Supreme Court allows appeal against second-instance judgment for failure to reject inadmissible claim due to registration defect.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's decision to reject a claim for compensation. The appellant argued the claim was inadmissible due to non-registration in the public records, but the lower court failed to examine this procedural defect. The Court ruled that while the claim was not formally proposed as a ground for appeal, the Second Instance Court erred by not rejecting it based on the statutory requirement for registration, thus violating the law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure; Art. 26 para. 11 of Law 2882/2001: The Supreme Court may annul a judgment if the lower court failed to reject a claim as inadmissible due to a registration defect, provided the claim concerns property rights and the statutory conditions for admissibility were not met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 703 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 703/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. θυγ. Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαγιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 975/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 702/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Διονυσοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 11 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων της αποζημίωσης μεταξύ των άλλων περιπτώσεων και αν η κυριότητα του απαλλοτριουμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο δημόσιο, εάν δε το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει τέτοια απόφαση, η κυριότητα του απαλλοτριουμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στη δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή, για τους παραπάνω λόγους, του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενδιαφερομένου, κύριο αντικείμενο είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου ακινήτου, τα οποία κρίνονται στη δίκη αυτή, όχι δε η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα.
Επομένως και στην περίπτωση αυτή ασκείται αξίωση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα για το παραδεκτό της σχετικής αγωγής να απαιτείται η κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/ 1999, προδικασία, προηγούμενη δηλαδή κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή προς το δημόσιο αιτήσεως που θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του αιτούντος, με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη ειδικότερα στοιχεία, χωρίς την τήρηση της οποίας (προδικασίας), η αγωγή κηρύσσεται απαράδεκτη, κατά τη ρητή διάταξη του ανωτέρου άρθρου 8 παρ. 1 εδ.
τελ. του Ν. 1539/1938.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 10391/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθορίσθηκε η οριστική αποζημίωση ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας, μεταξύ των οποίων και ακίνητο, φερόμενο ως ανήκον στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης.
Ακολούθως η τελευταία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 14-3-2004 αίτησή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης, ισχυριζόμενη ότι απέκτησε την κυριότητα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της, παραγώγως αλλά και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 129/2006 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, με την οποία τούτο απέσχε από την έκδοση αποφάσεως, επειδή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, διάδικο στη δίκη εκείνη, πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι το απαλλοτριωθέν ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του.
Κατόπιν τούτων η αναιρεσίβλητη άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 29-12-2010 τακτική αγωγή κατά του αναιρεσείοντος και άλλων, που δεν είναι διάδικοι στην προκειμένη δίκη και ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε τελικά η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.
Ειδικότερα το Εφετείο ως προς το ζήτημα του παραδεκτού της άσκησης της αγωγής δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο, ότι δεν απαιτείται στην προκειμένη περίπτωση να τηρηθεί προηγουμένως η αναφερόμενη στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, προδικασία του άρθρου 8 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, καθ' όσον με την αγωγή εισάγεται κυρίως αίτημα για την αναγνώριση της αναιρεσίβλητης ως δικαιούχου αποζημίωσης, που έχει καθορισθεί και παρεμπιπτόντως αίτημα για την αναγνώριση της κυριότητας αυτής επί του απαλλοτριωθέντος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη λόγω της μη τήρησης της προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 1539/1938, η οποία ήταν στην προκειμένη περίπτωση υποχρεωτική, ενόψει του ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, κύριο αντικείμενο στη δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή, για τους παραπάνω λόγους, του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση δικαιούχων αποζημίωσης, που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, μετά από σχετική αγωγή του ενδιαφερομένου, είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου ακινήτου, που κρίνονται σ' αυτήν τη δίκη και όχι η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα.
Συνεπώς το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και ο αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα λόγω της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση επίσης η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω μη εγγραφής αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων κατ' άρθρο 220 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ' όσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος, παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου, ισχυρισμός ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας με λόγο έφεσης από το ηττηθέν πρωτοδίκως εκκαλούν ήδη αναιρεσείον, ενώ δε συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 173, 186 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 8 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και της ΥΑ (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) 134423/1992.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 702/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ