Legislator Case Law & Legislation
703/2016 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order due to failure to apply correct statutory provisions on rent value. The court found the lower court erred in legal application regarding rent value calculation. The court ruled that the lower court erred in applying the wrong legal provisions regarding rent value calculation. The court held that the lower court erred in applying the wrong legal provisions regarding rent value calculation.

Case Number 703/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Third Athenian Court of Appeal's eviction order, remanding the case for retrial. The appellant argued the lower court erred by relying on incorrect statutory provisions regarding the calculation of rent value for medical facilities. The court found the lower court had improperly applied articles 60 and 61, paragraph d, instead of article 61, paragraph b, which specifically exempts such facilities from the general rule requiring rent value restoration.

Legislator headnote

AI generated

Articles 60 and 61, paragraph d, of Presidential Decree 34/1995; Article 61, paragraph b, of the same Decree: The lower court erred in law by failing to apply the specific exemption for medical facilities and instead relying on general provisions that did not meet the required conditions, thereby rendering the eviction order legally flawed.

Keywords

AI generated
eviction order rent value calculation medical facilities statutory provisions lower court error remand for retrial legal application

Cited Legislation

AI generated
Article 570, paragraphs 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 1 and 31, paragraphs 1, 2, 3, and 4 of Law 1846/1951
Article 7, paragraph 15, item b, of Presidential Decree 2741/1999
Articles 60 and 61, paragraph d, of Presidential Decree 34/1995
Article 61, paragraph b, of Presidential Decree 34/1995
Articles 176, 183, 189, paragraph 1, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 829/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 703 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 703/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" (πρώην "... ΑΕ"), που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μουσά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος στην από 12-10-2016 ως άνω δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε πως ήδη η επωνυμία της αναιρεσείουσας είναι "... ... ΑΕ".

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κοντομηνά, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λύτρα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ανακαλεί την από 15-10-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) η ορθή επωνυμία του αναιρεσιβλήτου είναι "..." και όχι "...", όπως αναγράφεται λανθασμένα στο αναιρετήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-6-2001, 8-10-2001, 9-7-2002 και 31-3-2003 αγωγές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" (αναιρεσείουσας), που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3850/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1899/2009 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-3-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 5-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου λόγων της από 14-3-2012 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1899/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δικ. "Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο" (παρ. 1) και "μέσα στην προθεσμία της παρ. 1 (20 ημέρες πριν από τη δικάσιμο) οφείλουν όλοι οι διάδικοι να καταθέσουν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τα έγγραφα που χρησιμεύουν για να υποστηριχθεί ή να αποκρουσθεί η αναίρεση..." (παρ. 3).

Εξ άλλου, προϋπόθεση του παραδεκτού της αναιρέσεως, αυτεπαγγέλτως εξεταζομένη, όπως προκύπτει και από τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι, μεταξύ άλλων, η εμπρόθεσμη άσκησή της (ΑΠ 1905/2011, ΑΠ 22/2010), η άσκησή της δηλ. μέσα στην οριζόμενη από το νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 564 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δικ., όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως (19.3.2012) αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως (γνήσια προθεσμία), αν δε η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία είναι τρία έτη και αρχίζει από την δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει την δίκη (καταχρηστική προθεσμία).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 558 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ. η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στην δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Επειδή, με το άρθρο 17 του Ν. 3918/2011 - Α’ 31, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 10 και 13 του Ν. 4052/2012, συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" [Ε.Ο.Π.Υ.Υ.], το οποίο αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. [παρ. 1].

Στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με την παρ. 2 του ως άνω άρθρου, μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό, ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών [Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.] με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του Ι.Κ.Α.

με το σύνολο του εξοπλισμού του, οι Κλάδοι Υγείας του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων [Ο.Γ.Α.] και του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών [Ο.Α.Ε.Ε.] και ο Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου [Ο.Π.Α.Δ.], όπως διαμορφώθηκε με τις διατάξεις του ν. 3655/2008, ως προς τις παροχές σε είδος. Κατά την διάταξη του άρθρου 23 του ως άνω νόμου, οι υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

διακρίνονται σε Κεντρική και Περιφερειακές. Τις Περιφερειακές αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης καθώς και οι περιφερειακές υπηρεσίες των λοιπών εντασσόμενων φορέων και κλάδων υγείας που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος. Από τις περιφερειακές δε υπηρεσίες υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

εξαιρούνται οι υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης οι οποίες μεταφέρονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. [παρ. 1 και περ. Βα’ ]. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 29 του νόμου αυτού, "ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος..." [παρ. 1] και "οι συμβάσεις των εντασσομένων φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ." [παρ. 3].

Εξ άλλου, με την διάταξη του άρθρου 32, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε, αντιστοίχως, με τις παρ. 24 και 25 του άρθρου 72 Ν. 3984/2011 - Α’ 150, ορίζονται τα εξής: "1. Οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. εντάσσονται από την 1-6-2011 στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Το 1ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Αθήνας εντάσσεται στο ...

Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής. Το 2ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. Θεσσαλονίκης εντάσσεται στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "...". Το ογκολογικό Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. Αθήνας "..." εντάσσεται στο Αντικαρκινικό - Ογκολογικό Νοσοκομείο Αθηνών "...". Το …. Νοσοκομείο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Αθήνας εντάσσεται στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "...".

Το Νοσοκομείο ... Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. εντάσσεται στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "...". 2. Μετά την ένταξη οι ανωτέρω Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης λειτουργούν ως αντίστοιχα παραρτήματα των ανωτέρω νοσοκομείων στα οποία εντάσσονται [φορείς υποδοχής]..., 3..., 4. Η κυριότητα και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., η οποία είχε διατεθεί από αυτό για την εξυπηρέτηση του σκοπού των Υπηρεσιών Νοσοκομειακής Υποστήριξής του, περιέρχεται αυτοδικαίως χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε τύπου, πράξης ή συμβολαίου και χωρίς αντάλλαγμα στους αναφερόμενους στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος φορείς υποδοχής... 5.

Συμβάσεις που έχουν καταρτιστεί με συμβαλλόμενους το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και τρίτους [εκμισθωτές, προμηθευτές κ.λπ.]... εξακολουθούν να ισχύουν έως τη λήξη τους και παράγουν δικαιώματα και υποχρεώσεις έναντι των φορέων υποδοχής που υπεισέρχονται αυτοδικαίως σε αυτές. 6. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν τις εντασσόμενες Υπηρεσίες συνεχίζονται αυτοδικαίως στο όνομα και για λογαριασμό του νοσοκομείου στο οποίο εντάσσονται...", ενώ με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 33 ορίζεται εκτός των άλλων ότι "9.

Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης". Με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 3918/2011 προβλέφθηκε η σύσταση ως αυτοτελούς Ν.Π.Δ.Δ. του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας [Ε.Ο.Π.Υ.Υ.], στον οποίο εντάχθηκαν το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

με τις μονάδες υγείας του και το Κέντρο Διάγνωσης Ιατρικής της Εργασίας του Ι.Κ.Α., οι κλάδοι υγείας του Ο.Α.Ε.Ε. και του Ο.Γ.Α. ως προς τις παροχές σε είδος, καθώς και ο Ο.Π.Α.Δ. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. υπεισέρχεται ως διάδοχος των εντασσομένων φορέων στις συμβάσεις που έχουν συνάψει και συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες τους.

Από τις περιφερειακές υπηρεσίες υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. οι νοσοκομειακές μονάδες του εξαιρούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εντάσσονται σε συγκεκριμένα νοσοκομεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας [Ε.Σ.Υ.] των οποίων λειτουργούν ως παραρτήματα. Τα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., τα οποία από αποκεντρωμένες μονάδες του Π.Ε.Σ.Υ.Π. [άρθρο 1 παρ. 4 ν. 2889/2001] μετατράπηκαν με το άρθρο 7 του ν. 3329/2005 - Α’ 81 σε αυτοτελή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, υποκείμενα στον έλεγχο και την εποπτεία του Διοικητή της αντίστοιχης Υγειονομικής Περιφέρειας, αποκτούν αυτοδικαίως όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία, που το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

είχε διαθέσει για τις νοσοκομειακές του μονάδες και στις σχέσεις του έναντι των τρίτων ενεργούν ως οιονεί καθολικοί διάδοχοί του, υπό την έννοια ότι όχι μόνο υποχρεούνται να συνεχίσουν την εκτέλεση συμβάσεων που είχε συνάψει το Ίδρυμα και παρέμεναν σε ισχύ κατά τον χρόνο ένταξης της νοσοκομειακής μονάδας σε Νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ., αλλά υπεισέρχονται και στις υποχρεώσεις που τυχόν απορρέουν από λήξασες συμβάσεις του Ιδρύματος και είτε συνεχίζουν αυτοδικαίως ως διάδοχοι του αρχικώς υποχρέου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

την αρξαμένη επ’ ονόματί του πριν την ένταξη δίκη, η οποία εξακολουθεί να είναι εκκρεμής, είτε νομιμοποιούνται παθητικώς ως μόνοι διάδικοι στην δίκη που ανοίγεται μεταγενεστέρως, σημειουμένου ενταύθα ότι ο όρος "εκκρεμείς δίκες", που αναφέρεται στην προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 32 του ν. 3918/2011, έχει όχι την συνηθισμένη δικονομική έννοια της εκκρεμότητας της υποθέσεως στα δικαστήρια της ουσίας (εκκρεμοδικία), αλλά ευρύτερη έννοια που περιλαμβάνει και την εκκρεμότητα της υποθέσεως, μετά από άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, σε κάποιο τμήμα του Αρείου Πάγου.

Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 3918/2011, όπως ίσχυσε αυτή πριν την κατ’ ουσίαν αντικατάστασή της με το άρθρο 11 παρ. 3 της Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου της 19-11-2012 - Α’ 229, όριζε δε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελούσε τον καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων (χωρίς αντίστοιχη μνεία περί του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ.) δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή.

Και αυτό αν ληφθεί υπόψη εκτός από την μετέπειτα ρητή κατάργησή της με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 11 και το ότι τα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. ως φορείς υποδοχείς, μετά την αντικατάσταση της παρ. 4 του άρθρου 32 από το άρθρο 72 του ν 3984/2011, απέκτησαν αυτά, όπως προεκτέθηκε, αντί του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που αρχικώς είχε ορισθεί, την ακίνητη και κινητή περιουσία των εντασσόμενων νοσοκομειακών μονάδων.

Πέραν τούτου το γεγονός ότι ο φορέας υποδοχής είναι οιονεί καθολικός διάδοχος των εντασσομένων μονάδων υγείας του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. προκύπτει και από την διάταξη του άρθρου 34Α του ν. 4038/2012, "Μεσοπρόθεσμο", που προστέθηκε με το άρθρο 34 του ν. 4272/2014, στην οποία γίνεται πλέον αναφορά περί καθολικής διαδοχής του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

από το Ε.Σ.Υ., καθ’ όσον αφορά τα ως άνω Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. και με την οποία ορίζεται ότι: "1... 2. Η παρούσα διάταξη δεν θίγει την καθολική διαδοχή του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από 1.1.2012 σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 29 του ν. 3918/2011 αλλά και την κ.υ.α. Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Β 3010/2011 και την καθολική διαδοχή του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

από το Ε.Σ.Υ. αναφορικά με τα πρώην πέντε (5) Νοσοκομεία του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. ήδη ενταγμένα στο Ε.Σ.Υ. από 1.6.2011, κατ’ άρθρο 32 του ν. 3918/2011, ούτε και τις εκκρεμείς δίκες". Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω αξιώσεις απορρέουσες από συμβάσεις που είχε συνάψει το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. για την κάλυψη αναγκών των νοσοκομειακών μονάδων του, μετά την ένταξή τους σε Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., μπορούν να επιδιωχθούν δικαστικώς μόνο έναντι των Νοσοκομείων υποδοχής, τα οποία στις σχέσεις του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

με τους τρίτους ενεργούν ως οιονεί καθολικοί διάδοχοί του, υπό την προεκτεθείσα έννοια, οι εκκρεμείς δε δίκες, που αφορούν τις εντασσόμενες Υπηρεσίες, συνεχίζονται αυτοδικαίως στο όνομα και για λογαριασμό του νοσοκομείου στο οποίο εντάσσονται. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 14.3.2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 297/2012 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, εκδοθείσα, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ.

του Κ.Πολ.Δικ.), υπ’ αριθμ. 1899/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, όπως προκύπτει από την, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αρχικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Ε.", στην θέση της οποίας υπεισήλθε η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "...

Α.Ε." και ήδη "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (βλ. είχε εγείρει, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις από 13.6.2001, 8.10.2001, 9.7.2002 και 31.3.2003, με αριθμούς εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου .../2001, .../2001, .../2002 και .../2003, αντίστοιχα, αγωγές της κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" (Ι.Κ.Α.), με τις οποίες ιστορούσε, κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους, ότι τυγχάνει η πρώτη επωφελούμενη εταιρία που προήλθε από την διάσπαση της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "...

ΕΤΑΙΡΙΑ", δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../22-12-1995 πράξεως διασπάσεως και συστάσεως ανωνύμων εταιριών, όπως αυτή τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ότι μεταβιβάστηκαν σ’ αυτή (ενάγουσα) τα αναφερόμενα στη αγωγή περιουσιακά στοιχεία της διασπασθείσας εταιρίας και ότι η διασπασθείσα εταιρία με το από 18-12-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε εκμισθώσει στο εναγόμενο, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1988 έως 31-12-1993, με δικαίωμα παρατάσεως για ακόμη έξι χρόνια, το περιγραφόμενο λεπτομερώς κτιριακό συγκρότημα μαζί με οικοπεδική έκταση, συνολικής επιφάνειας 17.022 στρεμμάτων, που βρίσκεται στα ..., για να χρησιμοποιηθεί ως νοσοκομείο.

Επικαλούμενη δε στη συνέχεια ότι μετά τη διάσπαση της αρχικής εκμισθώτριας υποκαταστάθηκε αυτή (ενάγουσα) στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μισθώσεως και ότι το εναγόμενο δε της απέδωσε το μίσθιο στις 31-12-1999, οπότε είχε λήξει τόσο η συμβατική, όσο και η νόμιμη, λόγω παρόδου της δωδεκαετίας, κατ’ άρθρο 5 παρ. 1 του π.δ/τος 34/1995, όπως ίσχυε, διάρκεια της μισθώσεως, αλλά παρακράτησε αυτό παρανόμως και αρνείται να της το αποδώσει, ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό των αγωγικών αιτημάτων από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει για το από 1.1.2000 έως 31.3.2003 χρονικό διάστημα, πέραν του καταβαλλομένου σ’ αυτήν ποσού μηνιαίως ως αποζημίωση χρήσεως και ως περαιτέρω αποζημίωση τα σ’ αυτές (αγωγές) αναφερόμενα ειδικότερα χρηματικά ποσά, μηνιαίως, τα οποία αυτή θα αποκόμιζε με βάσιμη πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εκμίσθωση του μισθίου ακινήτου σε τρίτο μισθωτή, αν της είχε παραδοθεί αυτό κατά τη λήξη της μισθώσεως.

Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάστηκαν, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την προαναφερόμενη ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. του Κ.Πολ.Δικ.), εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών η υπ’ αριθμ. 3850/2003 οριστική απόφαση, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές ως και κατ’ ουσίαν βάσιμες και αναγνωρίστηκε ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 3.091.569 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της από 31.3.2003 αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από αμφότερα τα διάδικα μέρη και ειδικότερα η μεν ενάγουσα άσκησε την από 20.1.2008 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 896/2008 έφεση, το δε εναγόμενο την από 1.11.2006 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 9021/2006 τοιαύτη, καθώς επίσης και προσθέτους λόγους ασκηθέντες με τις προτάσεις.

Επ’ αυτών (εφέσεων και προσθέτων λόγων), που συνεκδικάστηκαν, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ομοίως κατά την προαναφερόμενη ειδική διαδικασία, η προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 1899/2009 οριστική απόφασή του, με την οποία απερρίφθη κατ’ ουσίαν η από 20.1.2008 έφεση της ενάγουσας, έγινε δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η από 1.11.2006 έφεση του εναγομένου και στη συνέχεια, αφού εξαφανίστηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση και απερρίφθησαν οι αγωγές ως αόριστες.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από την ηττηθείσα ενάγουσα η ως άνω αίτηση αναιρέσεως, η οποία ορθώς, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, στρέφεται κατά του ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "..." και ήδη, ύστερα από την ενοποίησή του με το "Γενικό Νοσοκομείο ...", σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 4052/2012 και την υπ’ αριθμ. .../2012 Κοινή Υπουργική Απόφαση, "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ ...", ως καθολικού διαδόχου του αρχικώς εναγομένου ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (Ι.Κ.Α.)", στην θέση του οποίου υπεισήλθε, κατ’ άρθρο 32 παρ. 6 του ν. 3918/ 2011 ως καθολικός διάδοχος αυτού και, συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσίβλητο, με τις έγγραφες από 15.10.2015, 30.12.2015 και 27.9.2015 προτάσεις του, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τις οποίες, όπως από τις επ’ αυτών βεβαιώσεις του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατέθεσε στις 16.10.2015, 30.12.2015 και 29.9.2016, αντίστοιχα, δηλαδή εντός της οριζομένης από την διάταξη του άρθρου 570 του Κ.Πολ.Δικ.

εικοσαήμερης προθεσμίας πριν από την συζήτηση της υποθέσεως, με τις οποίες προβάλλει ένσταση περί απαραδέκτου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω του ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά, καθ’ όσον δεν είναι ούτε καθολικός, ούτε οιονεί καθολικός διάδοχος, αλλά ούτε και ειδικός διάδοχος του αρχικώς εναγομένου ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ -ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) και ότι η αίτηση αναιρέσεως έπρεπε να στρέφεται κατά αυτού (Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ.), το οποίο ήταν αντίδικος της αναιρεσείουσας τόσο στην πρωτόδικη, όσον και στην κατ’ έφεση δίκη, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Με τις ως άνω από 15.10.2015 έγγραφες, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προτάσεις του το αναιρεσίβλητο προβάλλει ακόμη την ένσταση απαραδέκτου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτής, ισχυριζόμενο, κατ’ εκτίμηση, ότι ασκήθηκε μετά την παρέλευση τριών ετών από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Η ένσταση αυτή του αναιρεσιβλήτου είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη 1899/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 8.4.2009 δεν έχει επιδοθεί και κατά συνέπεια η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατ’ αυτής (τριετής) κατά την εν αρχή της παρούσας νομική σκέψη, έληγε στις 9.4.2012 (άρθρα 144 παρ. 1, 145 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).

Από την επί του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως καταχωρημένη έκθεση καταθέσεως δικογράφου με αριθμό 297/19.3.2012 του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι η αναίρεση ασκήθηκε στις 19.3.2012, ήτοι πριν από την πάροδο των τριών ετών από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως και, επομένως, αυτή ασκήθηκε εμπροθέσμως.

Περαιτέρω με τις ως άνω από 30.12.2015 έγγραφες προτάσεις του το αναιρεσίβλητο προβάλλει ακόμη τον ισχυρισμό ότι η διάταξη του άρθρου 32 του ν. 3918/2011 είναι αντισυνταγματική, διότι παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 εδ. α’ του Συντάγματος και του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθ’ όσον συσσώρευσε σ’ αυτό (αναιρεσίβλητο) τεράστια χρέη του πρώην 1ου Νοσοκομείου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

Αθήνας και άνοιξε σωρεία δικών, μεταξύ των οποίων και οι δίκες με την αναιρεσείουσα εταιρία. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον ουδέν έτερο στοιχείο εκτίθεται περαιτέρω για την θεμελίωσή του. Τέλος το αναιρεσίβλητο με τις έγγραφες από 25.10.2016 προτάσεις του, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τις οποίες όμως, όπως από την επ’ αυτών βεβαίωση του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατέθεσε στις 26.10.2016, δηλαδή μετά την συζήτηση της αναιρέσεως, προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της αναιρέσεως, ισχυριζόμενο ότι:

α) ότι η προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 32 του ν. 3918/2011 αναφέρεται στις εκκρεμείς δίκες, τέτοια δε (εκκρεμής δίκη) δεν υπήρχε κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, εφόσον η εκκρεμοδικία είχε περατωθεί με την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως σε χρόνο προγενέστερο της θέσεως σε ισχύ της ως άνω διατάξεως και β) από 1.6.2011 τυγχάνει ειδικός μόνο διάδοχος του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., σε όλες τις διαρκείς έννομες σχέσεις του που αφορούσαν το 1ο Νοσοκομείο Αθηνών, το οποίο εντάχθηκε έκτοτε σ’ αυτό, στις οποίες υπεισήλθε αυτοδίκαια στην θέση του ως αντισυμβαλλόμενος, γεγονός όμως το οποίο, εφόσον συνέβη μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση εξακολουθεί να απευθύνεται κατά του αρχικού διαδίκου Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ..

Η ένσταση αυτή του αναιρεσιβλήτου, υποβαλλομένη με τις αμέσως παραπάνω προτάσεις του, που κατατέθηκαν μετά την συζήτηση της αναιρέσεως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, πέραν βεβαίως του απαραδέκτου αυτής, λόγω της αντιφατικότητας του δευτέρου σκέλους της έναντι των όσων τούτο συναφώς ισχυρίστηκε με τις προαναφερόμενες προγενέστερες προτάσεις του (ότι δηλαδή δεν είναι ειδικός διάδοχος του αρχικώς εναγομένου Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.).

Σε κάθε περίπτωση πάντως ο ως άνω ισχυρισμός ως προς αμφότερα τα σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ιδία ως προς την έννοια του όρου "εκκρεμείς δίκες".

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, δηλαδή, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1547/ 2010).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 601 του Α.Κ., ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά την λήξη της μισθώσεως, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα του εκμισθωτή προς αποζημίωση για την εκ της παρακρατήσεως του μισθίου ακινήτου μετά την λήξη της συμβάσεως μισθώσεως ζημία του, προϋποθέτει παράνομη παρακράτηση του ως άνω ακινήτου από τον μισθωτή.

Εάν ο μισθωτής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την απόδοση του ακινήτου, η απ` αυτόν παρακράτηση τούτου δεν είναι παράνομη και δεν υποχρεούται σε αποζημίωση του εκμισθωτή δια την εκ της παρακρατήσεως του ακινήτου ζημία εκείνου. Τέλος, με την διάταξη του άρθρου 60 παρ. 1 του π.δ/τος 34/1995, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 παρ. 14 του Ν. 2741/1999 και ισχύει για τις δίκες που ανοίχθηκαν μετά την ισχύ του νόμου αυτού, κατ’ άρθρο 7 παρ. 16 του τελευταίου, ορίζεται ότι σε περίπτωση αποδόσεως του μισθίου, λόγω λήξεως της μισθώσεως σύμφωνα με τις παρ. 10 έως 14 του άρθρου 58 και σε κάθε περίπτωση λήξεως της μισθώσεως λόγω συμπληρώσεως δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει στο μισθωτή για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας, ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο, κατά τον χρόνο της λήξεως της μισθώσεως, μίσθωμα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών. 2.

Ο εκμισθωτής υποχρεούται να καταβάλει την αποζημίωση του παρόντος άρθρου πριν από την απόδοση του μισθίου, αλλιώς ο μισθωτής δικαιούται να αρνηθεί την απόδοση. Ενώ, κατά την διάταξη του άρθρου 61 εδ. β’ του ίδιου ως άνω π.δ/τος (34/1995), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 15 του ίδιου ως άνω άρθρου 7 του Ν. 2741/1999, ορίζεται ότι τα ποσά του προηγούμενου άρθρου δεν οφείλονται, μεταξύ άλλων, στις μισθώσεις των περιπτώσεων γ’ του άρθρου 1 του παρόντος (στέγαση κλινικών και κάθε φύσεως νοσηλευτικών ιδρυμάτων), εφόσον δεν ασκούνται στο μίσθιο εμπορικές πράξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: 1) Ότι η μισθωτική σχέση, η οποία συνέδεε τους διαδίκους, υπαγόταν μέχρι την λήξη της και καθ’ όλες τις συνέπειες αυτής στις διατάξεις του π.δ/τος 34/1995 "περί εμπορικών μισθώσεων" και, ως εκ τούτου, εύρισκαν και στην περίπτωση αυτή εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 7 παρ. 8 του ιδίου διατάγματος, σύμφωνα με τις οποίες η διάρκεια των μισθώσεων, που διέπονται από αυτό, συμπεριλαμβανομένων και των υφισταμένων κατά την έναρξη ισχύος του διατάγματος, παρατείνεται αναγκαστικά για μία δωδεκαετία από την έναρξή τους, η οποία, εν προκειμένω, συνέπεσε με την συμβατική διάρκεια. 2) Ότι το μίσθιο εχρησιμοποιείτο από το εναγόμενο ως νοσοκομείο. 3) Ότι, εν προκειμένω, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 60 και 61 περ.

δ’ του ιδίου π.δ/τος, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 παρ. 14 και 15 του ν. 2741/1999 και ισχύουν για τις δίκες που ανοίχθηκαν μετά την ισχύ του νόμου αυτού, κατ’ άρθρο 7 παρ. 16 του τελευταίου και ότι, συνεπώς, σε περίπτωση αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου λόγω συμπληρώσεως δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει στον μισθωτή, για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας, ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο, κατά τον χρόνο λήξεως της μισθώσεως, μίσθωμα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, του εκμισθωτή, υποχρεουμένου να καταβάλει την αποζημίωση αυτή πριν από την απόδοση του μισθίου, αλλιώς ο μισθωτής δικαιούται να αρνηθεί την απόδοση του μισθίου και 4) Ότι, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, για την θεμελίωση της από το άρθρο 601 του Α.Κ.

αγωγής και για το ορισμένο αυτής απαιτείται να εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο ότι ο εκμισθωτής κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση που όφειλε από την αιτία αυτή στον μισθωτή ή ότι, μετά την προσήκουσα προσφορά της και την άρνηση του τελευταίου να την παραλάβει, κατέθεσε αυτήν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ώστε, μετά την απόσβεση της αντίστοιχης προς καταβολή υποχρεώσεώς του και της εντεύθεν υπερημερίας του μισθωτή, να γεννηθούν οι προβλεπόμενες από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 601 του Α.Κ.

αξιώσεις, τόσον δε καθ’ όσον σε κάθε περίπτωση, αν δεν καταβληθεί η αποζημίωση από τον εκμισθωτή, ο μισθωτής δικαιούται να αρνηθεί την απόδοση και γι’ αυτό η παρακράτηση του μισθίου δεν είναι παράνομη. Με βάση δε τις ως άνω παραδοχές και με την περαιτέρω αιτιολογία ότι σε καμία από τις τέσσερις (4) κρινόμενες αγωγές δεν διαλαμβανόταν ότι η ενάγουσα είχε καταβάλει ή σε κάθε περίπτωση προσφέρει προσηκόντως στο εναγόμενο την οφειλόμενη, κατ’ άρθρο 60 του π.δ/τος 34/1995, αποζημίωση για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας, κατά τρόπον ώστε η προσφορά αυτή να επιφέρει απόσβεση της σχετικής απαιτήσεώς του, στοιχείο αναγκαίο για να κριθεί από το Δικαστήριο το παράνομο ή μη της επικαλούμενης παρακρατήσεως του μισθίου από το εναγόμενο μετά την 31.12.1999 και, συνακολούθως, περί του βασίμου ή μη της αξιώσεως της ενάγουσας προς καταβολή αποζημιώσεως χρήσεως, κατ’ άρθρο 601 του Α.Κ., το Εφετείο έκρινε ότι οι ένδικες αγωγές παρίστανται αόριστες και έπρεπε να απορριφθούν ως τέτοιες.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω παραδοχών του το Εφετείο απέρριψε την από 20.1.2008 έφεση της ενάγουσας - εκμισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την από 1.11.2006 έφεση του εναγομένου - μισθωτή και ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι αγωγές της αναιρεσείουσας και στην συνέχεια απέρριψε τις αγωγές ως αόριστες.

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, υπό την έννοια ότι, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δεν εφάρμοσε αυτόν και συγκεκριμένα δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 61 περ. β’ του π.δ/τος 34/1995, κατά την οποία η αποζημίωση για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας δεν οφείλεται στον μισθωτή, όταν το μίσθιο χρησιμοποιείται για την στέγαση κλινικών και κάθε φύσεως νοσηλευτικών ιδρυμάτων, εφόσον δεν ασκούνται στο μίσθιο εμπορικές πράξεις (άρθρο 1 περ.

γ’ π.δ/τος 34/1995), η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι ο μισθωτής της ένδικης μισθωτικής συμβάσεως, δηλαδή το ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" (ΙΚΑ) - στην θέση του οποίου υπεισήλθε, κατ’ άρθρο 32 παρ. 6 του ν. 3918/2011, το ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "..." και ήδη "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ ..." - χρησιμοποιούσε το μίσθιο ως νοσοκομείο, χωρίς να διενεργεί σ’ αυτό εμπορικές πράξεις, καθόσον αυτό (ΙΚΑ), έχον τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αποτελεί, όπως είναι κοινώς γνωστό, τον μεγαλύτερο οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως της χώρας και είχε, ως αποστολή του, την υποχρεωτική ασφάλιση των εργαζομένων, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, σε περίπτωση ασθενείας, μητρότητας, αναπηρίας, ατυχήματος, γήρατος και ανεργίας, καθώς και τα μέλη της οικογενείας αυτών, σε περίπτωση ασθενείας αυτών ή θανάτου του προστάτη - ασφαλισμένου, παρείχε δε στους ανωτέρω (ασφαλισμένους και μέλη των οικογενειών τους) εκτός των άλλων και ιατρική περίθαλψη, που περιλάμβανε ιατρικές φροντίδες, παρακλινικές εξετάσεις πάσης φύσεως, ειδικές θεραπείες, φάρμακα, συνήθη και ειδικά θεραπευτικά μέσα και περίθαλψη σε πάσης φύσεως θεραπευτήρια (άρθρ. 1 και 31 παρ. 1, 2, 3, 4 του Ν. 1846/1951).

Σημειωτέον, ότι στην εισηγητική έκθεση του Ν. 2741/1999 (άρθρο 7 παρ. 15 περ. β’ ), με την οποία αντικαθίσταται το άρθρο 61 του π.δ/τος 34/1995, αναφέρεται ρητώς ότι μεταξύ των περιπτώσεων που εξαιρούνται από τον γενικό κανόνα της υποχρεώσεως καταβολής αποζημιώσεως για την άυλη εμπορική αξία του μισθίου, όταν δεν ασκείται στο μίσθιο εμπορική δραστηριότητα είναι και οι κλινικές του Ι.Κ.Α. (βλ.

ΑΠ 829/2011). Επί πλέον δε, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 περ. δ’ του ως άνω π.δ/τος, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των, εξάρτησε το νόμω βάσιμο και ορισμένο των ένδικων αγωγών από την προηγούμενη εκ μέρους της ενάγουσας καταβολή για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας στον μισθωτή ή σε κάθε περίπτωση από τη νόμιμη και προσήκουσα προσφορά αυτής.

Κατά συνέπειαν, το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δευτέρου λόγου αυτής, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, μη εφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 61 περ.

β’ του π.δ/τος 34/1995, αλλά τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 περ. δ’ του ως άνω π.δ/τος, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των, εξάρτησε το νόμω βάσιμο και ορισμένο των ένδικων αγωγών από την προηγούμενη εκ μέρους της ενάγουσας καταβολή για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας στον μισθωτή ή σε κάθε περίπτωση από τη νόμιμη και προσήκουσα προσφορά αυτής, στοιχείο που δεν διαλαμβανόταν σ’ αυτές, με αποτέλεσμα, παρά το νόμο, να τις απορρίψει ως αόριστες, ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο των αγωγών και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Το αναιρεσίβλητο, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1899/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ