Supreme Court dismisses appeal in labor dispute where employer terminated employee for serious breach of contract without disciplinary process.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision terminating his employment with Piraeus Bank. The court found that the employer's termination was justified by a serious breach of contract, which constitutes a valid ground for immediate dismissal under Article 672 of the Civil Code. Consequently, the court ruled that the employer was not required to follow the internal disciplinary procedure before issuing the termination notice.
Legislator headnote
AI generatedArt. 672 AC; The right to terminate a labor contract for a serious cause cannot be excluded by agreement, and a single objective breach of contract sufficient to render the relationship intolerable justifies immediate termination without prior disciplinary proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 703 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 703/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Ι. Ι. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίδημο Βεργούλη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, ως διαδόχου κατόπιν συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε." και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/1/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14378/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2658/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/8/2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 30 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία.. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας.
Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Αρκεί δε ακόμα και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει.
Εξάλλου, κατά το εδάφιο β' του άρθρου 672 ΑΚ θεσπίζεται αναγκαστικού δικαίου διάταξη, κατά την οποία το δικαίωμα της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών. Ακολουθεί ότι η πρόβλεψη στον κανονισμό του εργοδότη, που έχει συμβατική ισχύ, πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων ποινών, δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, διότι επιδιώκονται διαφορετικοί σκοποί με την πειθαρχική διαδικασία και την καταγγελία για σπουδαίο λόγο της εργασιακής σχέσης, αφού με την πρώτη και όταν προβλέπεται από τον κανονισμό η ποινή της οριστικής παύσεως επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, ενώ με τη δεύτερη απομακρύνεται ο εργαζόμενος του οποίου η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη.
Η καταγγελία αυτή κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας ελέγχεται από τα δικαστήρια κατά τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ. Το δικαστήριο επίσης ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση του δικαιώματος απολύσεως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη καταχρήσεως των δικαιωμάτων και απορρέει από τη Συνταγματική αρχή του Κράτους δικαίου, έχει δε καθιερωθεί με την πρόσφατη αναθεώρηση, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Ο αναιρεσείων υπηρετεί ως υπάλληλος στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα από τις 14-2-1986, συνδεόμενος με αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, γιατί στο άρθρο 26 παρ. 1 του Κανονισμού εργασίας του προσωπικού της (ΣΣΕ από 18-5-1982) ορίζεται ότι η σύμβαση εργασίας των υπαλλήλων της λύεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους.
Στις 22-2-1993 και περί ώρα 07.00, πριν αρχίσουν οι συναλλαγές, διενεργήθηκε από κλιμάκιο επιθεωρητών διαχειριστικός έλεγχος στο υποκατάστημα Τσιμισκή της Θεσσαλονίκης, όπου υπηρετούσε ο αναιρεσείων ως κεντρικός ταμίας. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκαν οι παρακάτω αντικανονικές ενέργειες του αναιρεσείοντος:
α) Κατά την καταμέτρηση των χρημάτων του ταμείου υπήρχε έλλειμμα ποσού 200.000 δραχμών. Προς συγκάλυψή του ο αναιρεσείων εξήγαγε κρυφά από τα θυλάκιά του ισάξιο ποσό, πριν ολοκληρωθεί ο έλεγχος και το απέθεσε παραπλεύρως του χρηματοκιβωτίου, ώστε να εμφανίσει και το ποσό αυτό ως μέρος του ελεγχόμενου περιεχομένου του, πλην όμως έγινε αντιληπτός και σε σχετική ερώτηση των επιθεωρητών δεν έδωσε απάντηση.
β) Ανευρέθησαν δύο αναληπτήρια από λογαριασμούς ταμιευτηρίου με τη μορφή "ταμείο επομένης" χωρίς ανάλογο χαρακτηρισμό και χωρίς να αναφέρονται στο πρωτόκολλο ταμείου. Απ 'αυτά το ένα αφορούσε ανάληψη ποσού 1281628 δρχ. από το λογαριασμό ..., ενώ το δεύτερο ανάληψη ποσού 3920000 δρχ. από το λογαριασμό .... Όπως διαπιστώθηκε με το δεύτερο αναληπτήριο "διευκόλυνε" τους δικαιούχους των λογαριασμών αυτών Ν.
Π. ή Π. Ι. ή Κ. Α., ως εξής: Σε περίπτωση εμφάνισης επιταγής τους στο γραφείο συμψηφισμού Αθηνών και όταν δεν υπήρχαν διαθέσιμα για κάλυψή τους, το κατάστημα πίστωνε το λογαριασμό όψεως χωρίς να προσκομίζονται μετρητά. Στη συνέχεια και προς "συμφωνία του ταμείου" εκδιδόταν επίσης εικονικό αναληπτήριο, ακόμη και αν δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο και εκρατείτο με "ταμείο επομένης".
Την δε επομένη προσκομίζοντο στο ταμείο τα οφειλόμενα από τον πελάτη μετρητά στο λογαριασμό όψεως της προηγούμενης ημέρας και κατεστρέφετο το αναληπτήριο, το οποίο δεν εμφανιζόταν ποτέ στο πρωτόκολλο ταμείου. Ως προς το αναληπτήριο των 3900000 δρχ. διαπιστώθηκε από τους επιθεωρητές ότι το ποσό αυτό αναγραφόταν ολογράφως και αριθμητικώς, πλην όμως όταν ο αναιρεσείων ανέλαβε αυτό από τους επιθεωρητές και το μετέφερε στο διευθυντή του καταστήματος προς θεώρηση και το επέστρεψε πάλι στους ίδιους είχε διορθώσει το ποσό αυτό σε 3920000 δρχ..
Οι ανωτέρω ενέργειες του αναιρεσείοντος έγιναν κατά παράβαση της Β'/936/10-8-1992 εγκυκλίου της Τράπεζας. γ) Κατά την καταμέτρηση των ξένων τραπεζογραμματίων διαπιστώθηκε έλλειμμα εννέα δολαρίων ΗΠΑ και στο κιβωτίδιο που φυλάσσονταν τα ξένα τραπεζογραμμάτια βρέθηκαν ελληνικά χαρτονομίσματα 50000 δρχ. που ο αναιρεσείων δικαιολόγησε ως διευκόλυνση συναδέλφου του, ζητήσαντος συμπληρωματικό συνάλλαγμα 209 δολαρίων κατά το πέρας της εργασίας της προηγουμένης εργασίας του και αυτός του χορήγησε τα 9 δολάρια αμέσως (δηλαδή έδωσε τα ψιλά) και κράτησε τις 50000 δρχ.
για να δώσει τα υπόλοιπα κατά την ημέρα που συνέπεσε να γίνει ο έλεγχος. Μετά από αυτές τις διαπιστώσεις η αναιρεσίβλητη έθεσε τον αναιρεσείοντα σε διαθεσιμότητα και στη συνέχεια παρέπεμψε το θέμα, σύμφωνα με τα άρθρα 26 παρ. 2 εδ. γ' και 32 παρ. 3 του Κανονισμού της στο αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιό της (ως πειθαρχικό), προκειμένου να βεβαιωθεί από αυτό αν η ανωτέρω συμπεριφορά του στοιχειοθετεί σπουδαίο λόγο, δικαιολογούντα την καταγγελία της συμβάσεώς του (στον κανονισμό δεν προβλέπεται ως ποινή πειθαρχική η οριστική απόλυση υπαλλήλου της).
Με τη υπ'αριθ.1/3/124/23-9-1997 απόφαση του πρωτοβάθμιου συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, που επικυρώθηκε με απόφαση του δευτεροβάθμιου συμβουλίου, οι παραπάνω διαπιστώσεις των ελεγκτικών οργάνων κρίθηκαν ως ουσιαστικά βάσιμες καθώς και ότι οι προαναφερθείσες ενέργειες και παραλείψεις του αναιρεσείοντος συνιστούσαν σπουδαίο λόγο δικαιολογούντα την καταγγελία την συμβάσεώς του.
Κατόπιν αυτού η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε για σπουδαίο λόγο την επίδικη σύμβαση, στις 14-11-2000. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων διέπραξε τις πιο πάνω παραβάσεις, ότι η συμπεριφορά του συνιστά σπουδαίο λόγο δικαιολογούντα την καταγγελία της συμβάσεώς του, ότι η καταγγελία της συμβάσεώς του εκ μέρους της αναιρεσίβλητης δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ως εκ του ότι η καταγγελία εχώρησε μετά πάροδο μακρού χρόνου από την τέλεση των ως άνω πράξεων του, διότι η πάροδος μακρού χρόνου χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών δεν καθιστά καταχρηστική την καταγγελία και τέλος, ότι ενόψει της πολλαπλότητας και βαρύτητας της παραπάνω συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος δεν παραβιάσθηκε ούτε η αρχή της αναλογικότητας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε και στα πλαίσια της αναλογικότητας, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672, 281, 288, 361 και 653 ΑΚ,5 του ν. 2112/1920, 7 του ν. 3198.1955 και 25 παρ.1του Συντάγματος. Τούτο διότι τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, μετά σαφηνείας, πληρότητας και χωρίς αντιφάσεις, συνιστούν κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο για την αναιρεσίβλητη λόγο προς καταγγελία της συνδεούσης αυτήν με τον αναιρεσείοντα εργασιακής συμβάσεως, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια και στην οποία (καταγγελία) είχε δικαίωμα να προβεί, παρά και την προβλεπόμενη, από τον, κατά το αναιρετήριο, έχοντα συμβατική ισχύ κανονισμό της, πειθαρχική διαδικασία (η κατά το άρθρο 26 παρ. 2 περ.
Γ του κανονισμού της αναιρεσίβλητης διαδικασία βεβαίωσης του σπουδαίου λόγου δεν συνιστά πειθαρχική διαδικασία), το δε ληφθέν από αυτήν μέτρο, δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα και ανελέγκτως δεκτή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατά την εκπλήρωση των από την εργασιακή σύμβαση απορρεουσών υποχρεώσεών του.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγος αναιρέσεως (κατά το πρώτο σκέλος του) από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339,341 και 346 Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, από τη διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, ανάμεσα στα οποία το 83/5-1-1995 εμπιστευτικό του Διευθυντή Προσωπικού της αναιρεσίβλητης προς αυτόν και η από 23-1-1995 απάντηση-απολογία του αναιρεσείοντος και επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ.20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε γνώμη αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκείμενη απόδειξη, το Εφετείο συνεκτίμησε τα παραπάνω δύο έγγραφα καθώς και την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης μαζί με τις άλλες αποδείξεις και δεν μόρφωσε γνώμη αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι παραμορφώθηκαν τα παραπάνω έγγραφα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από όλα αυτά η αίτηση για αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 324/ 6-9-2004, αίτηση του Ι. Ι. για αναίρεση της 2658/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ