Supreme Court dismissed appeal on evidence review, ruling lower court properly considered all submitted proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the first and second instance judgments regarding a civil dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific documentary evidence, including expert reports, which they had legally submitted. The court rejected this claim, stating that the lower courts had explicitly acknowledged and evaluated all admissible evidence in their final decisions.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553 para. 1 KPolD; Art. 176, 183 KPolD: An appeal regarding evidence is inadmissible if the appellate court's decision clearly demonstrates that all admissible evidence submitted by the parties was considered and evaluated in the factual finding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 703 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 703/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κατσερέλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Ι., 2) Δ. συζ. Χ. Κ., το γένος Γ. Μ. - Δ. και 3) Σ. Κ. του Χ., κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κοντοσέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την από 20-10-2006 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4610/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 536/2010 του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-11-2010 αίτησή του και τους από 24-1-2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 24-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 16-11-2010 αίτησης και των, από 24-1-2014, με ιδιαίτερο δικόγραφο, προσθέτων λόγων, για την αναίρεση των αποφάσεων: 1) υπ' αριθμ. 4610/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 2) υπ' αριθμ. 536/2010 του Εφετείου Πειραιώς.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών και μη δυναμένων να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, προκύπτει ότι, εάν ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αυτή (έφεση) γίνει τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, διότι, εάν μεν η έφεση γίνει δεκτή κατ' ουσία, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται και παύει να ισχύει, εάν δε η έφεση απορριφθεί κατ' ουσία, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου (Ολ.ΑΠ 40/1996).
Επομένως η υπό κρίση αναίρεση, και οι πρόσθετοι λόγοι, κατά το μέρος τους που στρέφονται κατά της υπ' αρ. 4610/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η κατά της οποίας ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση, κρίθηκε τυπικά δεκτή και μετά από ουσιαστική έρευνα, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή των αναιρεσίβλητων, με τη συμπροσβαλλομένη υπ' αρ. 536/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, στην οποία ενσωματώθηκε, κατά τα λοιπά, η, ως άνω, πρωτόδικη απόφαση, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη. 2.
Κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 297 και 298 ΑΚ, ενώ κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ' εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρ. 216 § 1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου.
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Έτσι αν η ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος δεν δικαιούται αποζημίωσης, ενώ σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματός του, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρ. 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της κατά ορισμένο ποσοστό, ως προς το οποίο η κρίση του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αφού είναι κρίση περί τα πράγματα.
Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου.
Εξ άλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Περαιτέρω, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση μπορεί να θεμελιώνεται, μόνο στους ως άνω γενικούς κανόνες, του αστικού δικαίου αλλά και σε συνδυασμό και με άλλες ειδικές διατάξεις νόμων, που καθιερώνουν υποχρέωση των εργοδοτών στη λήψη μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων. Τέτοιες διατάξεις είναι και εκείνες των άρθρων 6, 63 και 64 του ΠΔ 70/1990 "Υγιεινή και Ασφάλεια των εργαζομένων σε Ναυπηγεία".
Με την πρώτη των διατάξεων αυτών, διαγράφονται οι γενικές υποχρεώσεις εργολάβου και υπεργολάβου. Με τη δεύτερη (άρθρο 63), προβλέπεται "Σε περίπτωση που οι κίνδυνοι σε βάρος της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων δεν αποφεύγονται ή δεν περιορίζονται επαρκώς με τεχνικά μέσα συλλογικής προστασίας ή με μέτρα, μεθόδους ή διαδικασίες οργάνωσης της εργασίας πρέπει οι εργαζόμενοι να εφοδιάζονται με μέσα ατομικής προστασίας.
Τα μέσα ατομικής προστασίας χορηγούνται από τον εργοδότη "εργολάβο ή υπεργολάβο" οι οποίοι επιβλέπουν τη χρήση τους, εξασφαλίζουν την καλή λειτουργία τους, την απαραίτητη συντήρηση, επισκευή και αντικατάσταση. Πρέπει επίσης να πληρούν τα εξής: α. Να είναι κατάλληλα για τους κινδύνους που πρέπει να προλαμβάνουν.
β. Να είναι προσαρμοσμένα ή προσαρμόσιμα σε κάθε εργαζόμενο. γ. Να ανταποκρίνονται στις εργονομικές απαιτήσεις και τις συνθήκες του χώρου εργασίας. δ. Να είναι συμβατά και να διατηρούν την αποτελεσματικότητά τους απέναντι σε κάθε κίνδυνο σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα με άλλα μέσα ατομικής προστασίας για την αντιμετώπιση πολλαπλών κινδύνων".
Με το άρθρο δε 64 παρ. 6 "Όταν η προστασία της αναπνευστικής οδού των εργαζομένων δεν μπορεί να εξασφαλιστεί αποτελεσματικά με σύστημα εξαερισμού ή άλλα μέσα και υπάρχει κίνδυνος έκθεσης σε σκόνες, καπνούς, ατμούς ή αέρια όπως εργασίες σε δεξαμενές ή περιορισμένους χώρους με πιθανότητα δηλητηρίασης από αέριο, ...
κλπ, πρέπει οι εργαζόμενοι να εφοδιάζονται με τα κατάλληλα κατά περίπτωση μέσα ατομικής προστασίας της αναπνευστικής οδού. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ.
αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου η αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Πειραιώς, μετά από εκτίμηση των μετ' επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: "Στις 26.6.2004 το υπό ελληνική σημαία φ/γ αμμοληπτικό πλοίο "…", νηολογίου Πειραιώς, πλοιοκτησίας της εταιρείας "ΔΡΑΧΜΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ανελκύσθηκε προς επισκευή στις κείμενες στο Πέραμα εγκαταστάσεις των ναυπηγείων "…", μεταξύ δε των προγραμματισμένων επισκευαστικών εργασιών ήταν και η επιθεώρηση, όπως και η τυχόν απαιτούμενη επισκευή ή αντικατάσταση, όλων των σωστικών και πυροσβεστικών, φορητών και σταθερών, μέσων του.
Στα προς επιθεώρηση σταθερά πυροσβεστικά μέσα του πλοίου συμπεριλαμβανόταν και το αυτόματο σύστημα κατάσβεσης πυρκαγιάς στο μηχανοστάσιό του (πλοίου), με φιάλες διοξειδίου του άνθρακα. Το μονίμως εγκατεστημένο στο εν λόγω πλοίο πυροσβεστικό αυτό σύστημα αποτελείτο από συστοιχία εννέα, συνδεδεμένων με σωληνώσεις, φιαλών διοξειδίου του άνθρακα υπό πίεση, βάρους εκάστης 120 κιλών γεμάτης και 80 κιλών άδειας, η οποία (συστοιχία) ήταν τοποθετημένη στο δωμάτιο του μηχανισμού πηδαλίου (τιμονάκι -steering gear room), ειδικότερα δε εντός ιδιαίτερου, διαχωριζόμενου με δικτυωτό μεταλλικό πλέγμα, χώρου του (CΟ2 ROOM) σε όρθια θέση, σταθεροποιημένη με ξύλινα και μεταλλικά στηρίγματα (κολλάρα).
Η διοχέτευση του αερίου στο μηχανοστάσιο γινόταν μέσω των σωληνώσεων και μεταλλικού αγωγού. Το χωρίς δυνατότητα φυσικού εξαερισμού και στερούμενο τεχνητού εξαερισμού δωμάτιο αυτό ήταν περίκλειστο, το μόνο δε άνοιγμά του ήταν η μεταλλική πόρτα του, που άνοιγε προς τα μέσα. Εξάλλου οι διαστάσεις του ελεύθερου, προσβάσιμου και προσφερόμενου για εργασία τμήματος του ιδιαίτερου χώρου (του δωματίου αυτού) ήταν μόνο 1,5 Χ 1,5 μ., λόγος για τον οποίο, προκειμένου να επιχειρηθούν εργασίες στο εσωτερικό του (ιδιαίτερου χώρου), ακόμα δε να επιτευχθεί και η ίδια η πρόσβαση στις φιάλες, έπρεπε αναγκαίως η πόρτα του δωματίου να παραμένει κλειστή.
Την εκτέλεση του συνόλου των εργασιών αυτών, συμπεριλαμβανομένης και της επιθεώρησης του μόνιμου αυτού, συναποτελούμενου από την εν λόγω συστοιχία φιαλών διοξειδίου του άνθρακα, συστήματος πυρόσβεσης του πλοίου της, η πλοιοκτήτρια εταιρεία ανέθεσε εργολαβικώς, με άτυπη κατά το τέλος Ιουνίου 2004 σύμβαση, στον εναγόμενο, ο οποίος διατηρούσε στη Νίκαια Αττικής ατομική επιχείρηση εμπορίας σωστικών και πυροσβεστικών ειδών πλοίων, αλλά και παροχής σχετικών υπηρεσιών, με το διακριτικό τίτλο "EUROSAFE".
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στο πλαίσιο εκτέλεσης της εργολαβικής αυτής σύμβασης ο εναγόμενος έδωσε εντολή στον εργαζόμενο της επιχείρησής του Γ. Φ., ως και στον συγγενή των εναγόντων Ε. Κ. , τον οποίο είχε προσλάβει με την από 2.6.2004 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ως ανειδίκευτο εργάτη, να μεταβούν στο εν λόγω πλοίο, προκειμένου, το μεν να παραλάβουν τα σωστικά μέσα (κλειστές σωσίβιες λέμβους -βαρελάκια) και τους φορητούς πυροσβεστήρες του, το δε εισερχόμενοι στο δωμάτιο πηδαλιουχίας να προβούν σε θεώρηση αυτού, όσο και των φιαλών διοξειδίου του άνθρακα.
Πράγματι οι εργαζόμενοι αυτοί λίγες ημέρες προ της 5.7.2004, ότε επισυνέβη το κατά τα κατωτέρω επίμαχο εργατικό θανατηφόρο ατύχημα, μετέβησαν στο πλοίο, όπου παρέλαβαν προς μεταφορά στις εγκαταστάσεις της επιχείρησής του (εναγομένου) τα ως άνω (φορητά) μέσα, αφού εισήλθαν δε στο ως άνω δωμάτιο προέβησαν σε απλή επισκόπηση και κατόπτευση του χώρου ως και των φιαλών.
Για το τελευταίο αυτό γεγονός σαφής και κατηγορηματική είναι η περιεχόμενη στην υπ' αριθ. 917/2007 ένορκη βεβαίωση κατάθεση του μάρτυρα S. A. του M. , εργαζόμενου, στην κρίσιμη περίοδο, στην επιχείρηση της ως άνω πλοιοκτήτριας εταιρείας, την μεν ημέρα σε βοηθητικές επί του πλοίου εργασίες, τη δε νύκτα ως νυκτοφύλακας (του πλοίου), για την αξιοπιστία του οποίου το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλει (βλ.
ένορκη βεβαίωσή του "... μερικές ημέρες πριν γίνει το ατύχημα, δεν θυμάμαι καλά την ημέρα, νομίζω ότι ήταν τρεις ημέρες πριν, στο πλοίο ήρθαν δυο άτομα. Ήθελαν να πάρουν τα βαρελάκια και τους πυροσβεστήρες και να ελέγξουν και το σύστημα πυρόσβεσης του πλοίου με διοξείδιο του άνθρακα. Τους ρώτησα από ποιο συνεργείο είναι και μου είπαν ότι είναι από την "EUROSAFE" του Α.
Γ. , ο οποίος θα τα επισκεύαζε και θα τα συντηρούσε... τους επέτρεψα να τα πάρουν και επί πλέον πήγαν και στο χώρο που ήταν η εγκατάσταση με τις φιάλες του διοξειδίου του άνθρακα για να τις ελέγξουν. Ο ένας από τους δυο μάλιστα μου είπε ότι οι φιάλες με το διοξείδιο του άνθρακα έπρεπε να βγούν για έλεγχο και να μην τις βγάλω εγώ, γιατί θα έρθουν οι ίδιοι να τις βγάλουν για λόγους ασφαλείας...").
Ο ισχυρισμός του εναγομένου περί του ότι μέχρις και την 5.7.2004 δεν είχε συνάψει με την πλοιοκτήτρια εταιρεία σύμβαση επιθεώρησης και του ως άνω συστήματος πυρόσβεσης του επισκευαζόμενου πλοίου της, αλλά για την ειδική αυτή εργασία βρισκόταν απλώς σε διαπραγματεύσεις μετ' αυτής, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι την 5.7.2004 ο ίδιος (εναγόμενος) ανέθεσε στον έχοντα σημαντική (15ετή ως 20ετή) προϋπηρεσία στα σωστικά μέσα εργαζόμενό του Μ. Ζ. , τον οποίο είχε προσλάβει επίσης την 2.6.2004, ως και στον ως άνω συγγενή των εναγόντων Ε. Κ. , που ήταν παντελώς άπειρος στις εργασίες σωστικών μέσων, να μεταβούν από κοινού στο ως άνω πλοίο προς επιθεώρηση της συστοιχίας των φιαλών και εξάρμωσή τους, ώστε σε μεταγενέστερο χρόνο να μεταφέρονταν (φιάλες), με τη βοήθεια γερανού, στην επιχείρηση, είτε του ίδιου (εναγόμενου), είτε υπεργολάβου του, προς περαιτέρω οριστική επιθεώρηση της κατάστασής τους.
Σ' εκτέλεση της εργοδοτικής αυτής εντολής και προς εκπλήρωση των ειδικώς ανατεθέντων εργασιακών αυτών καθηκόντων τους, οι τελευταίοι αφίχθησαν στο πλοίο λίγο πριν την 14.30' της ίδιας ημέρας (5.7.2004), φέροντας μαζί τους και το βαλιτσάκι με τα απαραίτητα για την αποσυναρμολόγηση των φιαλών εργαλεία. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου, το μεν ότι η εντολή μετάβασης στο πλοίο αφορούσε (δήθεν) μόνο τον Μ.
Ζ. , ενώ ο δεύτερος (Ε. Κ. ) αυτοβούλως μετέβη σ' αυτό, το δε ότι το αντικείμενο της (προς τον πρώτο) εντολής του αφορούσε (τάχα) αποκλειστικώς και μόνο τον "...οπτικό έλεγχο του συστήματος πυρόσβεσης...", είναι αβάσιμος, αφού, το μεν η συγκεκριμένη εργασία δεν μπορούσε να επιχειρηθεί από ένα μόνο άτομο, το δε είχε ήδη προηγηθεί, όπως και προαναφέρθηκε, απλός έλεγχος της συστοιχίας των φιαλών.
Ενισχυτικό εξάλλου της κρίσης ότι η κοινή προς αμφότερους τους εργαζομένους εντολή αφορούσε και την αποσύνδεση των φιαλών, είναι το γεγονός ότι οι τελευταίοι έφεραν μαζί τους κατά την 5.7.2004 και το ως άνω βαλιτσάκι με τα ειδικά εργαλεία (κλειδιά) αποσυναρμολόγησής τους (βλ. τα σύμφωνα πορίσματα της από 8.10.2004 πραγματογνωμοσύνης του ανακριτικού τμήματος του Ζ' Λιμενικού Τμήματος Περάματος, ως και της από 24.11.2004 έκθεσης έρευνας των τεχνικών επιθεωρητών εργασίας του Υπουργείου Απασχόλησης).
Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι δυο αυτοί εργαζόμενοι στη συνέχεια και περί ώρα 14.30' (της 5.7.2004) εισήλθαν στον ειδικό χώρο εγκατάστασης του συστήματος αυτόματης πυρόσβεσης του μηχανοστασίου, χωρίς τη συνοδεία ή και παρουσία τρίτου προσώπου, αφού δε, λόγω στενότητας του χώρου, έκλεισαν την προς το εσωτερικό του δωματίου ανοιγόμενη πόρτα, αφαίρεσαν το μεταλλικό πλέγμα και ξεκίνησαν την αποσύνδεση των φιαλών από το δίκτυο πυρόσβεσης και από τα μεταλλικά και ξύλινα στηρίγματα που τις συγκρατούσαν.
Μετά την ολοκλήρωση της αποσύνδεσης και ενώ επιχειρούσαν να τοποθετήσουν σ' αυτές (αποσυνδεδεμένες και τοποθετημένες σε όρθια θέση εννέα φιάλες) τα βρισκόμενα σε δυσπρόσιτο σημείο (πίσω από τις φιάλες) καπάκια (πώματα) ασφαλείας των κλείστρων (ακροφυσίων) τους, πέντε από τις φιάλες αυτές έπεσαν πάνω και μπροστά στην πόρτα, μπλοκάροντάς την λόγω του βάρους τους, ταυτοχρόνως δε με την πτώση τους τα (μη ασφαλισμένα) κλείστρα δυο εξ αυτών ενεργοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα σε χρόνο τριάντα περίπου δευτερολέπτων να απελευθερωθεί όλο το περιεχόμενο αέριό τους (διοξείδιο του άνθρακα) και να κατακλυσθεί εξ αυτού όλος ο περίκλειστος χώρος του δωματίου.
Από την άμεση εισπνοή του ασφυκτικού αυτού αερίου οι δύο εργαζόμενοι, εγκλωβισμένοι και αδυνατώντας να ελευθερώσουν την προς τα μέσα ανοιγόμενη και φραγμένη από τις πεσμένες πέντε φιάλες πόρτα, πέθαναν από ασφυξία και οξεία δηλητηρίαση εντός ολίγων λεπτών, τα πεσμένα δε στο δάπεδο πτώματά τους έγιναν αντιληπτά περί ώρα 18.30' (της ίδιας ημέρας), όταν ο ως άνω φύλακας του πλοίου κατευθύνθηκε προς το παραπάνω δωμάτιο, ακούγοντας τον ήχο κλήσεων κινητού τηλεφώνου, που έφερε πάνω του ο Ε.
Κ. . Το εργατικό αυτό ατύχημα, από το οποίο επήλθε ο θάνατος και του τελευταίου αυτού εργαζομένου, προκλήθηκε από υπαιτιότητα του εναγομένου, συνιστάμενη στο ότι κατά παραβίαση από αμέλεια των από τις διατάξεις των άρθρων 662 ΑΚ, 32 ν. 1568/1985, 6, 9 του π.δ. 70/1990, 7, 8 παρ. 1 εδ. β' του π.δ. 17/1996 "μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ" απορρεόντων εργοδοτικών καθηκόντων και υποχρεώσεων πρόνοιας και προστασίας της ασφάλειας και ζωής των εργαζομένων του, ως και εξασφάλισης ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος, προεχόντως παρέλειψε να δώσει τις απαραίτητες οδηγίες και στον θανόντα συγγενή των εναγόντων για την ασφαλή εκτέλεση της ως άνω εργασίας, ενόψει και της εξαιρετικής επικινδυνότητάς της, αλλά και της έλλειψης οποιασδήποτε προηγούμενης στο πρόσωπό του σχετικής γνώσης και πείρας για το αντικείμενό της, ως και να λάβει τα ενδεδειγμένα για την περίσταση προπαρασκευαστικά μέτρα ασφαλείας.
Ειδικότερα ο εναγόμενος εργολάβος του υπόψη έργου, που σημειωτέο είχε και την ιδιότητα του τεχνικού ασφαλείας σ' όλα τα έργα που αναλάμβανε η επιχείρησή του, είχε νομική, και μάλιστα ιδιαίτερη, υποχρέωση πλήρους και λεπτομερούς εκ των προτέρων γνώσης και εικόνας του συγκεκριμένου χώρου του πλοίου, ως και όλων των ιδιαίτερων και εξαιρετικών συνθηκών εργασίας, αλλά και των πιθανών κινδύνων και των μέτρων πρόληψης και αποτροπής, είτε με αυτοπρόσωπη επιθεώρηση και επιτόπιο έλεγχο του ως άνω δωματίου (μηχανισμού πηδαλίου) και της συστοιχίας των φιαλών, είτε κατόπιν συνεννόησης και πληροφόρησής του από τους εκπροσώπους ή τα αρμόδια πρόσωπα της πλοιοκτήτριας εταιρείας, ώστε: 1) να είχε επιστήσει την προσοχή και στον θανόντα εργαζόμενο Ε.
Κ. για την επικινδυνότητα της ανατεθείσας εργασίας, που απέρρεε, πέραν των άλλων, και από το ότι η πόρτα του δωματίου εργασίας άνοιγε από έξω προς τα μέσα, γεγονός που εγκυμονούσε και κίνδυνο παγίδευσής του, 2) να είχε δώσει οδηγίες αποφυγής του κινδύνου εγκλωβισμού ή δηλητηρίασης λόγω διαρροής, από οποιαδήποτε αιτία, του διοξειδίου του άνθρακα, υποδεικνύοντας το πλέον αποτελεσματικό και με βεβαιότητα αποτρεπτικό εν προκειμένω μέτρο, που ήταν η άνευ άλλου τινός και εκ των προτέρων και μέχρις ολοκληρώσεως των εργασιών αφαίρεση της πόρτας από τη θέση της, η οποία (αφαίρεση) μάλιστα ήταν τεχνικώς ευχερέστατη, κατά το περιεχόμενο της προμνημονευθείσας πραγματογνωμοσύνης.
Επιπροσθέτως παρέλειψε από αμέλειά του να εφοδιάσει τον θανόντα εργαζόμενο με αντιασφυκτική μάσκα (άρθρα 6 περ. 13, 63 και 64 π.δ. 70/90), μέσο, που χρησιμοποιούμενο, θα του παρείχε τη δυνατότητα και τον ελάχιστο αναγκαίο χρόνο ώστε, μετά τον κατακλυσμό του δωματίου από το διαρρεύσαν διοξείδιο του άνθρακα, να επιχειρήσει να αντιδράσει και να απεγκλωβιστεί, με την απελευθέρωση της πόρτας από τις φιάλες.
Υπαίτιος επομένως για την πρόκληση του ένδικου εργατικού ατυχήματος είναι ο εναγόμενος εργοδότης, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά (γενικής και ειδικής) αμέλειάς του. Ο (αρνητικός) ισχυρισμός του ότι αποκλειστικώς υπαίτια είναι η παραπάνω κυρία του έργου, πλοιοκτήτρια εταιρεία, δια των οργάνων - νομίμων εκπροσώπων της ως και προστηθέντων της Κ.
Κ., Π. Σ. και Ι. Σ., είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ύπαρξη οποιασδήποτε αμέλειας του Ε. Κ. , με αιτιώδη συμβολή στην πρόκληση του προπεριγραφέντος ατυχήματος και του θανάτου του, δεν αποδείχθηκε, αν ληφθεί υπόψη ότι επρόκειτο για νεοπροσληφθέντα εργαζόμενο, χωρίς καμιά προϋπηρεσία και πείρα στο επίμαχο εργασιακό αντικείμενο, ο οποίος προσήλθε στο χώρο εργασίας εντελώς ανενημέρωτος και ανυποψίαστος για τους ελλοχεύοντες και επαπειλούντες τη ζωή του κινδύνους, αγνοώντας δικαιολογημένα και συγγνωστά ακόμη και αυτά τα τηρητέα βασικά μέτρα ασφαλείας, που επέβαλαν, μεταξύ
άλλων, και την αποσύνδεση χωριστά εκάστης φιάλης και την άμεση τοποθέτηση στο κλείστρο αυτής της τάπας ασφαλείας. Σημειώνεται ότι με την υπ' αριθ. AT 6694/2009 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς ο τελευταίος (εναγόμενος) κηρύχθηκε (ομού μετά των ως άνω τριών προσώπων) ένοχος και ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τόσο του Ε.
Κ. , όσο και του συναδέλφου του Μ. Ζ. και του επιβλήθηκε, κατά συγχώνευση, ποινή φυλάκισης έξι ετών και έξι μηνών". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και την αντέφεση των αναιρεσίβλητων, στη συνέχεια, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του πρώτου για συνυπαιτιότητα του παθόντος, δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή των αναιρεσίβλητων, επιδικάζοντας αποζημίωση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι συγγενείς του θανόντος.
Με τις κρίσεις του αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, 1) ως προς κρίσιμα, πιο πάνω ζητήματα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, εξαιτίας της μη λήψης προς τούτο των αναγκαίων και επιβαλλόμενων από το νόμο μέτρων ασφαλείας, υπό την ιδιότητά του εργολάβου τμήματος του έργου και του αιτιώδους συνδέσμου της παράλειψής του αυτής στο ένδικο εργατικό ατύχημα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο διότι, τα πιο πάνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ως προς την παράλειψη αυτού να λάβει τα προαναφερόμενα μέτρα ασφάλειας, που επιβάλλονταν και για τον ίδιο, από τις εν λόγω νομικές διατάξεις και συνδέονταν αιτιωδώς στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος και συνακόλουθα δικαιολογούσαν την παραδοχή της σε βάρος του αγωγής.
Εξάλλου, με όσα παραπάνω διέλαβε το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή ή μη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της αμέλειας και της αιτιώδους πρόσφορης συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, αφενός θεμελίωσε την αμέλεια του αναιρεσείοντος για τον επισυμβάντα θάνατο του συγγενούς των αναιρεσίβλητων, τον οποίο προηγουμένως είχε προσλάβει στην επιχείρησή του ως ανειδίκευτο εργάτη, αφετέρου δε δικαιολόγησε την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του αποτελέσματος αυτού και των παραλείψεών του.
Το ότι την ίδια υποχρέωση με τον αναιρεσείοντα προς λήψη των αυτών ή και άλλων αναγκαίων μέτρων ασφαλείας είχε, εκτός από αυτόν και η πλοιοκτήτρια εταιρία του σκάφους μετά των νομίμων εκπροσώπων της, οι οποίοι δεν προέβησαν στη λήψη των μέτρων αυτών, που επιβάλλονταν από νόμο, δεν καθιστούσε τους τελευταίους, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω διατάξεις αποκλειστικά υπαίτιους για το ζημιογόνο αποτέλεσμα, και συνακόλουθα δεν διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του θανάτου του Ε.
Κ. Τούτο διότι, και ο ίδιος (αναιρεσείων), με την προεκτεθείσα ιδιότητά του, είχε την ίδια υποχρέωση, η παράλειψη της οποίας συνέβαλε αιτιωδώς στο ίδιο ζημιογόνο αποτέλεσμα. Και 2) ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 300 ΑΚ, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν όλα τα περιστατικά που ήταν αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση περί μη συνδρομής των όρων της εν λόγω διάταξης που δεν εφαρμόστηκε.
Για το ίδιο ζήτημα η απόφαση περιέχει σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αποτέλεσμα να μη στερείται και νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο θανών εργαζόμενος στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος, είχε προσληφθεί, λίγες ημέρες, πριν το ατύχημα ως ανειδίκευτος εργάτης.
Ότι, μετά του άλλου εργαζομένου στην ίδια επιχείρηση Μ. Ζ. , κατ' εντολή του εργοδότη τους (αναιρεσείοντος), μετέβησαν στο συγκεκριμένο σκάφος, προκειμένου να ελέγξουν τις φιάλες διοξειδίου του άνθρακα. Ότι για τους επαπειλούμενους, ενδεχομένως, κινδύνους της συγκεκριμένης εργασίας, καθώς και της αποφυγής αυτών, σε καμιά ενημέρωση προς αυτόν, ως όφειλε, δεν προέβη ο αναιρεσείων, ενώ δεν τον εφοδίασε με αντιασφυκτική μάσκα, όπως είχε υποχρέωση από τις προδιαληφθείσες διατάξεις "περί Υγιεινής και Ασφαλείας" των εργαζομένων στην επισκευή των πλοίων.
Τα περιστατικά αυτά που δέχτηκε η προσβαλλομένη δικαολογούσαν, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, την έλλειψη συνευθύνης του θανόντος και συνακόλουθα την απόρριψη του συναφούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι 1ος, κατά το τρίτο σκέλος του, 2ος λόγοι του κυρίου δικογράφου και ο 1ος, κατά το δεύτερο σκέλος του πρόσθετος λόγος, από τους αρ. 1 και 19 είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους, που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
3. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, σε περίπτωση δε θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θανόντος λόγω ψυχικής οδύνης.
Με τη διάταξη αυτή, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, της ηλικίας του θανόντος και των δικαιούχων, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών κ.λπ. και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής να επιδικάσει ή όχι στην οικογένεια του θύματος χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ψυχική οδύνη, καθορίζει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο κατά την ανέλεγκτη κρίση του.
Με την πιο πάνω διάταξη, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 4ο λόγο του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι, με το να καθορίσει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την επιδικαστέα, στους αναιρεσίβλητους, εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στα αναφερόμενα υπέρογκα ποσά, ανερχόμενα σε 80.000 ευρώ για καθένα των πρώτου και δεύτερης εξ αυτών (γονέων του θανόντος) και σε 70.000 ευρώ για τον τρίτο τούτων (αδελφού του θανόντος), παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν θεμελιώνει την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, και είναι απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ έχει αφεθεί στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου και η περί του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. 4.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα. Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε λόγο, (τυπικό ή ουσιαστικό). Στην κρινόμενη υπόθεση με επί μέρους αιτιάσεις, που περιέχονται στους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη 1) τον ισχυρισμό του περί αποκλειστικής ευθύνης, άλλως συντρέχουσας αμέλειας των πλοιοκτητών του σκάφους, στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος προκειμένου (επικουρικώς) να βεβαιωθεί η υπάρχουσα συνευθύνη των τελευταίων και 2) ότι οι αναιρεσίβλητοι, είχαν αποζημιωθεί από τους πλοιοκτήτες, γεγονός που απέκρυψαν από το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση των αρχών του άρθρου 116 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα τα γεγονότα αυτά, να μη ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο και να οδηγηθεί σε εσφαλμένο συμπέρασμα για το ύψος του χρηματικού ποσού που επιδίκασε για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των τελευταίων.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Ειδικότερα, η υπό στοιχείο 1, κατά το πρώτο σκέλος της αιτίαση διότι, ο ισχυρισμός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση, τον οποίο (ισχυρισμό), όμως, το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τον έλαβε υπόψη, απορρίπτοντας τις περί αντιθέτου αιτιάσεις, ως αβάσιμες.
Κατά το υπόλοιπο μέρος της πρώτης αιτίασης, διότι το δικαστήριο της ουσίας και τον ισχυρισμό του τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε ως μη νόμιμο. Όσον αφορά τον υπό στοιχείο 2, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια, ενώ ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν μόνο όμως από το διάδικο (αναιρεσείοντα), που έχει προβάλλει τον ισχυρισμό.
Η κατά παράβαση δε του καθήκοντος αληθείας, (άρθρο 116 ΚΠοΛΔ), από τη μη έκθεση, εκ μέρους διαδίκου, των πραγματικών περιστατικών, που αναφέρονται στην υπόθεση, δεν ιδρύει τον αναφερόμενο πιο πάνω λόγο, αφού πρόκειται για παράβαση του διαδίκου και όχι του δικαστηρίου. Σημειώνεται, εξάλλου ότι η παραβίαση του, από την πιο πάνω διάταξη, καθήκοντος, δύναται να έχει ως κύρωση, κατ' άρθρο 205 του ίδιου, ως άνω Κώδικα, την επιβολή χρηματικών ποινών, ή, εφ' όσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, και την επιδίκαση αποζημιώσεως, όχι όμως και το απαράδεκτο, αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεων κ.λπ., διότι, άλλως, ο διάδικος στερείται το κατοχυρωμένο από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαίωμα προς παροχή εννόμου προστασίας, το οποίο, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της άνω συνταγματικής διατάξεως, εξασφαλίζεται ακόμη και στον παραβάτη των επιταγών του άρθρου 116 ΚΠολΔ και συνακόλουθα, η παραβίαση της τελευταίας διάταξης, δεν επάγεται ως δικονομική συνέπεια την ακυρότητα οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξεως. 5.
Το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη. Στην προσβαλλόμενη, πάντως, απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.
Με αιτιάσεις που περιέχονται στους πρόσθετους λόγους αναίρεσης αποδίδεται στο δικαστήριο ότι, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αναφέρει στους πιο πάνω λόγους, μεταξύ των οποίων η έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Επιθεωρητών Ασφαλείας και η τεχνική έκθεση του Φ.
που είχε συνταχθεί κατ' εντολή του, τα οποία παραδεκτώς, μετ' επικλήσεως είχε προσκομίσει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και απορριπτέες, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην περί πραγμάτων κρίση του, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτυρικές καταθέσεις τις ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί νομίμως και όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση, καθώς και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι. Τέλος η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2010 αίτηση και τους, από 24-1-2014, με ιδιαίτερο δικόγραφο, πρόσθετους λόγους, για την αναίρεση των αποφάσεων: 1) υπ' αρ. 4610/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 2) 536/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014. Και
Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ