Supreme Court dismisses appeal on tort liability, rejecting causation and contract breach arguments regarding misappropriation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's judgment ordering her to pay €29,347.03 to the appellee. The appellant argued that the lower court erred in applying tort law instead of contract law and failed to establish a causal link between her actions and the appellee's loss. The court rejected these claims, holding that the appellant's fraudulent misrepresentation and subsequent misappropriation of funds constituted a tort under Article 914 of the Civil Code, thereby establishing the necessary causal connection for liability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 297, 298 of the Civil Code; Article 336, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews the lower court's finding of causation in tort cases, rejecting appeals that claim the lower court misapplied contract law provisions or failed to establish a causal link where the appellant's fraudulent misrepresentation and misappropriation of funds directly caused the appellee's loss.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 703 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 703/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κακαρούνα, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου : Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δρίβα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Ιουλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4352/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5427/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως της, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος. Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η κρίση περί του ότι τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Αντίθετα, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ ΑΠ 26/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εναγόμενος ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος της τρίτης των εναγομένων ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERAMERICAN Ε.Α.Ε.Ζ. ΑΕ" και είχε ενταχθεί στο δίκτυο των προσώπων, τα οποία απασχολούσε η εταιρεία αυτή για την προώθηση των προϊόντων της και ειδικά του είχε ανατεθεί η διάθεση των τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων "INTERAMERICAN" της θυγατρικής εταιρείας "INTERTRUST AE", κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης γι' αυτό από την τελευταία.
Με την ιδιότητα του αυτή απασχολούνταν στο περιφερειακό κατάστημα της "INTERAMERICAN AE" στο Χαλάνδρι Αττικής. Κατά το καλοκαίρι του έτους 1996 παραθέριζε με τη σύζυγό του - δεύτερη εναγομένη στη παραλία του οικισμού "..." .... Μεθάνων, όπου και γνωρίστηκαν με τον ενάγοντα, ο οποίος διατηρούσε εκεί ψαροταβέρνα. Αναπτύχθηκε μεταξύ τους μεγάλη οικειότητα, καθώς οι δύο πρώτοι εναγόμενοι (με τις δύο κόρες τους) έγιναν τακτικοί πελάτες της ψαροταβέρνας του ενάγοντος.
Από τις πρώτες ημέρες της γνωριμίας τους, ο πρώτος εναγόμενος διαβεβαίωνε τον ενάγοντα ότι είναι ανώτατο στέλεχος της τρίτης εναγομένης στο υποκατάστημα αυτής στο Χαλάνδρι Αττικής (στην οδό Βασ. Γεωργίου Β', αριθ. 47) και μάλιστα προϊστάμενος και μεγαλομέτοχος αυτής, καθώς και σύμβουλος στο χρηματιστήριο, και ότι η σύζυγός του, απόστρατη αντισυνταγματάρχης του Υγειονομικού Σώματος του Ελληνικού Στρατού, συνεργάζεται μαζί του στις χρηματιστηριακές συναλλαγές.
Το επόμενο έτος, κατά τα μέσα Σεπτεμβρίου 1997, ο πρώτος των εναγομένων, προβάλλοντας, πάντα, τις παραπάνω ιδιότητές του, πρότεινε στον ενάγοντα να επενδύσει χρήματα σε αμοιβαία κεφάλαια της τρίτης των εναγομένων ή (και) να αγοράσει μετοχές της, για λογαριασμό της οποίας θα ενεργούσε ο ίδιος ως προϊστάμενος του πιο πάνω υποκαταστήματός της.
Τον διαβεβαίωσε σχετικά ότι, επειδή έχει το "μέσο", ως προϊστάμενος και μέτοχος αυτής, και γνωρίζει τα "συστήματα", τα χρήματα (3.000.000 δρχ.) που θα κατέθετε θα διπλασιάζονταν σε ένα χρόνο (δηλαδή θα λάμβανε 6.000.000 δρχ.), επικαλούμενος τη μεγάλη άνοδο των επιτοκίων. Η δεύτερη εναγομένη ήταν παρούσα στις εν λόγω συζητήσεις, συμφωνούσε με τις προτροπές του συζύγου της και παρότρυνε και αυτή τον ενάγοντα να επενδύσει τα χρήματά του με τον τρόπο που του υποδείκνυε ο σύζυγός της, λέγοντας, χαρακτηριστικά, στον ενάγοντα "Δώστε τα λεφτά στο ....
και θα σας τα αβγατίσει και θα τα κάνει διπλά". Ο ενάγων, κατόπιν αυτών, πίστεψε στις διαβεβαιώσεις αυτές των δύο πρώτων των εναγομένων για την επωφελή και ασφαλή επένδυση των χρημάτων του και κατέθεσε στις 16-9-1997, στην "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (κατάστημα Πόρου), το ποσό των 3.000.000 δρχ. στον ... κοινό λογαριασμό που τηρούσαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι στην τράπεζα αυτή, ενώ του χορηγήθηκε σχετική απόδειξη είσπραξης με την αιτιολογία ότι η κατάθεση έγινε για "αμοιβαίο κεφάλαιο".
Παράλληλα, ο πρώτος εναγόμενος, με την κατάθεση αυτή, χορήγησε στον ενάγοντα την ..... απόδειξη είσπραξης, ποσού 3.000.000 δρχ., με αναγραφόμενη αιτία καταβολής "αγορά-πώληση μετοχών". Στην απόδειξη αυτή αναγράφονται, με την ατομική του σφραγίδα, τα στοιχεία του πρώτου εναγομένου ως εξής: "......, ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ-ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ-........-Κ.
ΠΑΤΗΣΙΑ-ΤΚ ...... -ΑΦΜ..... ΤΗΛ .....-........ ΚΙΝΗΤΟ....", δηλαδή του χορήγησε μία προσωπική απόδειξη, στην οποία δεν υπήρχε καμία αναφορά ή ένδειξη για τη σχέση του με την τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Στη συνέχεια, ο ενάγων, κατόπιν των ίδιων διαβεβαιώσεων, από μέρους του εναγομένου, κατέθεσε, στις 19-10-1998, το ποσό των 7.000.000 δρχ.
στον ίδιο κοινό λογαριασμό των δύο πρώτων εναγομένων στην "ΕΤΕ ΑΕ", λαμβάνοντας τη σχετική απόδειξη είσπραξης (από το κατάστημά της του Πόρου), χωρίς αυτή τη φορά ν' αναγράφεται η αιτιολογία καταβολής, ενώ ο πρώτος εναγόμενος του χορήγησε τη σχετική .... απόδειξη είσπραξης, από μέρους του, του ποσού αυτού, η οποία, κατά τα λοιπά, δηλαδή ως προς τα αναγραφόμενα έντυπα στοιχεία του πρώτου εναγομένου, είναι όμοια με την προηγούμενη πιο πάνω .....
απόδειξή του. Είχε προηγηθεί επίσκεψη του ενάγοντος, στις αρχές Σεπτεμβρίου 1998, στο υποκατάστημα της τρίτης εναγομένης στο Χαλάνδρι, όπου ο πρώτος των εναγομένων, με την παρουσία και της, όπως τη σύστησε, γραμματέως του, πληκτρολόγησε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή τον αριθμό της πρώτης απόδειξης των 3.000.000 δρχ., οπότε στην οθόνη αυτού αναφάνηκε το ονοματεπώνυμο του ενάγοντος και το ποσό των 5.980.000 δρχ., στο οποίο είχε ανέλθει η επένδυσή του και, ύστερα απ' αυτό, πείστηκε από τον πρώτο εναγόμενο, όχι μόνο να μην αποσύρει το ποσό αυτό, αλλά να καταθέσει, επιπλέον, και άλλα 7.000.000 δρχ.
για υψηλότερη απόδοση. Τελικά, όταν ο ενάγων μετέβη πάλι, στις 25-10-1999, στο εν λόγω υποκατάστημα της τρίτης εναγομένης για να εισπράξει τα χρήματα της επένδυσής του, τα οποία, όπως τον είχε ενημερώσει στα μέσα Σεπτεμβρίου 1999 ο πρώτος εναγόμενος, είχαν ανέλθει στο ποσό των 19.000.000 δρχ., πληροφορήθηκε από άλλους εργαζομένους εκεί ότι ο πρώτος των εναγομένων "είχε παυθεί" από την τρίτη εναγόμενη.
Ο ενάγων προσπάθησε να τον βρει, πλην, όμως, αυτός είχε εξαφανιστεί, ενώ η δεύτερη εναγομένη, με την οποία ο ενάγων επικοινώνησε τηλεφωνικά του είπε ότι "χώρισε" με το σύζυγό της και δε γνωρίζει που βρίσκεται. Μετά απ' αυτά, ο ενάγων διαπίστωσε ότι το συνολικό χρηματικό ποσό των 10.000.000 δρχ. που είχε καταθέσει στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό των δύο πρώτων των εναγομένων δε χρησιμοποιήθηκε για να επενδυθεί είτε σε αμοιβαία κεφάλαια είτε σε μετοχές της τρίτης εναγομένης, όπως τον είχαν διαβεβαιώσει οι εναγόμενοι αυτοί.
Όπως αποδείχθηκε, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, από κοινού, από πρόθεση και χωρίς να γνωρίζουν τίποτε οι νόμιμοι, κατά το καταστατικό, εκπρόσωποι της τρίτης εναγομένης, παρέσυραν, με απάτη, τον ενάγοντα και τον προέτρεψαν ν' αγοράσει είτε μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου, είτε μετοχές της τρίτης εναγομένης (ο ίδιος δε γνώριζε καν τη σημασία των εννοιών αυτών), δημιουργώντας σ' αυτόν την πλανημένη εντύπωση ότι θα διαμεσολαβούσε για τις αγορές αυτές ο πρώτος εναγόμενος και ότι θα αποκόμιζε σημαντικά κέρδη από την επένδυση αυτή και, έτσι, με τον προπεριγραφόμενο τρόπο, τον έπεισαν να τους καταβάλει στον κοινό τραπεζικό τους λογαριασμό το ποσό των 3.000.000 δρχ.
αρχικά και, στη συνέχεια, και το ποσό των 7.000.000 δρχ. με τις διαβεβαιώσεις, πλέον, μόνο του πρώτου εναγομένου. Οι διαβεβαιώσεις, όμως, αυτές των δύο πρώτων των εναγομένων αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδείς και έγιναν, διότι αυτοί ήθελαν να ιδιοποιηθούν το παραπάνω ποσό των 10.000.000 δρχ., το οποίο και πράγματι παράνομα ιδιοποιήθηκαν από κοινού, αφού το ποσό αυτό δεν επενδύθηκε σε αμοιβαία κεφάλαια ή μετοχές της τρίτης εναγομένης, ούτε επιστράφηκε στον ενάγοντα.
Για όλα αυτά σαφής και κατηγορηματική είναι η κατάθεση του μάρτυρα .... (που εξετάστηκε με την επιμέλεια του ενάγοντος), ο οποίος, από δική του γνώση και αντίληψη, κατέθεσε για τις, από κοινού, με πειθώ, ψευδείς διαβεβαιώσεις των δύο πρώτων εναγομένων, όσον αφορά την καταβολή του ποσού των 3.000.000 δρχ. αρχικά.
Η κατάθεσή του αυτή δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος της δεύτερης εναγομένης ...... (κόρης της), ούτε από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει η δεύτερη εναγομένη. Ειδικότερα, η τελευταία ισχυρίζεται ότι δεν αναμείχθηκε ποτέ και με οποιονδήποτε τρόπο στις οικονομικές συναλλαγές του πρώτου εναγομένου-συζύγου της, με τον οποίο, ήδη, διαζεύχθηκε και ότι το επίδικο χρηματικό ποσό των 10.000.000 δρχ.
ιδιοποιήθηκε παράνομα ο πρώτος εναγόμενος αποκλειστικά, επικαλούμενη γι' αυτό και το από .... "ενημερωτικό σημείωμα" του τελευταίου, με την, περαιτέρω, επίκληση ότι η ίδια δεν προέβη ποτέ σε ανάληψη, έστω και του ελάχιστου ποσού, απ' αυτό που κατέθεσε ο ενάγων στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό της με τον πρώτο εναγόμενο, τον οποίο και διαχειριζόταν αποκλειστικά ο τελευταίος για τις δικές του και μόνο υποθέσεις, ενώ στον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό κατετίθετο για λίγο χρονικό διάστημα (που πάντως δεν προσδιορίζει) η μηνιαία σύνταξή της, εωσότου ανοίχθηκε νέος, καθ' υπόδειξη του ΓΕΣ, στη "Γενική Τράπεζα Α.Ε.", όπου από τότε (δεν προσδιορίζει το χρονικό αυτό σημείο) κατετίθετο πλέον η μηνιαία σύνταξή της.
Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός της δεύτερης εναγομένης, για το ότι η ίδια δεν ιδιοποιήθηκε το ποσό των 10.000.000 δρχ., δεν αποδεικνύεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ότι είναι ουσιαστικά βάσιμος. Εκτός από την παραπάνω κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος που επιβεβαίωσε τη δράση της δεύτερης εναγομένης, από κοινού με το σύζυγό της, για να πείσει τον ενάγοντα, με τις ψευδείς υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις της, για την κερδοφόρο και ασφαλή, δήθεν, επένδυση των χρημάτων του, που είχαν, ως τελικό σκοπό, την παράνομη ιδιοποίηση αυτών, χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η δεύτερη εναγομένη, στις 3-12-1999, δηλαδή λίγες ημέρες πριν συζητηθεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών η από 9-11-1999 και με αύξ.
αριθμ. κατάθ. 14416/11-11-1999 αίτηση του ενάγοντος κατά των τωρινών εναγομένων για λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης της περιουσίας τους, για την εξασφάλιση της ένδικης απαίτησής του, που συζητήθηκε στις 21-12-1999 (χωρίς να έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή, κατ' άρθρ. 691 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και το ζήτησε ο ενάγων), μεταβίβασε, με αιτία την πώληση, στους ....
και ....., με το ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μεγάρων Αγλαΐας Δημ. Κατσούλα, που μεταγράφηκε νόμιμα το περιγραφόμενο σ' αυτό ακίνητο (οικόπεδο, εμβαδού 637,66 τετρ. μέτρων, με την ισόγεια οικία, εμβαδού 43,82 τετρ. μέτρων που υπάρχει σ' αυτό, το οποίο βρίσκεται στον οικισμό "...." Μεγαλοχωρίου ..... Τροιζηνίας), το οποίο αναφερόταν, ειδικά, και στην πιο πάνω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
Η δεύτερη εναγομένη, παρά τις σχετικές επισημάνσεις του ενάγοντος για το ύποπτο της μεταβίβασης αυτής (μοναδικού, εμφανούς, περιουσιακού της στοιχείου), που καθιστά επισφαλή την ικανοποίηση της αξιώσεώς του, δε δίνει καμία απολύτως εξήγηση για ποίο λόγο προέβη στη μεταβίβαση αυτού του ακινήτου που είχε αγοράσει μάλιστα το προηγούμενο έτος στις 16-2-1998.
Μόνο η μάρτυρας της δεύτερης εναγομένης κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αόριστα όμως, ότι "... το σπίτι στο .... Μεθάνων καλά έκανε και το πούλησε, γιατί εμείς δεν θα είχαμε να φάμε αυτή τη στιγμή...". Επιπροσθέτως, η δεύτερη εναγομένη δεν επικαλείται, ούτε, βέβαια, προσκομίζει, αντίγραφο της κίνησης του επίμαχου κοινού τραπεζικού λογαριασμού, με σχετικές βεβαιώσεις της αρμόδιας "ΕΤΕ ΑΕ", για το ποίος και πότε, κατά τους κρίσιμους χρόνους, αναλάμβανε απ' αυτόν χρηματικά ποσά.
Ενόψει αυτών δεν κρίνεται πειστική η κατάθεση της μάρτυρος της δεύτερης των εναγομένων, η οποία στην (εύλογη) προσπάθειά της να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς της μητέρας της για το ότι αυτή είχε πλήρη άγνοια των οικονομικών συναλλαγών του δεύτερου εναγομένου - συζύγου της και ότι δεν ιδιοποιήθηκε παράνομα το επίδικο χρηματικό ποσό, έφθασε στο σημείο να καταθέσει ότι οι γονείς της βρίσκονταν σε διάσταση από το έτος 1997.
Όμως, η ίδια η δεύτερη εναγομένη αναφέρει στην πιο πάνω, από 31-10-1999, αγωγή διαζυγίου της ότι ο πρώτος εναγόμενος εγκατέλειψε αυτή και τα παιδιά τους κατά το μήνα Οκτώβριο 1999, ενώ επισημαίνεται η ύπαρξη του κοινού τραπεζικού λογαριασμού των εναγομένων αυτών τουλάχιστον στις 19-10-1998, που ο ενάγων κατέθεσε σ' αυτόν το δεύτερο χρηματικό ποσό των 7.000.000 δρχ".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ και 372, 385 ΠΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερθεισών διατάξεων. Ειδικότερα αναφέρεται ότι οι παραπάνω διαβεβαιώσεις, ήτοι ότι ο σύζυγος της αναιρεσείουσας, ως ασφαλιστικός σύμβουλος της INTERAMERICAN Ε.Α.Ε.Ζ.
ΑΕ, στην οποία πράγματι εργαζόταν, ήταν ανώτατο στέλεχος της ασφαλιστικής εταιρείας, προϊστάμενος και μεγαλομέτοχος αυτής και σύμβουλος στο Χρηματιστήριο, συνεργαζόμενη μαζί με το σύζυγό της σε χρηματιστηριακές συναλλαγές, ότι ο σύζυγός της ως προϊστάμενος και μέτοχος της πιο πάνω εταιρείας είχε "τα μέσα και εγνώριζε τα συστήματα" ώστε τα χρήματα που θα κατέθετε ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) και τα οποία πράγματι κατέθεσε, μέσα σ' ένα χρόνο θα διπλασιαζόταν, εμφανίζοντας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ότι το ποσό των 3.000.000 δραχμών, είχε ανέλθει, το Σεπτέμβριο του 1998 στο ποσό των 5.980.000 δραχμών και συνολικά εκείνο των 7.000.000 δραχμών που κατέθεσε συνολικά ο ενάγων σε κοινό λογαριασμό της αναιρεσείουσας και του συζύγου της, που διατηρούσαν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ανερχόταν στα μέσα Σεπτεμβρίου 1999 στο ποσό των 19.000.000 δραχμών, το οποίο θα χρησιμοποιούσε, η αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της, για να επενδυθεί σε αμοιβαία κεφάλαια, είτε σε μετοχές της INTERAMERICAN, όπως διαβεβαίωσαν τον αναιρεσίβλητο η αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της, ενώ οι διαβεβαιώσεις αυτές ήταν ψευδείς και δόθηκαν για να πείσουν τον αναιρεσίβλητο να τους δώσει το παραπάνω χρηματικό ποσό των 10.000.000 δραχμών σε δύο δόσεις (μία το Σεπτέμβριο 1997 από 3.000.000 δραχμές, και μία το Σεπτέμβριο 1998 από 7.000.000 δραχμές) και να τον βλάψουν με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι (η αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της) παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο (χρηματικό ποσό) οι ίδιοι ακολούθως από κοινού ιδιοποιήθηκαν.
Είναι επομένως αβάσιμοι ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο μέρη του, όπως και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθούν. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις παραδοχές της, ως στηριζόμενης της αγωγής στις διατάξεις περί απάτης του ΑΚ (άρθρα 147 και 149), θα έπρεπε να απορρίψει (την αγωγή) ως υποπέσασα στη διετή αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 157 ΑΚ και σε κάθε περίπτωση να επιδικάσει στον ενάγοντα το κατά το άρθρο 149 ΑΚ αρνητικό διαφέρον.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με τις παραδοχές της, η τελευταία δέχθηκε ότι η αγωγή στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και όχι σε εκείνες περί ακυρώσεως της δικαιοπραξίας λόγω απάτης.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της, υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, αφού το μεν κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914 και 926 ΑΚ, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 29.347,03 ευρώ, λόγω υπεξαίρεσης του ποσού αυτού από αυτή, ενώ ήδη είχε δεχθεί προηγουμένως ότι προκλήθηκε σ' αυτόν ζημία, όταν αυτός (αναιρεσίβλητος) πεισθείς στις απατηλές διαβεβαιώσεις της είχε καταβάλει σ' αυτή το ίδιο ποσό για να επενδύσει σε μετοχές ή αμοιβαία κεφάλαια της αναφερθείσας ασφαλιστικής εταιρείας, το δε ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού δέχθηκε διαφορετικά περιστατικά που στηρίζουν τον αιτιώδη σύνδεσμο στην απάτη και ακολούθως διαφορετικά περιστατικά που στηρίζουν τον αιτιώδη σύνδεσμο στην υπεξαίρεση.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η αναιρεσείουσα αφού αυτή με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την περιουσία του αναιρεσίβλητου, πείθοντας αυτόν να καταβάλει στον κοινό λογαριασμό τους στην ΕΤΕ, το ποσό των 29.347,03 ευρώ, ακολούθως δε ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό αυτό που περιήλθε στην κατοχή της, στοιχεία που συνιστούν την αδικοπρακτική της συμπεριφορά, χωρίς στην παρούσα αστική δίκη να έχουν εφαρμογής οι περί συρροής διατάξεις του ΠΚ.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης και κατά τα δύο μέρη του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 729 ΑΚ, αφού, ενώ δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα έδωσε σύσταση και προτροπή στον αναιρεσίβλητο να δώσει το ποσό των 10.000.000 δραχμών για να το επενδύσει η αναιρεσείουσα μαζί με το σύζυγό της σε μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου, είτε σε μετοχές της INTERAMERICAN, παραλείπει να διαλάβει στις παραδοχές της, ότι η αναιρεσείουσα ανέλαβε την ευθύνη με σύμβαση ή ότι (αυτή) γνώριζε ότι δεν μπορούσε να διπλασιάσει τα χρήματα αυτού (ενάγοντα) και συνακόλουθα, αφού επρόκειτο για ενοχή από σύμβαση και όχι από αδικοπραξία, εσφαλμένα διατάχθηκε προσωπική κράτηση αυτής.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης η ευθύνη της αναιρεσείουσας στηρίζεται στις διατάξεις για αδικοπραξία (άρθρ. 914 ΑΚ) και όχι σε εκείνες της εντολής (άρθρ. 713 επ. ΑΚ). Ακολούθως τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, να πληρώσει τον αναιρεσίβλητο, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, τα δικαστικά έξοδα της δίκης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 17-12-2006 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της 5427/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ