Legislator Case Law & Legislation
703/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on lawyer fees and procedural errors.

Case Number 703/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the General Bank of Greece's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court erred by considering unsubmitted facts and failed to provide a legal basis for awarding the defendant half of the statutory lawyer fees. The court found no merit in these claims, noting the lower court correctly rejected the appellant's counterclaim and that the fee calculation was consistent with the parties' agreement and applicable circulars. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the defendant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 8 and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the appellant has already won on the contested claim and the lower court's reasoning regarding lawyer fees is consistent with the parties' agreement and statutory guidelines.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility lawyer fees legal costs contradictory reasoning procedural error statutory guidelines

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 107 of the Lawyers Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 703 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 703/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ισμήνη Δωρή, η οποία στις από 5-3-2010 προτάσεις της επισημαίνει ότι εκ παραδρομής το επώνυμο του αναιρεσιβλήτου γράφτηκε στο αναιρετήριο "..." αντί του ορθούΨ. .

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Σαξώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 393/2006 μη οριστική και 463/2008 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 11-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται και οι διά λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως ή παραδεκτώς διά των εκκλήτων προτάσεων προτεινόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ενώ δεν αποτελούν πράγματα και, συνεπώς ,δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 § 2 και 578 του ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την γενική διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ. Έννομο συμφέρον μπορεί να υφίσταται και στην περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του για άλλη δίκη, όταν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (διάδικος που νίκησε) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής, κατά τη μη ορθή μόνο αιτιολογία της.

Στην προκείμενη περίπτωση: Α) Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η εναγόμενη Τράπεζα, εκτός των νομικών της συμβούλων που στελεχώνουν το νομικό τμήμα αυτής και αμείβονται με πάγια αντιμισθία, στις διάφορες πόλεις, όπου τα καταστήματά της, απασχολεί δικηγόρους των εκεί δικηγορικών συλλόγων ως συνεργάτες της με την ανάθεση συγκεκριμένων υποθέσεων, οι οποίοι και αμείβονται με βάση τις εκάστοτε καθοριζόμενες με εγκυκλίους του Διευθυντή της αμοιβές.

Στα πλαίσια της τακτικής αυτής, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1977 έως 2002, για τις υποθέσεις του καταστήματός της στην ..., συνεργαζόταν και με τον ενάγοντα δικηγόρο ..., που είχε αποδεχθεί την αμοιβή του, όπως αυτή καθοριζόταν με βάση τις εκάστοτε καθοριζόμενες με εγκυκλίους του Διευθυντή της αμοιβές και υπολειπόταν των κατώτατων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων και συγκεκριμένα, είτε ήταν κατ' αποκοπή είτε περιοριζόταν στο ήμισυ αυτών.

Μεταξύ των υποθέσεων που ανατέθηκαν στον ενάγοντα ήταν και η υπόθεση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε.", οφειλέτριας της εναγομένης για τη διεκπεραίωση της οποίας ο ενάγων προέβη στις ακόλουθες ενέργειες: α) Συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού ύψους 517.414.655 δρχ., επί της οποίας εκδόθηκε η 217/1999 διαταγή πληρωμής , β) συνέταξε επιταγή προς εκτέλεση... , γ) παρέστη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας κατά τη δικάσιμο της 1-10-1999... , δ) παρέστη κατά την τελευταία δικάσιμο της ως άνω ανακοπής..., ε) επέδωσε στους ανακόπτοντες αντίγραφο της υπ' αριθμ. 137/2000 αποφάσεως ... ,στ) παρέστη ενώπιον του Εφετείου Θράκης κατά τη δικάσιμο της 2-1-2001...

Εξαρχής ήταν γνωστό στα διάδικα μέρη ότι η ικανοποίηση της αξιώσεως της εναγομένης κατά της ανωτέρω εταιρείας ήταν επισφαλής λόγω αφερεγγυότητας της τελευταίας και η επιδίωξη αυτής δικαστικώς γινόταν για τη λογιστική τακτοποίηση. Έτσι, ο ενάγων, μετά τη σύνταξη και κατάθεση αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής για το άνω ποσό και τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση του εκτελεστού τίτλου της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε, καθώς και άλλων ενεργειών που δεν αποτελούν αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, απέστειλε στην εναγομένη, σε απάντηση προφορικού αιτήματος του νόμιμου εκπροσώπου αυτής, την από 10-2-2000 επιστολή, στην οποία αναφέρει ότι οι δικαστικές και εξώδικες ενέργειες στις οποίες προέβη σχετικά με την υπόθεση της "...

ΑΒΕΕ" είναι αναλυτικά οι ακόλουθες: Υποβολή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας της από 15-4-1999 ( αρ. εκθ. καταθ. 1380/ΔΠ 217/1999) αίτησης της εναγομένης για την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού κατά της "... ΑΒΕΕ" και των εγγυητών για το ποσό 517.414.655 δραχμών. Σύνταξη εντολής προς επίδοση και κοινοποίηση και στους τέσσερις εις ολόκληρον συνοφειλέτες αντιγράφου από απόγραφο της υπ' αριθ. 217/1999 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας με επιταγή προς πληρωμή, εγγραφή, στις 3-5-1999, στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Παγγαίου δυνάμει της άνω διαταγής πληρωμής προσημειώσεως υποθήκης υπέρ της εναγομένης μέχρι του ποσού των 500.000.000 δρχ.

Σύνταξη και κοινοποίηση στην επισπεύδουσα "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", στον συνοφειλέτη ... και στην υπάλληλο του πλειστηριασμού ..., συμβολαιογράφου Καβάλας, της από 9-6-1999 αναγγελίας της εναγομένης για απαίτηση της 540.000.000 δρχ. στον πλειστηριασμό κινητής περιουσίας του άνω συνοφειλέτη. Σύνταξη και κοινοποίηση στην επισπεύδουσα "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." στην υπάλληλο του πλειστηριασμού ..., συμβολαιογράφου Παγγαίου, της από 30-9-1999 αναγγελίας της εναγομένης για απαίτηση της 540.000.000 δρχ., στον πλειστηριασμό κινητής περιουσίας του άνω συνοφειλέτη.

Παραστάσεις ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καβάλας σχετικά με την κατάληψη του καταστήματος της εναγομένης στην .... από εργαζομένους της "... ΑΒΕΕ". Στις ακροτελεύτιες παραγράφους της εν λόγω επιστολής αναγράφονται τα εξής: "Η επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ανέρχεται στο ποσό των 13.245.000 δραχμών, ενώ τα έξοδα (μόνο τέλος δικαστικού ενσήμου) ανέρχονται σε 3.250.000 δραχμές που καταβλήθηκαν από την τράπεζα, ενώ τα λοιπά έξοδα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, της λήψης απογράφου κλπ καταβλήθηκαν από εμένα.

Επειδή αντιλαμβάνομαι ότι στην παρούσα υπόθεση δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της εγκυκλίου που ομιλεί για καταβολή του μισού της δικαστικής δαπάνης μετά την αφαίρεση των εξόδων, για να διευκολύνω την κατάσταση υποβάλλω την παρούσα και επαφίεμαι ως προς το ύψος της αμοιβής μου στην κρίση σας". Επί της επιστολής αυτής καταχωρήθηκε σχετική επισημείωση "εγκρίνεται για 1.000.000 δρχ." από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης.

Από το περιεχόμενο της άνω επιστολής αποδεικνύεται ότι εγκρίθηκε ως αμοιβή του ενάγοντος το ποσό των 1.000.000 δραχμών για τις δικαστικές και εξωδικαστικές ενέργειες που αναφέρονται σ' αυτήν και ως προς τις οποίες ο ενάγων επαφέθηκε στον καθορισμό της στα όργανα της εναγομένης και όχι για οποιαδήποτε ενέργεια που θα απαιτούνταν στο μέλλον για το πέρας του δικαστικού αγώνα μεταξύ της εναγομένης και της άνω οφειλέτριάς της, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη.

Από κανένα δε στοιχείο δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη από την εναγομένη (σχετική με τον ανωτέρω ισχυρισμό) συμφωνία, το γεγονός δε ότι ήταν γνωστό στον ενάγοντα ότι δεν επρόκειτο να ικανοποιηθεί η απαίτηση της εναγομένης κατά της άνω οφειλέτριάς της λόγω αφερεγγυότητας της τελευταίας δεν είναι ικανό προς διαμόρφωση διάφορης της ανωτέρω κρίσης.

Ο ενάγων από την άλλη πλευρά, γνωρίζοντας το επισφαλές της απαιτήσεως και συνεργαζόμενος επί μακρό χρονικό διάστημα με την εναγομένη υπό το προαναφερόμενο καθεστώς αμοιβής, με την άνω επιστολή του ευλόγως δημιούργησε την εντύπωση στην εναγομένη ότι περιοριζόταν στην αμοιβή που θα καθόριζε για τις άνω ενέργειες αυτή και καθορίστηκε τελικώς.

Κατόπιν τούτου η αξίωση αμοιβής για τις άνω ενέργειες με βάση τα κατώτατα όρια αμοιβής δικηγόρων ασκείται καταχρηστικώς, κατά παραδοχή ως βάσιμης ως προς την αξίωση για τις άνω ενέργειες της οικείας ενστάσεως της εναγομένης.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια ως άνω κρίση, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών λόγων της εφέσεως. Β) Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ανελέγκτως και τα ακόλουθα: Ο ενάγων παρέστη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας κατά τη δικάσιμο της 1-10-1999 κατά της από 10-5-1999 ανακοπής της "ΑΒΕΕ ...", κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 21-4-2000 και τα ελάχιστα όρια αμοιβής για την παράσταση αυτή είναι 16,43 ευρώ.

Παρέστη ενώπιον του άνω Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ανακοπής κατά τη δικάσιμο της 21-4-2000 και κατέθεσε προτάσεις. Τα ελάχιστα όρια αμοιβής για την παράσταση ανέρχονται στο ποσό των 16,43 ευρώ και για τη σύνταξη των προτάσεων ενόψει του αντικειμένου της δίκης στο ποσό των 31.694,79 ευρώ συν 29,35 ευρώ για έξοδα σημάνσεως προτάσεων.

Για την επίδοση της 137/2000 αποφάσεως που εκδόθηκε επί της άνω ανακοπής το ελάχιστο όριο αμοιβής είναι 4,11 ευρώ. Παρέστη ενώπιον του Εφετείου Θράκης κατά τη δικάσιμο της 12-10-2001 για τη συζήτηση έφεσης κατά της άνω αποφάσεως, η οποία όμως αναβλήθηκε. Για την παράσταση αυτή το κατώτερο όριο αμοιβής είναι 64,56 ευρώ.

Ήτοι για τις ως άνω δικαστικές ενέργειες το συνολικό ποσό των κατώτερων ορίων αμοιβής του δικηγόρου ανέρχεται σε 31.825,67 ευρώ. Ο ενάγων το χρονικό διάστημα συνεργασίας του με την εναγομένη, αμειβόταν με το ήμισυ των προβλεπόμενων κατώτατων ορίων αμοιβών και, συνεπώς, η άσκηση του δικαιώματός του προς λήψη της αμοιβής του με βάση τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα Δικηγόρων, μετά από μακρόχρονο καθεστώς αμοιβής του που περιοριζόταν στο ήμισυ αυτών είναι καταχρηστική για το επιπλέον του ημίσεως αυτών (των 31.825,67 ευρώ).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή με την παραδοχή ότι το εγκριθέν από την εναγομένη ποσό των 1.000.000 δραχμών αφορούσε όλες τις δικαστικές ενέργειες, στις οποίες προέβη ο ενάγων, και ότι πέραν του ποσού αυτού η αξίωση παρίσταται καταχρηστική, έσφαλε. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε εκ νέου την ένδικη αγωγή, έκανε αυτήν εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 15.902,83 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο: Α) Εξέτασε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εξοφλήσεως της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου σχετικής με οποιαδήποτε ενέργεια που θα απαιτούνταν στο μέλλον (πέραν των ενεργειών του που αναφέρονται ανωτέρω στο υπό στοιχείο Α' των παραδοχών του Εφετείου) για το πέρας του δικαστικού αγώνα μεταξύ της εναγομένης και της άνω οφειλέτριάς της.

Β) Απέρριψε λόγο έφεσης του αναιρεσιβλήτου σχετικό με την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της αναιρεσείουσας, ως προς την αξίωσή του προς λήψη για τις προαναφερόμενες ενέργειές του όχι του ποσού των 1.000.000 δρχ. αλλά αμοιβής με βάση τα κατώτατα όρια του Κώδικα Δικηγόρων.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν περιέλαβε καμιά απολύτως αιτιολογία, για τον έτερο ισχυρισμό της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για την άνω απαίτησή του, τον οποίο προέβαλε πρωτοδίκως και επανάφερε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου προς απόκρουση της εφέσεως του τελευταίου και παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος αυτού προς λήψη της ως άνω αμοιβής, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού η αναιρεσείουσα, όπως προαναφέρθηκε, νίκησε με την παραδοχή της ενστάσεώς της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, όσον αφορά την πιο πάνω απαίτηση αυτού, η σχετική δε αιτιολογία του Εφετείου δεν παράγει δυσμενές εις βάρος της δεδικασμένο.

Γ) Περαιτέρω, το Εφετείο, εξέτασε και απέρριψε με την ανωτέρω σαφή και επαρκή αιτιολογία ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου όσον αφορά και την απαίτηση του αναιρεσιβλήτου των 15.902,83 ευρώ, ισχυρισμό τον οποίο προέβαλε πρωτοδίκως και επανάφερε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου προς απόκρουση της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή του σχετικού με την απαίτηση αυτή δικαιώματός του.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά τα υπόλοιπα (τρίτο και τέταρτο) από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλη του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί με τις παρακάτω αντιφατικές αιτιολογίες επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ως αμοιβή του για σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου Θράκης κατά τη δικάσιμο της 21-4-2000 το ήμισυ της οριζόμενης στο άρθρο 107 Κώδικα Δικηγόρων αμοιβής.

Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται αρχικά ότι "η εναγόμενη Τράπεζα κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1977 έως 2002, για τις υποθέσεις του καταστήματός της στην ..., συνεργαζόταν και με τον ενάγοντα δικηγόρο Καβάλας, που είχε αποδεχθεί την αμοιβή του, όπως αυτή καθοριζόταν με βάση τις εκάστοτε καθοριζόμενες με εγκυκλίους του Διευθυντή της αμοιβές και υπολειπόταν των κατώτατων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων", στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι "ο ενάγων το χρονικό διάστημα συνεργασίας του με την εναγομένη, αμειβόταν με το ήμισυ των προβλεπόμενων κατώτατων ορίων αμοιβών".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, παρά τον αντίθετο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεν υπάρχει αντίφαση αιτιολογιών στις παραδοχές του Εφετείου, αφού και στις δυο περιπτώσεις η αμοιβή υπολειπόταν των κατώτατων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων, κατά τη συμφωνία δε των διαδίκων, καθοριζόταν με τις εγκυκλίους του Διευθυντή της εναγομένης είτε κατ' αποκοπή είτε περιοριζόμενη στο ήμισυ των κατώτατων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-1-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 463/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ