Legislator Case Law & Legislation
702/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against arbitration award as inadmissible due to improper scope of review regarding non-appealed parties.

Case Number 702/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal against the arbitration award inadmissible regarding specific parties and dismissed the request against others. The appellant argued the lower court failed to consider a ground of appeal concerning an anonymous company, but the court found this ground was not part of the review scope established by the prior annulment decision. Consequently, the court ruled that the appeal must be separated and rejected as inadmissible for the parties not properly addressed in the annulment proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal against an arbitration award is limited to the grounds of appeal specified in the prior annulment decision, and arguments outside this scope are inadmissible against parties not examined in that specific review.

Keywords

AI generated
arbitration award annulment scope of appeal review inadmissible appeal separation of proceedings Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 702 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 702/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Φιλιππόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Τ. του Κ., κατοίκου Βόλου, 2) Ν. Τ. του Κ., Α. Τ. του Ν., Κ. Τ. του Ν., με την ιδιότητά τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικά εναγομένης Α. συζύγου Ν. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Αντωνιάδη και κατέθεσαν προτάσεις, Μ. Τ. - K. συζύγου J. K., το γένος Ν. Τ., με την ιδιότητά της ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικά εναγομένης Α. συζύγου Ν. Τ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Α. Μ., κατοίκου ... Βόλου, 4) Α. Τ. του Ν., κατοίκου Βόλου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Αντωνιάδη και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Α' ΒΙΠΕ Βόλου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 267/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 160/2012 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι με την από 21/5/2013 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 1445/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1445/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 173/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 3/11/207 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 412/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 22/1/2021 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση με την από 22-1-2021 κλήση του αναιρεσείοντος για τη σημερινή δικάσιμο η από 3-11-2017 αίτηση αναίρεσης αυτού ύστερα από την έκδοση της υπ' αριθμ. 412/2020 μη οριστικής απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστούν τα εκεί αναφερόμενα έγγραφα.

Ωστόσο ως προς τους μη εμφανισθέντες κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο ούτε εκπροσωπηθέντες από πληρεξούσιο δικηγόρο αναιρεσίβλητους Μ. Τ. -Κ., και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης μεταξύ των απλών αυτών ομοδίκων σε σχέση με τους λοιπούς παριστάμενους ομοδίκους τους, όπως έκρινε και η υπ' αριθμ. 1445/2014 αναιρετική απόφαση που εκδόθηκε κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα μεταξύ των ίδιων διαδίκων, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτούς.

Διότι από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Τέλος, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, αλλά χαρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους παρίστανται, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, κηρύσσεται δε απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 412/2018, ΑΠ 99/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμ. 9047ΒΒ/24-12-2021 και 9041ΒΒ/23-12-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Α. Ρ., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει στην παρούσα συζήτηση την ένδικη αναίρεσή του, προκύπτει, ότι οι ως άνω απολιπόμενοι απλοί ομόδικοι δεν κλητεύθηκαν εμπρόθεσμα εξήντα ημέρες πριν από τη συζήτησή της κατά την σημερινή δικάσιμο, αλλά στις 24-12-2021 ημέρα Παρασκευή ως αγνώστου διαμονής με την κάτω απ' αυτήν απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος εγγράφου και βεβαίωση αποστολής του στα ΕΛΤΑ όσον αφορά την πρώτη ως άνω αναιρεσίβλητη, για δε την δεύτερη ως άνω αναιρεσίβλητη αυτή κλητεύθηκε στις 23-12-2021 ημέρα Πέμπτη και η εξηκοστή ημέρα κλήτευσης λήγει την ημέρα της δικασίμου 21-2-2002, εν όψει του ότι δεν υπολογίζεται η ημέρα της επίδοσης της κλήσης ούτε η ημέρα της δικασίμου (ΟλΑΠ 266/1985) και επομένως δεν έχει παρέλθει η ως άνω προπαρασκευαστική προθεσμία.

Υπόκειται προς κρίση η ως άνω αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας ερήμην της τότε έβδομης και νυν πέμπτης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποίαν η συζήτηση κηρύχθηκε απαράδεκτη, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 173/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1445/2014 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την τελευταία ως προς τα εκεί αναφερόμενα κεφάλαια και τους νυν 1-3 αναιρεσίβλητους και την 7η αναιρεσίβλητη και παρέπεμψε να εκδικαστεί η υπόθεση κατ' έφεση στο δικαστήριο της αναπομπής, το οποίο εξέδωσε τη νυν αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση και εν όψει της εφαρμογής των άρθρων 579 και 580 ΚΠολΔ απορρίφθηκε η από 7-8-2008 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 267/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 21-4-2005 αγωγή του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος και αναγνώρισε την ακυρότητα των εκεί αναφερόμενων πράξεων του Δ.Σ της έβδομης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως προς τους λοιπούς παριστάμενους απλούς ομοδίκους και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, χωριζομένης ως προς αυτούς της υπόθεσης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Το άρθρο του 579 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", ενώ το άρθρο του 580 παρ. 3 ΚΠολΔ ορίζει ότι "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές" και τέλος το άρθρο του 581 παρ. 2ΚΠολΔ ορίζει ότι " η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση..".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα κεφάλαιά της που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα κεφάλαια ως προς τα οποία χώρησε αναίρεση της αποφάσεως, οπότε συναναιρούνται.

Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι έφεσης και ως αναιρετικοί λόγοι κατ' αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Και στην περίπτωση αυτήν, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της εφέσεως, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι εφέσεως απαράδεκτοι (ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012).

Περαιτέρω από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει και ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 738/2012, ΑΠ 975/2000). Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής (ΑΠ 738/2012, ΑΠ 1308/2004).

Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, ερευνώντας μόνον τους λόγους εφέσεως που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται, εφόσον ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής, δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας, δεσμευόμενο μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό (ΑΠ 738/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 21-4-2005 αγωγή του με την οποία ζήτησε την ακύρωση των πράξεων και αποφάσεων του ΔΣ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για το χρονικό διάστημα από 6-11-1999 έως 8-4-2002, εν όψει του ότι είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθμ. 263/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας η ακυρότητα της απόφασης σύγκλησης της γενικής συνέλευσης για τον ορισμό νέο ΔΣ, μεταξύ των οποίων και οι ένδικες αξιώσεις των πρώτου και δεύτερου των εναγομένων Ν.

Τ. και Α. συζ. Ν. Τ., στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθαν λόγω θανάτου της ο πρώτος και τα τέκνα αυτής λοιποί αναιρεσίβλητοι (Α. Τ., Κ. Τ. και Μ. Τ.-K.) για τις οποίες είχαν εκδοθεί σε βάρος της ως άνω ανώνυμης εταιρείας οι υπ' αριθμ. 564/2000 και 572/2000 διαταγές πληρωμής αντίστοιχα, ποσών 52751,28 ευρώ και 52.751,28 ευρώ αντίστοιχα βάσει των οποίων (διαταγών πληρωμής) ενεγράφησαν προσημειώσεις υποθηκών επί ακινήτων της ως άνω εταιρείας που στη συνέχεια μετετράπησαν με τις υπ' αριθμ. 222/2001 και 223/2001 τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου σε υποθήκη, καθώς και η αξίωση του τρίτου εναγόμενου, νυν τρίτου αναιρεσίβλητου Α.

Μ. για αποδοχές εργασίας χρονικής περιόδου 1-5-2001 έως 25-6-2003 και για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 267/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου η οποία την απέρριψε κατ' ουσίαν. Με την από 7-2-2008 έφεσή του ο ενάγων ζήτησε την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης και επί αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 160/2012 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση και αφού εξαφάνισε και κράτησε να δικάσει την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως προς τους ως άνω εναγόμενους και αναγνώρισε την ακυρότητα των αποφάσεων του ΔΣ της ως άνω εταιρείας ως προς τους ως άνω διαδίκους.

Οι τελευταίοι άσκησαν την από 21-5-2013 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1445/2014 αναιρετική απόφαση, η οποία ανήρεσε την υπ' αριθμ. 160/2012 απόφαση του Εφετείου Λάρισας ως προς τις ως άνω ένδικες διαφορές μεταξύ των ως άνω διαδίκων και παρέπεμψε προς εκδίκαση την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρετικό μέρος στο δικαστήριο της παραπομπής για να δικαστεί η υπόθεση με τη συμμετοχή άλλων δικαστών στη σύνθεσή του.

Το τελευταίο αφού διαπίστωσε, ορθώς, ότι εισάγονται ενώπιον του μόνον οι ως άνω ένδικες διαφορές σε σχέση με την από 7-8-2008 προαναφερθείσσα έφεση του τότε εκκαλούντος και νυν αναιρεσείοντος απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του ως προς τα εκκληθέντα αυτά κεφάλαια αυτά, συμμορφούμενο κατά το άρθρο 580 ΚΠολΔ με τις υποδειχθείσες με την υπ' αριθμ. 1445/2014 αναιρετικές πλημμέλειες από τον αρ. 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στις οποίες είχε υποπέσει η υπ' αριθμ. 160/2012 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Συγκεκριμένα το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠλΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασής του δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "Πρέπει λοιπόν υπόθεση να συζητηθεί μέσα στα όρια που διαγράφει η αναιρετική απόφαση, τα οποία ορίζονται από τα παράπονα της ανωτέρω πρώτης εφέσεως ως προς τα κεφάλαια της εκκαλουμένης που ανανέρονται στην αξίωση του πρώτου και της δεύτερης εναγομένης (Ν.

και Α. Τ. ) ποσού 57.751,28 ευρώ για τον καθένα από την καταβολή μερισμάτων και ως προς την αξίωσση του τρίτου εναγομένου Α. Μ. 43.833,822 ευρώ για αποδοχές εργασίας της χρονικής περιόδου από 1-5-2001 έως 25-6-2003 και για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας". Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα, ο μόνος λόγος της ένδικης αναίρεσης, όπως εκτιμάται από το δικαστήριο αυτό, με τον οποίον ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή δήθεν το Εφετείο προς το οποίο παραπέμφθηκε μετ' αναίρεση η υπόθεση ως προς την προαναφερθείσα έφεσή του δεν έλαβε υπόψη του το λόγο έφεσης για την εσφαλμένη απόρριψη του αιτήματός του για την αναγνώριση ως άκυρων των κάθε μορφής επιδόσεων προς την ως άνω ανώνυμη εταιρεία αλυσιτελώς προβάλλεται ως προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους, καθότι το κεφάλαιο αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης της αναιρετικής απόφασης και το Εφετείο ορθώς εξήτασε την ένδικη έφεση μόνον ως προς αυτούς τους λόγους και τους συγκεκριμένους εφεσίβλητους νυν αναιρεσίβλητους, εν όψει και του ότι, επί πλέον, ο ως άνω επικαλούμενος λόγος αφορά την μη κλητευθείσα νομίμως εδώ προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία ως προς την οποίαν κηρύχθηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς τις αναιρεσίβλητες Μ. Τ.-K. και την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης ως προς την Μ. Τ.-K. και την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..."

Διατάσει το χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 173/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει (συνολικά) στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ