Legislator Case Law & Legislation
703/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, upholding lower court's assessment of employment contract termination.

Case Number 703/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued procedural errors and misinterpretation of documents concerning the termination of the employment contract and the claim for severance pay. The court found no grounds for appeal, stating that the lower court correctly evaluated the evidence and applied substantive law without violating legal rules.

Legislator headnote

AI generated

Art. 561 para. 1, Art. 561 para. 2, Art. 559 no. 1, Art. 559 no. 19, Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not review the factual assessment of the lower court unless substantive legal rules are violated.

Keywords

AI generated
labor dispute employment contract severance pay appeal review factual assessment substantive law procedural documents

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 281 of the Civil Code
Art. 527 of the Code of Civil Procedure
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 703 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 703/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 22 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Σ. Π. του Α., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/3/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1445/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3524/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/10/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(Ι).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.

Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του? ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή, αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών. Στην τελευταία περίπτωση, ήτοι όταν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, εν όψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 426/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, λόγος για αναίρεση της αποφάσεως, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν, επαρκώς, από τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, τα αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περιστατικά για την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή περί της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, έτσι, προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην αφήνονται αμφιβολίες.

Έτσι, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, η απόφαση έχει έλλειψη αιτιολογίας, ενώ, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, η απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία και όταν τα εκτιθέμενα αντιφάσκουν μεταξύ τους, η απόφαση έχει αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλ. ζήτημα, αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει (και) στη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, κατά την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.

ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 114/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, δηλ.

σε σφάλμα, που ανάγεται στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που, πράγματι, περιλαμβάνει. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο ανααιρεσείων θεωρεί ορθό και υποστηρίζει, αφού, τότε, πρόκειται για παράπονο, που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ].

Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κυρίως, στο έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, κατά το περιεχόμενό του και όχι, όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Εξ άλλου, είναι ορισμένος (παραδεκτός), αυτός ο λόγος, εάν στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως προσδιορίζονται (α).- το αληθινό (ακριβές) περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β).- το περιεχόμενο, που προσέδωσε σε αυτό η απόφαση ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ).- ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη (ή την ανταπόδειξη) του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ).- το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε, εξ αιτίας της παραμορφώσεως του περιεχομένου του εγγράφου (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 1054/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Ακόμη, αν ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε ισχυρισμό, που πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου, να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], τότε, για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, πρέπει να αναφέρεται ότι νομίμως προτάθηκε αυτός ο ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 194/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

ΙΙ).- Σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ.1 ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α. 101 / 31.7.1990), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α. 205 / 2.9.1998) και ίσχυσε [άρθρα 121 ν. 1892/1990, 30 ν. 2639/1998], πριν από το μεταγενέστερο ν. 3846/2010(ΦΕΚ Α. 66/11.5.2010), είναι επιτρεπτή, κατά την κατάρτιση ή κατά τη διάρκεια της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, η έγγραφη συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου, που αφορά σε ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία απασχόληση του εργαζομένου, μικρότερης διάρκειας από τη κανονική, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο (μερική απασχόληση), με αμοιβή, όχι κατώτερη εκείνης, που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις για τον απασχολούμενο στο κανονικό ωράριο για την ίδια εργασία και αντίστοιχη προς τις ώρες εργασίας της μερικής απασχολήσεως.

Εάν η έγγραφη συμφωνία δεν γνωστοποιηθεί, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της, στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση. Έτσι, κατά το νόμο, για τη συμφωνία μερικής απασχολήσεως απαιτείται ο έγγραφος τύπος, ως συστατικός και η μη τήρησή του συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της συμβάσεως εργασίας, που αφορά τη μερική απασχόληση.

Τέτοια μερική ακυρότητα είναι απόλυτη, λαμβάνεται υπ' όψη (και) αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ενώ δεν θεραπεύεται και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση, με επίγνωση της ελλείψεως του έγγραφου τύπου [άρθρα 158, 159 παρ.1, 180 ΑΚ]. Αν η έγγραφη συμφωνία για τη μερική απασχόληση δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας, με πλήρη απασχόληση.

Έτσι, δημιουργείται τεκμήριο πλήρους απασχολήσεως υπέρ του εργαζομένου δίχως να παραβλάπτονται τα δικαιώματα του εργοδότη [άρθρο 338 ΚΠολΔ], το οποίο προϋποθέτει έγκυρη (έγγραφη) συμφωνία μερικής απασχολήσεως και αφορά μόνο την περίπτωση μη έγκαιρης γνωστοποιήσεως της συμφωνίας αυτής στην Επιθεώρηση Εργασίας (ΑΠ 202/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Ως προς τα αποτελέσματα της ακυρότητας της ρήτρας μερικής απασχολήσεως, γίνεται η παρακάτω διάκριση: (i).- Αν συμφωνήθηκε να τροποποιηθεί η ήδη υπάρχουσα σύμβαση πλήρους απασχολήσεως ώστε εφεξής ο εργαζόμενος να απασχολείται μερικώς, εφ' όσον η ρήτρα της μερικής απασχολήσεως είναι έγκυρη, ήτοι έγινε εγγράφως, τότε, η αρχική σύμβαση πλήρους απασχολήσεως, μετατρέπεται, εγκύρως, σε μερικής απασχολήσεως? ενώ, αν η τροποποιητική συμφωνία είναι άκυρη εξ αιτίας της μη τηρήσεως του έγγραφου τύπου, δεν παράγονται τα αποτελέσματα, που επιδιώκει [άρθρο 180 ΑΚ], δηλ.

δεν μετατρέπει την πλήρη απασχόληση σε μερική. (ii).- Αν συμφωνήθηκε να μεταβληθεί η πλήρης απασχόληση σε μερική, με ταυτόχρονη λύση της συμβάσεως πλήρους απασχολήσεως ή, αν η μερική απασχόληση συμφωνήθηκε, χωρίς να προϋπάρχει σύμβαση πλήρους απασχολήσεως, τότε, αν η συμφωνία είναι άκυρη, επειδή δεν είναι έγγραφη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι από αυτή γεννάται, αυτομάτως, έγκυρη σύμβαση πλήρους απασχολήσεως, αφού τέτοια δεν υπήρξε, αλλά, λόγω της ακυρότητας της συμβάσεως μερικής απασχολήσεως, θεωρείται ότι υπάρχει απλή σχέση εργασίας.

Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος, που παρέσχε μερική εργασία, με άκυρη σύμβαση, δικαιούται να αξιώσει, κατά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό [άρθρο 904 ΑΚ], την ωφέλεια, που ο εργοδότης αποκόμισε από την αποφυγή πληρωμής της αμοιβής σε άλλο εργαζόμενο, ο οποίος θα προσέφερε την ίδια εργασία, με έγκυρη σύμβαση μερικής απασχολήσεως (ΑΠ 426/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Ήδη, το άρθρο 2 παρ.9 εδ. (α) του ως άνω ν. 3846/2010, που ισχύει από 11.5.2010, ενώ καταργείται, από την έναρξη της ισχύος του, κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, που αντίκειται, "ρητώς ή σιωπηρώς" [άρθρο 35 ν. 3846/2010], ορίζει ότι "οι αποδοχές των εργαζομένων, με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης, υπολογίζονται, όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζόμενου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης".

Η καταγγελία από τον εργοδότη, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία λύεται η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου [άρθρα 361, 648, 669, 672 ΑΚ], είναι μονομερής, απευθυντέα και, κατά κανόνα, αναιτιώδης δικαιοπραξία, δηλ. δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλλοντα εργοδότη και το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας? επίσης, έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, δηλ.

μόλις περιέλθει η σχετική δήλωση βουλήσεως στον αντισυμβαλλόμενο εργαζόμενο, αδιακρίτως του τρόπου ανακοινώσεώς της σε αυτόν, προφορικώς, εγγράφως ή δι' αγγέλου, λύεται, για το μέλλον, η έννομη σχέση είτε αμέσως (απρόθεσμη καταγγελία) είτε με την πάροδο ορισμένης προθεσμίας. Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας [άρθρα 68, 70 ΚΠολΔ, 167, 168, 169, 174, 180 ΑΚ], απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του πιο πάνω αποτελέσματός της.

Η καταγγελία από τον εργοδότη αυτής της συμβάσεως εργασίας υπαλλήλου του, χωρίς την καταβολή της αποζημιώσεως, που οφείλεται από το νόμο καθώς και χωρίς την τήρηση του έγγραφου τύπου (με ιδιωτικό έγγραφο και εγχείρησή του στον υπάλληλο προς τον οποίο απευθύνεται ώστε να λάβει γνώση του περιεχομένου του), συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας [άρθρα 1, 3, 4 ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α. 57), 1, 2, 5 ν. 3198/1955 (ΦΕΚ Α. 98), 2 παρ.4, 32 ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α. 270 / 24.12.1997), 74, 76 ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α. 115 / 15.7.2010), 17 παρ.5 εδ. (α), 19 ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α. 212 / 7.12.2010), "πρώτο" υποπαράγραφος (ΙΑ . 12) της παραγράφου (ΙΑ) του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α. 222 / 12.11.2012), 34 ν. 4111/2013 (ΦΕΚ Α. 18 / 25.1.2013- διόρθωση σφαλμάτων ΦΕΚ Α. 33 / 7.2.2013)].

Την αποζημίωση οφείλει ο εργοδότης και όταν κατήγγειλε για υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων του υπαλλήλου από τη σύμβαση εργασίας ενώ, δεν την οφείλει, όταν ο υπάλληλος, κακόβουλα, δηλ. 'επίτηδες', δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του από τη σύμβαση εργασίας ή τις εκπληρώνει πλημμελώς, με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει, έτσι, τη νόμιμη αποζημίωση, στην οποία και μόνο αποβλέπει.

Σε τέτοια περίπτωση, η άσκηση του δικαιώματος του υπαλλήλου για την πληρωμή της νόμιμης αποζημιώσεως καταγγελίας είναι καταχρηστική [άρθρο 281 ΑΚ]. Ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη [άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ], εναγομένου στην αγωγή του υπαλλήλου του για την πληρωμή της νόμιμης αποζημιώσεως καταγγελίας (ΑΠ 2241/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Με καταγγελία, κατά τα παραπάνω, λύεται και η απλή σχέση εξηρτημένης εργασίας από άκυρη σύμβαση αορίστου χρόνου και η αποζημίωση για την καταγγελία της οφείλεται αμέσως από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 442/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 5.10.2018 [Γ.Α.Κ. 8765 / Ε.Α.Κ. 733 / 8.10.2018 - Εφετείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Γ. Μ., κατά της αναιρεσίβλητης Σ. Α. Π. Προσβάλλεται δε, η 3524/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 12.7.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί (α).- της από 12.2.2015 εφέσεως της εκκαλούσης - ήδη αναιρεσίβλητης κατά του εφεσίβλητου - ήδη αναιρεσείοντος και (β).- της από 7.4.2015 εφέσεως του εκκαλούντος - ήδη αναιρεσείοντος κατά της εφεσίβλητης - ήδη αναιρεσίβλητης.

Εκκαλούμενη ήταν η 1445/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 30.4.2014, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 5.3.2013 καταψηφιστικής αγωγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της εναγούσης - ήδη αναιρεσίβλητης κατά του εναγομένου - ήδη αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, η αγωγή αφορά απαιτήσεις της εναγούσης (διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, από 1.1.2009 μέχρι 31.1.2013, αναλογία επιδόματος Πάσχα 2013, επίδομα και αποδοχές αδείας 2013, αποζημίωση καταγγελίας), συνολικού ποσού (33.395,10) ευρώ, κυρίως, από προφορική σύμβαση εξηρτημένης εργασίας μερικής απασχολήσεως αορίστου χρόνου, που λειτούργησε στο ως άνω χρονικό διάστημα από 1.1.2009 μέχρι 31.1.2013, οπότε καταγγέλθηκε από τον εναγόμενο - εργοδότη, άλλως, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό συμφωνήθηκε δε, η μερική απασχόληση της εναγούσης, ύστερα από τη μεταβολή και την ταυτόχρονη λύση της προηγούμενης συμβάσεως της εναγούσης πλήρους απασχολήσεως αορίστου χρόνου.

Με την 1445/2014 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία για το συνολικό ποσό των (3.598,36) ευρώ. Με την 3524/2018 απόφαση, που προσβάλλεται, (1).- οι αντίθετες εφέσεις συνεκδικάσθηκαν, (2).- αμφότερες οι εφέσεις έγιναν δεκτές τυπικά και στην ουσία, (3).- εξαφανίσθηκε η 1445/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (4).- στη συνέχεια, η υπόθεση κρατήθηκε και η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία για το συνολικό ποσό των (29.496,35) ευρώ [26.773,92 Ευρώ για αποζημίωση καταγγελίας + 2.722,43 ευρώ για διαφορά μισθού, επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές μη ληφθείσης αδείας].

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/205]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 8.10.2018, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από τη νόμιμη επίδοση, την 4.10.2018, με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης της 3524/2018 αποφάσεως, που προσβάλλεται.

Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των τριών (3) συνολικά λόγων της [άρθρα 122, 139 παρ.3, 123, 144, 147, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].

Οι π ρ ώ τ ο ς, δ ε ύ τ ε ρ ο ς και τ ρ ί τ ο ς λόγοι αναιρέσεως περιέχουν, με την επίκληση των αριθμών 1 εδ. (α), 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με την 3524/2018 απόφασή του, (i).- παραβίασε ευθέως το άρθρο 281 ΑΚ, με την μη εφαρμογή του, μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και ο ισχυρισμός του αυτός του άρθρου 281 ΑΚ είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, (ii).- διέλαβε ανεπαρκή, άλλως αντιφατική αιτιολογία, ως προς τον χαρακτηρισμό των περιστατικών της καταγγελίας της επίμαχης συμβάσεως εργασίας, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, (iii).- παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, ήτοι της από 31.1.2013 "εξώδικης δήλωσης" του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη, που χρησιμοποίησε και, εσφαλμένως, διέγνωσε για την απόδειξη της καταγγελίας της επίμαχης συμβάσεως εργασίας, έτσι, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα, επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατήγγειλε τη σύμβαση.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την 3524/2018 απόφασή του, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, όπως εκτέθηκε στην υπό στοιχείο (Ι) νομική σκέψη, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας των παραδεκτών τριών λόγων αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα παρακάτω ουσιώδη: "Με την από 1.12.2004 έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα προσλήφθηκε από τον εναγόμενο, προκειμένου να εργαστεί στην ατομική επιχείρηση αυτού (φαρμακείο), ως φαρμακοϋπάλληλος, εντός του νομίμου ωραρίου λειτουργίας των φαρμακείων, με τους εξής ειδικότερους όρους, μεταξύ άλλων: (1).- αντί μηνιαίου μισθού, ανερχόμενου στο ποσό των (1079,83) ευρώ μικτά, που θα καταβαλλόταν στο τέλος εκάστου ημερολογιακού μηνός, (2).- τυχόν απασχόληση του μισθωτού, ημερήσια ή εβδομαδιαία, επί χρόνο λιγότερο του νομίμου, δεν δύναται να ερμηνευθεί ως τροποποίηση της εν λόγω συμβάσεως και δύναται ο εργοδότης να απαιτήσει την κατά πλήρες ωράριο απασχόλησή του, (3).- σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους του εργοδότη, η αποζημίωση απόλυσης θα υπολογισθεί, με βάση τον αρχικό χρόνο πρόσληψης της ενάγουσας στην ανώνυμη εταιρία "...", ήτοι την 19.3.1990.

Η ενάγουσα εργάστηκε από την ανωτέρω ημερομηνία στην ως άνω εταιρία, αποχώρησε, οικειοθελώς, την 30.11.2004 και προσλήφθηκε, την 1.12.2004, από τον εναγόμενο για την ατομική αυτού επιχείρηση, κατά τα ανωτέρω. Η ενάγουσα από της προσλήψεώς της από τον εναγόμενο, λόγω του ότι είχε ανήλικο τέκνο, είχε συμφωνήσει, προφορικά, με αυτόν να εργάζεται μόνο τις πρωϊνές ώρες, επί έξι ώρες ημερησίως και να λαμβάνει τα (31/40) του μισθού της, ενώ, αν υπήρχε ανάγκη να εργαστεί απογευματινές ώρες ή σε εφημερία αυτό γινόταν κατόπιν προηγούμενης συνεννόησης.

Στην ως άνω κρίση του, το δικαστήριο άγεται από το ... αποδεικτικό υλικό και ιδία την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και τις ένορκες βεβαιώσεις των Λ. Ζ., Α. Π. - Ζ. και Β. Δ. Το έτος 2012, ο εναγόμενος ζήτησε από την ενάγουσα, όπως και από άλλους εργαζόμενους στην επιχείρησή του, να δεχτεί μείωση των αποδοχών της, κατά ποσοστό (35%).

Η ενάγουσα αρνήθηκε και ο εναγόμενος επέδωσε προς αυτή την από 16.3.2012 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση, με την οποία, επικαλούμενος λειτουργικές ανάγκες, ζήτησε από αυτήν να εργάζεται και τις απογευματινές ώρες λειτουργίας του φαρμακείου, ακολουθώντας πλήρες ωράριο, σύμφωνα με την έγγραφη σύμβαση εργασίας της.

Η ενάγουσα, με την από 19.3.2012 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωσή της, αφού διαμαρτυρήθηκε για την εκπεφρασμένη, με την ανωτέρω εξώδικη δήλωση συμπεριφορά του εναγομένου, δήλωσε προς αυτόν ότι εμμένει στη μεταξύ τους προφορική συμφωνία για εξάωρη πρωϊνή απασχόληση. Με την από 31.1.2013 εξώδικη δήλωσή του προς την ενάγουσα, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι αν και από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2012, της παρείχε το χρονικό διάστημα, προκειμένου να εργάζεται και κατά τις απογευματινές ώρες για την κάλυψη των αναγκών του φαρμακείου, εκείνη δεν συμμορφώθηκε και παρά τη σύμβαση, δεν εργάστηκε έκτοτε κατά τις απογευματινές ώρες και, έτσι, θεωρώντας ότι η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, κάλεσε αυτή να προσέλθει στο λογιστήριο προς εκκαθάριση της μισθοδοσίας της.

Η προφορικώς, ήτοι χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου, συναφθείσα συμφωνία των διαδίκων για μερική απασχόληση, η οποία και εκπληρώθηκε ως τέτοια, σε τροποποίηση της συναφθείσας μεταξύ τους έγγραφης συμφωνίας πλήρους απασχόλησης, είναι ... άκυρη, ως προς τον συγκεκριμένο όρο, που αφορά τη μερική απασχόληση διότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και εντεύθεν δεν παράγονται τα αποτελέσματα, που επιδιώκει, δηλαδή δεν μετατρέπει την πλήρη απασχόληση σε μερική και συνεχίζει να ισχύει η από 1.12.2004 έγγραφη σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης, παρά το ότι εκπληρώθηκε η σύμβαση, ως μερικής απασχόλησης.

Η ενάγουσα, με το να εμμένει στις θέσεις της περί παροχής μειωμένης εργασίας στον εναγόμενο και παρέχοντας αυτή (μερική εργασία), δεν κατήγγειλε εξ αυτού του λόγου την ένδικη σύμβαση εργασίας, αλλά, συνεχίζοντας να παρέχει μερική εργασία, παρά τη σύμβαση εργασίας της και την αντίρρηση του εργοδότη της, εναγομένου, προέβη σε υπαίτια πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεών της και, συγκεκριμένα, σε μη εκπλήρωση της από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεώς της για πλήρη απασχόληση και εξ αυτού του λόγου ο εναγόμενος κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση, την 31.1.2013, όπως προκύπτει από την ως άνω από 31.1.2013 εξώδικη δήλωσή του και τη ρητή περί τούτου κατάθεση, τόσο της εξετασθείσης, πρωτοδίκως, κατά πρόταση του ίδιου του εναγομένου, μάρτυρος Χ.

Π., σύμφωνα με την οποία 'νομίζω η συνεργασία έληξε από τον κ. Μ., όσο και όλων των ανωτέρω ενόρκων βεβαιούντων και ... της οφείλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης ... ούτε προέκυψε ότι η ενάγουσα δεν εκπληρώνει τις συμβατικές της υποχρεώσεις για παροχή πλήρους απασχόλησης, παρέχοντας, αντισυμβατικώς, μερική απασχόληση, με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εναγόμενο να την απολύσει για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, προτείνοντας, το πρώτον, με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης (σελ. 18) της κατ' έφεση δίκης (αφού, πρωτοδίκως, δεν είχε προτείνει, παραδεκτώς, ήτοι με δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μη αρκούσης της προβολής αυτής στις πρωτόδικες προτάσεις του) ...

ως υπεράσπιση κατά της εναντίον του έφεσης, παραδεκτώς (άρθρο 527 περ.1 ΚΠολΔ), επικουρικώς, σχετική ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ για καταχρηστική άσκηση του ως άνω δικαιώματος της ενάγουσας για καταβολή της αποζημιώσεως απολύσεως, η οποία ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο και κατά τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1 εδ. (α), 19 και 20 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα: (i).- Ως προς την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης (εναγούσης) για καταβολή σ' αυτή της αποζημιώσεως καταγγελίας, σωστά δεν εφήρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, η οποία παρείχε, αντισυμβατικώς, μερική απασχόληση, προέβη στην υπαίτια αυτή πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από τη σύμβαση εργασίας για πλήρη απασχόληση, με αποκλειστικό, μοναδικό σκοπό να εξαναγκάσει τον αναιρεσείοντα (εναγόμενο) να την απολύσει για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση. (ii).- Ως προς το ζήτημα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας, διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας προήλθε από τον αναιρεσείοντα - εργοδότη, δεχόμενο ότι η πλημμελής εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας (παροχή μειωμένης εργασίας) οφείλονταν στη θέση αυτής ότι υπήρξε προφορική συμφωνία μεταξύ τους περί μερικής απασχόλησης και δεν είχε την έννοια της καταγγελίας εκ μέρους αυτής της σύμβασης εργασίας.

Οι ουσιαστικές αυτές παραδοχές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της εφαρμογής των άρθρων 1 και 4 ν. 2112/1920. (iii).- Δεν υπέπεσε σε λάθος, που ανάγεται στην ανάγνωση του επίμαχου εγγράφου (από 31.1.2013 "εξώδικης δήλωσης"), αφού διέγνωσε σωστά το έγγραφο, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό και υποστηρίζει.

Επομένως, οι τρείς λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατ' ακολουθία τούτων, εφ' όσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά της 3524/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της.

Ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζεται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5.10.2018 αίτηση για αναίρεση της 3524/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολό της.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ