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος ,το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".
Με το ανωτέρω άρθρο καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται ,συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. .Δεν στοιχειοθετείται ,όμως, παραβίαση της άνω διατάξεως όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της εν λόγω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα. (Ολ ΑΠ 2/2008) Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ της σύμβασης της Ρώμης, διότι με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης παραβιάσθηκε το δικαίωμα των αναιρεσειόντων σε δίκαιη δίκη ,επειδή απορρίφθηκε ο 4ος λόγος της έφεσής τους και ο 4ος πρόσθετος λόγος αυτής, ιδιαίτερα ,επειδή περιέχει καταφανώς εσφαλμένες αιτιολογίες και κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού .0 λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ,γιατί με την επικαλούμενη διάπραξη νομικών σφαλμάτων από το Εφετείο ,δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης, αλλά για τα σφάλματα αυτά χορηγείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, ενώ η εκτίμηση των αποδείξεων δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.(Ολ ΑΠ 2/2008).
4. Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 § 2 του Ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις (και κατά τις ειδικές διαδικασίες κατ' άρθρο 591 § 1 του ΚΠολΔ) με το άρθρο 14 § 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή και ιδρύεται μόνο στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή, όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη (ΑΠ 96/2019.).
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007). Με τον πρώτο, κατά τα αντίστοιχα τρία μέρη τούτου, πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ,ότι "η κατά τη χρονική περίοδο 1830-1850 απόπειρα αγροτικής αποκατάστασης των Κρητών απέτυχε επειδή η πλειοψηφία των αποκατασταθέντων εγκατέλειψε την περιοχή ", ενώ κατά τις διατάξεις που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες όλες οι εθνικές γαίες του Δήμου Μινώας είχαν παραχωρηθεί ήδη σε Κρήτες και ότι το Δημόσιο δεν είχε άλλες ιδιοκτησίες στο Δήμο (ήδη Δήμο Ναυπλιέων).
Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο συγκεκριμένο αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων, ήτοι από :α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που δόθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του ,με αριθμ. 293/2010, β) την από 16-3-2012, έκθεση πραγματογνωμοσύνης του γεωλόγου Π.
Α., γ) την από 16-12-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π. Δ., δ) τις αναφερόμενες αναλυτικά ένορκες βεβαιώσεις "και ε) όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική αξιολόγηση των επίμέρους αποδεικτικών μέσων.? 5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Ειδικότερα, όταν πρόκειται για δημόσιο έγγραφο, δηλαδή ,έγγραφο που έχει συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ. αποτελεί πλήρη απόδειξη έναντι όλων ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το συγκεκριμένο έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του ή την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει το ίδιο, επιτρεπομένης όμως στην τελευταία περίπτωση ανταπόδειξης, για το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει ο συντάκτης του εγγράφου να ήταν καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιος για τη βεβαίωση αυτή (ΑΠ 75/2008).
Συνακόλουθα τούτων ,ο προβλεπόμενος από τον αριθμ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα.
Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 1542/2018).Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αίτησης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, συγκεκριμένα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, ότι με τις προτάσεις τους στο Εφετείο είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει τα εξής δημόσια έγγραφα: 1) Το υπ' αριθμ. 114/1954 ΦΕΚ ,στο οποίο είχε δημοσιευθεί το β.δ.
από 18 Μαΐου 1954 "Περί χαρακτηρισμού κτήματος του Δημοσίου ως Τουριστικού Δημοσίου Κτήματος". 2)Το υπ' αριθμ.187/1954 ΦΕΚ, στο οποίο είχε δημοσιευθεί η υπ' αριθ. 37365/1954 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και Εμπορίου 3)Το ΦΕΚ 98/1973, στο οποίο είχε δημοσιευθεί το από Μαρτίου 1973β.δ "περί εγκρίσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Τολού Αργολίδας και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτού" 4)Το υπ' αριθμ. 732/1990 ΦΕΚ ,στο οποίο έχει δημοσιευθεί η με αριθμό 4213/1990 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας "Διάκριση- Κατάταξη Τολού κοινότητας Τολού και καθορισμός των ορίων αυτού" 5)Το υπ' αριθμ. 910/1992 ΦΕΚ ,στο οποίο έχει δημοσιευθεί η με αριθμό 1470/1992 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας, με την οποία επικυρώθηκε η από 15-7-1992 έκθεση της Επιτροπής Καθορισμού Ορίων Αιγιαλού και Παραλίας στη θέση ΨΙΛΗ ΑΜΜΟΣ Τολού Ν.
Αργολίδας. 6)Το από Μαρτίου 1993 Τοπογραφικό διάγραμμα μηχανικού Η. Π. με την επ' αυτού επισημείωση ότι αποτελεί απόσπασμα του …/1993 εγγράφου της Δ/σης Δασών Αργολίδας .Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι από τα ανωτέρω δημόσια έγγραφα αποδεικνύεται πλήρως (άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ) ότι την επίδικη έκταση αποτελούσαν οι τέσσερις παραλιακοί αγροί, τους οποίους ο ιδιοκτήτης αυτών Π.
Κ. είχε συνενώσει, προκειμένου να ανεγείρει ξενοδοχειακές τουριστικές και λουτρικές εγκαταστάσεις και ότι το Εφετείο κατά σαφή παραβίαση των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, έκρινε ότι το ενιαίο ακίνητο δεν ταυτίζεται με την επίδικη έκταση η οποία κατά τα έτη 1945 έως 1960 ήταν άγονη και ακαλλιέργητη.
Επιπλέον, ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι το 229964/1903 παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου προς τον Α. Τ., δικαιοπάροχο τμήματος του επιδίκου, δεν αποτελεί δημόσιο έγγραφο, διότι δεν θεωρήθηκε από τον Πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί τα ανωτέρω υπ' αριθμ. 1 έως 6 δημόσια έγγραφα είναι ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ορθώς δε το Εφετείο σε αυτά δεν προσέδωσε αυξημένης ισχύος αποδεικτική δύναμη, ούτε και στο ως άνω παραχωρητήριο, (διότι δεν είναι συνταγμένο κατά τους νόμιμους τύπους, εφόσον δεν φέρει τις υπογραφές όλων των κατά το νόμο αρμοδίων προσώπων), αλλά τα συνεκτίμησε με τις λοιπές ισοδύναμες αποδείξεις που προσκομίσθηκαν.
6.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Παραβίαση της πιο πάνω διάταξης συνιστά και η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δικαστικής ομολογίας, η οποία συντελείται με μονομερή, σαφή και συγκεκριμένη παραδοχή απευθυνόμενη στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξης του.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, συνιστά μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή και αφορά την παραδοχή επιβλαβούς για τον ομολογούντα πραγματικού γεγονότος (ΑΠ 1124/2017), δεν αποτελούν δε ομολογία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (Α.Π.1042/2013).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει ο αναιρεσείων να επικαλέσθηκε τη δικαστική ομολογία του αντιδίκου του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το δε δικαστήριο να δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που προκύπτει από τη δικαστική ομολογία, ενώ πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε η ομολογία, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης, ως ασκών επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π.462/2008).
Τέλος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ίδιου Κώδικα, ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά επιζήμια για εκείνον που ομολογεί. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δεν έλαβε υπόψη και, σε κάθε περίπτωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχουν ληφθεί υπόψη αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι εναγόμενοι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα και αβασιμότητα, αντίστοιχα, της ένδικης αγωγής και της κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου και, ειδικότερα:
Α) Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα κατωτέρω έγγραφα :1)Το από Νοεμβρίου 1988 τοπογραφικό και υψομετρικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Γ. και το υπ' αριθμ. 910/1992 ΦΕΚ στο οποίο έχει δημοσιευθεί η με αριθμό …/1992 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας με την οποία επικυρώθηκε η από 15-7-1992 έκθεση της Επιτροπής Καθορισμού Ορίων Αιγιαλού και Παραλίας στη θέση ΨΙΛΗ ΑΜΜΟΣ Τολού Ν.
Αργολίδας. 2)Το υπ' αριθμ. …/1902 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Γεωργίου Περράκη.3)Το από Μαρτίου 1993 Τοπογραφικό διάγραμμα μηχανικού Η. Π. 4.) Το με αριθμ. πρωτ…../….-4-1993 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ν.Αργολίδας προς τον Π. Γ..5.)Το υπ' αριθμ. …/1970 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ιατρού -Νίκα, 6) Το με αριθμ.
πρωτ…./…-1989 έγγραφο της κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου, κλιμάκιο Ναυπλίου και 7) η δικαστική ομολογία του Ελληνικού Δημοσίου, που εμπεριέχεται στη σελίδα 6 της έφεσής του κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 173/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, όπου ομολογείται ότι η επίδικη έκταση κατεγράφη ως δημόσιο κτήμα με ΑΒΚ … μετά την υπ' αριθμ. 1022804/1011/Α00/53-2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Β.) Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του το Εφετείο όλα τα κατωτέρω έγγραφα :1)Το από 17 Απριλίου 1962 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Κ. που συνόδευε την σχετική μελέτη που είχε υποβληθεί στον EOT για την τουριστική αξιοποίηση του επιδίκου. 2) Τη από 21-12-1966 σύμβαση με τον οποία ο EOT εκμίσθωσε στο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Π.
Κ. τμήμα του αιγιαλού ,μήκους 400 μέτρων. 3). Το από 20 Μαρτίου 1968 σχέδιο χωροταξικής μελέτης του πολιτικού μηχανικού Α. Κ..4 )Το από Σεπτεμβρίου 2002 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Η. Π.. 5)Το από Μαρτίου 1993 Τοπογραφικό διάγραμμα μηχανικού Η. Π.. 6)Το από 2ος/2005-12ος/2005/2ος /2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Θ.
Γ.. 7)Το από Ιανουαρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του Κ.Π.. 8)Το από Ιανουαρίου 2007 φωτογραμμετρικό διάγραμμα μηχανικού Κ. Π.. 9)Το από Μαΐου 2004 Πρωτόκολλο Παραλαβής με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο παρέδωσε στους αναιρεσείοντες την επίδικη έκταση, το οποίο σε συνδυασμό με το με αριθμ. πρωτ. …/…-11-2007 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Αργολίδας αποδεικνύει ότι στις 29-11-2007 οι αναιρεσείοντες εξακολουθούσαν να κατέχουν και να νέμονται το επίδικο ακίνητο.10.) Την υπ' αριθμ.
…/2009 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Θεοδώρου Μπελέζου, του Γ. Π.. Γ). Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του το Εφετείο όλα τα κατωτέρω έγγραφα : 1)την από 2-11-2003 τεχνική έκθεση του μηχανικού του Δημοσίου Χ. Ζ.. 2) Το με αριθμ. πρωτ.
…. της ….- 10-1989 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου. 3)Το υπ' αριθμ. …/1970 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ιατρού, 4)Την υπ' αριθμ. …/…-3-2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρας Αρβανίτη ,του Δ. Ζ. (η οποία μνημονεύεται μεν στην προσβαλλόμενη απόφαση, όμως υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες αν πράγματι έχει ληφθεί υπόψη). 5) Το …/1902 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Γεωργίου Περράκη, καθώς και την …/2004 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου μάρτυρα του Δήμου Ασύνης. 6) Την από 21/2/2012 2007 τεχνική έκθεση της Σ.
Π., πολιτικού μηχανικού, υπαλλήλου, που είχε διορισθεί τεχνική σύμβουλος του Δημοσίου. 7)Την από Φεβρουαρίου 2007 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Κ. Π.. Δ). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω υπό στοιχεία Γ-3 και 5 έγγραφα. Όμως από τη σχετική βεβαίωση που ενυπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα που προπαρατέθηκαν, καθώς και τις υπ' αριθμ.
…/…-3-2018 και …/2009 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον συμβολαιογράφου (οι οποίες μνημονεύονται ειδικώς στην προσβαλλόμενη). Περαιτέρω η …/2004 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου του Δήμου Ασύνης, που προσκόμισαν, με επίκληση οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους στο εφετείο, που έχει ληφθεί στο πλαίσιο άλλης προηγούμενης δίκης δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλό έγγραφο, (ΑΠ 196/2019) για το οποίο δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Τέλος, όσον αφορά την φερόμενη ως μη ληφθείσα υπόψη από το Εφετείο, επικαλούμενη δικαστική ομολογία του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την 1022804/1011/Α0010/5-3-2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που μεταγράφηκε στις 25-4-2002 στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ναυπλιέων, με βάση την οποία η επίδικη έκταση καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα (με ΑΒΚ …) για πρώτη φορά στις 5-3-2002, το έγγραφο δε αυτό λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση η σχετική αιτίαση είναι αλυσιτελής ,διότι αφορά την κυριότητα και όχι τη νομή του επίδικου ακινήτου, που αποτελεί το αντικείμενο της προκείμενης δίκης. Επομένως πρέπει οι εκ του άρ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,ως άνω αναιρετικοί λόγοι να απορριφθούν στο σύνολο τους.
7.Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν την μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ..
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να επέρχονται δυσμενείς (και όχι απαραίτητα αφόρητες ή δυσβάστακτες) για τα συμφέροντα του υπόχρεου οφειλέτη επιπτώσεις (ΑΠ 1932/2014). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Εξάλλου, κατ' αρθρ.559 αρ.1β ΚΠολΔ, αναίρεση "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς". Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότης πραγματικών περιστατικών, τα οποία απετέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (σχ.
άρθρ.336 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητος αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.ΑΠ 8/2005). Ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, (για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας), για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να τα χρησιμοποιήσει, έστω και αυτεπαγγέλτως για την ανεύρεση της αληθούς έννοιας κανόνα δικαίου ή για υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα εν λόγω διδάγματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και επομένως ο λόγος αναίρεσης με τέτοιο περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
απαράδεκτος (ΑΠ 657/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αναφορικά με την ένσταση που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν με λόγο έφεσης για καταχρηστική άσκηση της κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου, ως προς το αίτημά του για αναγνώριση της νομής του στο επίδικο ακίνητο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες-εκκαλούντες με το δεύτερο λόγο της άνω έφεσης αυτών (και τον αντίστοιχο πρόσθετο λόγο έφεσης) ισχυρίζονται ότι "και αν έτι ήθελε προς στιγμήν υποτεθεί ότι η επίδικη έκταση (ή κάποιο τμήμα της) δεν ανήκε στο δικαιοπάροχο μας και δεν μας ανήκει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, και πάλι η κύρια παρέμβαση, είναι απορριπτέα, διότι η προβαλλόμενη με την κύρια αξίωση του Δημοσίου ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος (ισχυρισμός που προβλήθηκε και στον πρώτο βαθμό από τους τότε ενάγοντες).
Πράγματι οι δικαιοπάροχοι του Π. Κ. και οι δικαιοπάροχοι αυτών είχαν (στην κυριότητά τους και εν πάση περιπτώσει) στην καλόπιστη νομή τους, τους προπεριγραφέντες αγρούς, ο Τ. από το 1903, ο Μ. τουλάχιστον από το 1903, οι κληρονόμοι Π., ως εκ της ηλικίας των ελαιοδένδρων, ένα σχεδόν αιώνα πριν από το 1954, και ο Σ. ασφαλώς πολλές δεκαετίες πριν από το ξ 1954...
Αντιθέτως το Δημόσιο όχι μόνο δεν είχε αμφισβητήσει ποτέ την κυριότητα του Π. Κ. ή των δικαιοπαρόχων του, αλλά αντιθέτως επισήμως είχε αναγνωρίσει: α) με το Β.Δ. της 18.5.1954 την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του Π. Κ., και β) με το Β.Δ. της 2/3/1973 την κυριότητα του Π. Κ.. Και βεβαίως και οι δικαιοπάροχοι του Π. Κ., και ο Π.
Κ. και εμείς, είχαμε την πλήρως δικαιολογημένη, εύλογη πεποίθηση, ότι είχαμε στην αδιαμφισβήτητη κυριότητα, νομή και κατοχή μας την (ήδη) επίδικη έκταση και ότι το δημόσιο δεν είχε, ούτε φυσικά επρόκειτο ν' ασκήσει, κάποιο δικαίωμα εναντίον μας. Το να έρχεται συνεπώς το Δημόσιο το 2007 (ή το 1996), μετά από όλα τα προεκτεθέντα - (ήτοι :
α) παραχωρητήριο του 1903, β) αναγνώριση με το παραχωρητήριο αυτό ότι ο αγρός ο προς βορράν του παραχωρούμενου αγρού, ανήκε στον Μ., γ) αδιατάρακτη νομή και των τεσσάρων κτημάτων από τους δικαιοπαρόχους του Π. Κ., δ) β.δ. της 18.5.1954, ε) β.δ. της 2/3/1973, κλπ...) - και να προβάλει δικαιώματα κυριότητας και/ή νομής, με τα οποία τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που είχε δημιουργηθεί υπό τις προεκτεθείσες ειδικές συνθήκες (και διατηρήθηκαν επί τόσο μακρό χρόνο), με δυσμενέστατες, αφόρητες για μας οικονομικές συνέπειες, να στερηθούμε το μεγάλης αξίας ακίνητο μας, και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι είχε δικαίωμα κυριότητας και νομής, το δικαίωμά του αυτό είχε αποδυναμωθεί εντελώς, ασκεί πλέον το δικαίωμα αυτό κατά κατάχρηση δικαιώματος...".
Επί των ανωτέρω επισημαίνονται τα εξής : Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/38 "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν", ενώ, κατ'άρθρο 2 παρ. 1 του ιδίου Α.Ν. "επί των αδέσποτων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής".
Η ύπαρξη καλλιεργειών επί των επιδίκων δεν ασκεί επιρροή στο ζήτημα της θεμελίωσης κυριότητας των ιδιωτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι με τη συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος των τριάντα ετών έως την 11.09.1915, καθώς ναι μεν αποδεικνύεται ότι υπήρχαν κάποιες καλλιέργειες και κατά συνέπεια γινόταν πράξεις νομής, κατά το ι:τος 1940, προφανώς, και προγενέστερα, από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι καλλιέργειες αυτές υπήρχαν και κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο 1884 - 1915.
Η επίδικη έκταση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα έχε τον χαρακτήρα δημόσιου κτήματος και ανήκε πάντοτε στην κυριότητα του Δημοσίου, ενώ ήταν αμμώδης, άγονη και χωρίς εντοπισμό καλλιεργειών. Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό προέκυψε, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ότι το επίδικο χρησιμοποιούσαν οι παραθεριστές και οι λουόμενοι στην παραλία της …, προκειμένου να σταθμεύουν τα οχήματά τους καθώς και να τοποθετούν εκεί τις αλεξήλιες ομπρέλες θαλάσσης.
Στη χρήση τους αυτή δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο ή παρενόχληση από οποιονδήποτε τρίτον, ιδίως με προβολή ή αξίωση οποιουδήποτε δικαιώματος, κατοχής, νομής ή κυριότητας, γνωρίζοντας και έχοντας πεποίθηση οι χρήστες της περιοχής αυτής ότι ο χώρος αυτός ήταν κοινόχρηστος. Ειδικώς, οι ενάγοντες στην ίδια επίδικη περιοχή δεν άσκησαν εμφανείς πράξεις φυσικής εξουσίασης του ενλόγω ακινήτου κατά τον προορισμό του (όπως προβλέπει το άρθρο 974 ΑΚ).
Επιπρόσθετα, ουδέποτε υπήρξε αδράνεια εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου και μάλιστα μακρόχρονη, καθότι όταν για πρώτη φορά το έτος 1996 εμφανώς σε τμήμα του επιδίκου εκδόθηκε άδεια λειτουργίας καντίνας, το Ελληνικό Δημόσιο αντέδρασε άμεσα και ανακλήθηκε η άδεια αυτή. Έκτοτε στις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων των εναγόντων εις βάρος του πρώην Δήμου Ασίνης το Δημόσιο ασκούσε παρέμβαση ως κύριος, νομέας και κάτοχος της επίδικης έκτασης.
Επομένως, και ο λόγος αυτός έφεσης (καθώς και ο σχετικός πρόσθετος λόγος έφεσης) κρίνεται ως ουσιαστικώς αβάσιμος, Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε νόμιμη, στη συνέχεια, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση των εναγόντων -καθών η κύρια παρέμβαση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου για αναγνώρισή του ως νομέα της επίδικης έκτασης και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει περισσότερα στοιχεία, από εκείνα που απαιτεί ο νόμος,, δεν ασκεί δε ουδεμία επιρροή η πλεοναστική κρίση του ότι κατά την περίοδο 1884-1915 δεν υπήρχαν καλλιέργειες στο επίδικο, ενόψει της παραδοχής ότι οι ενάγοντες δεν άσκησαν στην επίδικη περιοχή εμφανείς πράξεις φυσικής εξουσίασης του εν λόγω ακινήτου κατά τον προορισμό του και επιπρόσθετα ότι ουδέποτε υπήρξε αδράνεια του Ελληνικού Δημοσίου για την άσκηση του δικαιώματός του και, μάλιστα μακρόχρονη, καθότι, όταν για πρώτη φορά το έτος 1966 εμφανώς σε τμήμα του επιδίκου εκδόθηκε άδεια λειτουργίας καντίνας, το Ελληνικό Δημόσιο αντέδρασε άμεσα και ανακλήθηκε η άδεια αυτή, ενώ έκτοτε στις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων εις βάρος του πρώην Δήμου Ασίνης το Δημόσιο ασκούσε παρέμβαση ως κύριος, νομέας και κάτοχος της επίδικης έκτασης.
Επομένως, ο επικουρικός, κύριος και πρόσθετος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επιπλέον, ο επικουρικός πρόσθετος, κατά ένα μέρος, λόγος αναίρεσης από τον αριθμ.1 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας τα επικαλούμενα, υποθετικά, περιστατικά ότι, δηλαδή, αν το έτος 1954 ισχυριζόταν το Δημόσιο ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητα του, σε δίκη που θα επακολουθούσε θα ζούσαν στο Τολό πολλοί ακμαίοι γέροντες θα κατέθεταν ως μάρτυρες, αλλά θα υπήρχαν και φωτογραφίες αιωνόβιων ελαιοδένδρων που θα αποδείκνυαν την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του Δημοσίου και την απόκτηση κυριότητας των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία .
8.0 προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει, δε, την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο συνεκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 130/2012).
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο ισχυρίζονταν ότι με το νόμο ΡΙΔ', Περί Αποικισμού των Κρητών της 15/9/1948 και τα μνημονευόμενα στο νόμο αυτό β,δ.
από 13 και 18 Οκτωβρίου 1831 "περί συνοικισμού των Κρητών εις Μινώαν και Μεθώνην", το ΚΔ'της 21 Μαρτίου 1831 Ψήφισμα του Κυβερνήτου ,το από 22 Απριλίου 1850 Β.Δ. περί αποικισμού των Κρητών Νόμου (ΦΕΚ 12/1850),το ν. ΥΛΑ71871 Περί Διανομής και διαθέσεως Εθνικής γης (ΦΕΚ 25/1871) αποδεικνύεται πλήρως ότι είχαν παραχωρηθεί τα δημόσια κτήματα της περιοχής Τολού στους Κρήτες αγωνιστές, που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα, προς αγροτική τους αποκατάσταση και ότι, ως εκ τούτου, το Δημόσιο αποξενώθηκε από την κυριότητα, νομή και κατοχή όλων των ευρισκόμενων στο Τολό δημοσίων γαιών.
Ότι το εφετείο απέρριψε τον ως άνω λόγο έφεσης, με την αιτιολογία ότι η κατά τη χρονική περίοδο από το 1830 μέχρι το 1850 επιχειρηθείσα αγροτική αποκατάσταση των Κρητών απέτυχε, επειδή η πλειοψηφία των αποκατασταθέντων εγκατέλειψε την περιοχή στηρίχθηκε δε αποκλειστικά η κρίση του αυτή στο υπ' αριθμ. …/…-6-1903 παραχωρητήριο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, διότι το συνεκτίμησε μεν μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία εξήρε, όμως, την αποφασιστική του βαρύτητα και ειδικότερα υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, ήτοι διάβασε στο γραπτό κείμενο παραχωρητηρίου λέξεις που δεν γράφονται σ'αυτό, αναφέροντας ότι "το υπ' αριθμ.
…/…-6-1903 παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών... καταδεικνύει ότι το έτος 1903 το Δημόσιο είχε την κυριότητα του συνόλου των εθνικών γαιών στην περιοχή …. "ενώ αυτό δεν αναγράφεται σε κανένα σημείο του παραχωρητηρίου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι αφενός το εν λόγω έγγραφο συνεκτιμήθηκε από το Εφετείο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό του πόρισμα και αφετέρου, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, με επάλληλη αιτιολογία, ότι το Δημόσιο δεν αποξενώθηκε από το σύνολο των εθνικών γαιών στην περιοχή ….
διότι: "β)Δεν αποδείχθηκε σε ποιους από τους Κρήτες, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην ως άνω περιοχή παραχωρήθηκαν τα επίδικα τμήματα ούτε προσκομίσθηκαν παραχωρητήρια των (φερομένων ως απωτάτων δικαιοπαρόχων τους), καθόσον στα περί ου ο λόγος νομοθετήματα προβλέπονταν ρητά "η έκδοση εγγράφων ιδιοκτησίας παραχωρητηρίων " 9.Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".
Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της. Με τον δεύτερο ,κατά το οικείο μέρος, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ χωρίς καμία περαιτέρω ανάλυση και, συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του.
Επομένως, και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ εδάφ. ε' του ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν ξεχωριστές προτάσεις, (άρθρα 176,183, 191 § 2 ΚΠολΔ), μειωμένα σύμφωνα με το άρθ.281§2 ν.3463/2006,σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 22 ν. 3693/1957, 276 παρ. 1 ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων & Κοινοτήτων" και 285 ν. 3852/2010 για τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο, και 22 του ν.3693/1997 για το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 -11-2019 αίτηση και τους από 12-10-2020 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της αριθμ. 550/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.? Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων,τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο και τριακοσίων (300) ευρώ για το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ