Supreme Court dismisses appeal against commercial agent compensation award based on Article 9 of Law 219/1991.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision awarding compensation to a commercial agent. The court found that the appellate court correctly assessed evidence showing the agent generated significant new business and retained clients for the principal company. Consequently, the court ruled that the lower court's application of Article 9 of Law 219/1991 was legally sound and free from error.
Legislator headnote
AI generatedArt. 9 of Law 219/1991; The Supreme Court held that a commercial agent is entitled to compensation upon contract termination if they introduced new clients or significantly advanced existing business interests, and the lower court's assessment of these facts constitutes a valid exercise of judicial discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 703 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 703/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Δ. ΑΚΡΙΔΑ ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ Α.Ε" που εδρεύει στην Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Καρδάρα.
Της αναιρεσιβλήτου:Ανώνυμης εταιρίας τελούσης υπό εκκαθάριση με την επωνυμία "ΜΟΥΛΤΙΤΕΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑΣ - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και το δ.τ. "MLT MULTITEX", που εδρεύει στο Δήμο Παπάγου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μηχιώτη με δήλωση κατ' αρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιουλίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5207/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6844/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Ιανουαρίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι περιλαμβάνονται σ' αυτή συνοπτικώς μεν αλλά επαρκώς όλα τα φερόμενα δια των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου ως ελλειπόντα στοιχεία. Επομένως όλα τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέα.
Επειδή, το άρθρο 9 του π.δ, 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση "προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, ορίζει τα εξής: " 1.(α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημιώσεως αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημιώσεως αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκησε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...".
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό τους ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως ιδίως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9§1 εδ.
α' του π·δ. 219/1991, όπως το εδ. α' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7§1 του π.δ. 312/1995. Το άνω πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά την λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη" αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Ως βάση δε του υπολογισμού της άνω αποζημιώσεως λαμβάνονται υπόψη οι προμήθειες από συμβάσεις που προβλέπονται να καταρτισθούν με πελάτες που έφερε ο αντιπρόσωπος και τις οποίες προμήθειες, λόγω της καταγγελίας, χάνει αυτός, με δυνατότητα, από την ίδια διάταξη, του εντολέως να ισχυρισθεί και να ανταποδείξει, ότι τα οφέλη που διατηρεί μετά την καταγγελία από την διατήρηση της πελατείας είναι μικρότερα κατά ποσόν από τις απολεσθείσες προμήθειες του αντιπροσώπου (ΑΠ. 139/06) Εντεύθεν παρέπεται ότι για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως που επιδικάζει την προαναφερομένη αποζημίωση δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύεται το ακριβές ποσό των ωφελημάτων που διατήρησε ο εντολέας μετά τη λύση της συμβάσεως από την διαμεσολαβητική δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου, ούτε και να προσδιορίζονται οι νέοι πελάτες που έφερε ο τελευταίος.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 8 παράγραφος 1 του ανωτέρω π.δ/τος, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ.1 του π,δ/τος 312 της 8/22.8.1995, ορίζεται ότι: "α) Δια την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού Διατάγματος η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας πρέπει να συνομολογηθεί εγγράφως, β) κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της σύμβασης, καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της" Κατά δε τις μεταβατικού χαρακτήρος διατάξεις του άρθρου 11 του ιδίου π.δ/τος παρ.1 και 2 οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του, ως προς δε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών από συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν από την ισχύ του εφαρμόζονται οι διατάξεις την 1.1.1994.
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι η στην παράγραφο 1 του άρθρου 8 του άνω π.δ/τος διαλαμβανομένη ρύθμιση, υποβάλλουσα την κατάρτιση της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας στον έγγραφο τύπο, δεν επεκτείνεται αναδρομικώς και στις συμβάσεις που είχαν καταρτισθεί πριν από την ισχύ του.
Περαιτέρω κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο μετ' εκτίμηση των αποδείξεων εδέχθη, ανελέγκτως, τα εξής περιστατικά: "Το έτος 1990 η ενάγουσα εταιρία, της οποίας αντικείμενο των εργασιών ήταν και η αντιπροσώπευση οίκων ειδών κλωστοϋφαντουργίας, συνήψε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας με την εναγομένη βιομηχανική εταιρία, για την έναντι προμηθείας προώθηση των προϊόντων αυτής (λευκών ειδών, προσοψίων και τεντόπανου) στην ελληνική αγορά.
Η σύμβαση αυτή λειτούργησε μέχρι τις 27-7-1997, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε αυτήν κατά τα κατωτέρω. Στο διάστημα αυτό η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της με ιδιαίτερη επιμέλεια, ζήλο και ενδιαφέρον και πέτυχε να προσελκύσει μεγάλο αριθμό πελατών και να αυξήσει σημαντικά τον κύκλο εργασιών της επιχείρησης της εναγομένης.
Ειδικότερα με τη μεσολάβησή της η εναγομένη πραγματοποίησε τις στην απόφαση αναλυτικώς κατά ποσοτικό ύψος πωλήσεις προϊόντων του εργοστασίου της και η ενάγουσα έλαβε τις αντίστοιχες προμήθειες, που υπολογίζονταν σε ποσοστό 4-6%, ανάλογα με το είδος των πωλουμένων υφασμάτων. Ο μέσος όρος της προμήθειας που κατέβαλε η εναγομένη στην ενάγουσα κατά τα πέντε τελευταία έτη της συνεργασίας τους (1993 έως 1997) ανήλθε σε 28.270.712 δρχ.
Η άνω σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπίας ελύθη στις 25.7.1997 με την υπό την εν λόγω ημερομηνία εξώδικη έγγραφη καταγγελία της αναιρεσειούσης". Εδέχθη περαιτέρω το Εφετείο ότι μετά τη λύση της ένδικης σύμβασης η εναγομένη συνέχισε να εκμεταλλεύεται τα ουσιαστικά οφέλη που είχε αποκτήσει από την κατά τα άνω δράση της ενάγουσας, καθόσον διατήρησε τους πελάτες που είχε εισφέρει η τελευταία ή που υπήρχαν ήδη και είχε προάγει σημαντικά τις υποθέσεις τους, και συνέχισε να πωλεί σ' αυτούς τα προϊόντα της επιχείρησης της χωρίς τη μεσολάβηση εμπορικού αντιπροσώπου.
Ακολούθως το Εφετείο εδέχθη ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση πελατείας, σύμφωνα με το άρθρο 9 §1β του άνω Π.Δ. 219/1991 το ποσό των 28.270.712 δρχ. ή των 82.966,14 ευρώ, ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των προμηθειών που αυτή εισέπραξε κατά τα τελευταία πέντε έτη της λειτουργίας της συμβάσεως.
Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διάταξης, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω, δήθεν, αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφαση του, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες και εφήρμοσε.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-1-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Δ. ΑΚΡΙΔΑ ΠΡΟΤΥΠΟΥ ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑΣ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 6844/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ