Legislator Case Law & Legislation
702/2020 AI generated

Supreme Court dismisses hospital's appeal on standing but allows individual's appeal regarding traffic accident damages.

Case Number 702/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the General Hospital's appeal due to lack of legal standing to claim unjust enrichment from a traffic accident. Conversely, the Court accepted the individual plaintiff's appeal regarding the same incident. Consequently, the judgment was annulled in part and remanded for retrial to a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246, 573, 577, 580, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; Legal standing is required for an appeal, and unjust enrichment claims require proof of the defendant's unjustified enrichment at the plaintiff's expense.

Keywords

AI generated
legal standing for appeal unjust enrichment claim traffic accident damages remand for retrial Code of Civil Procedure unjust enrichment judicial costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, paragraph 1, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 702 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 702/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου", που εδρεύει στη …………… και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ. του Λ., κατοίκου ………… και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "……………", που εδρεύει στη ……………. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 5-3-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Β. Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Λ., κατοίκου …………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 5-3-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου", που εδρεύει στη ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2015 αγωγή του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7369/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 206/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχ. Α αναιρεσείον με την από 1-3-2018 αίτησή του και ο υπό στοιχ. Β αναιρεσείων με την από 11-2-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσής τους, την απόρριψη της αντίθετης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγονται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι από α) 1-3-2018 και β) 11-2-2019 και με αύξοντες (ειδικούς) αριθμούς κατάθεσης 48/1-3-2018 και 46/11-2-2019, αντίστοιχα, αιτήσεις για αναίρεση της 206/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).

ΙΙ. Επί της πρώτης, από 1-3-2018, αίτησης αναιρέσεως του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ".

Α. Κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το απαιτούμενο αυτό έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται). Τούτο συμβαίνει, όταν απορρίπτονται, ολικά ή μερικά, οι αιτήσεις του ή γίνονται, ολικά ή μερικά, δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, ήτοι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον κρίνεται από την πληττόμενη απόφαση (άρθρ. 68 και 556 ΚΠολΔ) και, εφόσον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτος (ΑΠ 814/2017, ΑΠ 635/2017, ΑΠ 294/2015).

Συνεπώς, η κρινόμενη πρώτη αίτηση αναίρεσης, ως προς τον πρώτο από τους αναιρεσιβλήτους Δ. Λ.. Μ., είναι απαράδεκτη, γιατί οι διατυπούμενοι με αυτήν λόγοι, όπως θα εκτεθούν στις επόμενες σκέψεις της παρούσας, δεν τον αφορούν. Β. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε, δηλαδή, ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.

Έτσι, παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας (την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση) ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΑΠ Ολομ. 3/1997, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 870/2017, ΑΠ 204/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το δεύτερο νοηματικά σκέλος του, λόγους της αναίρεσης, το αναιρεσείον, επικαλούμενο το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται από νόμιμη βάση, διότι περιέχει αντιφατικές, αλλιώς, ανεπαρκείς, αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, ενώ ενήγαγε και τους δύο ήδη αναιρεσιβλήτους (ήτοι, τον υπαίτιο του αναφερόμενου τροχαίου ατυχήματος Δ.

Μ. και, λόγω της παρεπόμενης ευθύνης της, την ασφαλιστική του εταιρεία "……..", αντίστοιχα), ζητώντας να καταδικαστούν να του καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, το αναγραφόμενο στην ένδικη αγωγή του ποσό, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, απέρριψε τον σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσής του, ως αβάσιμο, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της ασφαλιστικής εταιρείας - δεύτερης αναιρεσίβλητης, κρίνοντας ότι ο λόγος αυτός που αναφερόταν στην επικουρική βάση της αγωγής του (αδικαιολόγητου πλουτισμού) δεν την αφορούσε, ενώ σε άλλο, προηγούμενο, σημείο της απόφασής του είχε δεχθεί ότι το αναιρεσείον υπέβαλε ενιαίο αίτημα να καταδικαστούν και οι δύο εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι στην καταβολή του οφειλόμενου ποσού εις ολόκληρο και, εν πάση περιπτώσει, δεν αιτιολογεί γιατί η αγωγή του, κατά την επικουρική βάση της, στρεφόταν δήθεν μόνο κατά του πρώτου εναγομένου.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τη δεύτερη εναγομένη - αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει και από το υπόλοιπο περιεχόμενο της πληττόμενης απόφασής του, καθόσον δέχθηκε ότι η υπό κρίση αγωγή, κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, στρέφεται μόνο κατά του πρώτου εναγομένου - αναιρεσιβλήτου, ως προς τον οποίο και εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και διατύπωσε το αποδεικτικό πόρισμά του, όπως θα παρατεθεί ακολούθως.

Κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται ο παρών, από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, όπως έχει προαναφερθεί.

Γ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 1004/2015), όχι, όμως, και λόγου έφεσης.

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό, ενώ ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, επομένως, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 360/2010, ΑΠ 850/2009).

Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 365/2018, ΑΠ 209/2017, ΑΠ 850/2009). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους δεύτερο (κατά το πρώτο, νοηματικά, σκέλος του) και τρίτο λόγους της αναίρεσης, το αναιρεσείον αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (τρίτος λόγος), που συνίσταται, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σε αυτούς, στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο αγωγικό ισχυρισμό του (που επανέφερε και με την έφεσή του) για το ότι οι αντίδικοί του ενέχονται εις ολόκληρο στην καταβολή του πιο πάνω χρηματικού ποσού, αφήνοντας, συνάμα, την αίτησή του αυτή αδίκαστη, κατ' άρθρ. 559 αριθμ. 9 εδάφ.

γ' ΚΠολΔ (δεύτερος λόγος). Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο, α) σε κάθε περίπτωση, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν αλλά αξιολόγησε κατ' άλλον τρόπο τη διαφορά, δεχόμενο ότι η κρινόμενη αγωγή, κατά την επικουρική βάση της, της οποίας παρέθεσε, κατά λέξη, το ιστορικό, αναφέρεται σε αδικαιολόγητο πλουτισμό μόνο του πρώτου εναγομένου - αναιρεσιβλήτου (βλ., ιδίως, 18η και 19η σελίδες της εφετειακής απόφασης) και β) ούτε, συνακόλουθα, άφησε αδίκαστη τη σχετική αίτηση.

Δ. Μετά από αυτά, η πρώτη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, το αναιρεσείον που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΙΙ. Επί της δεύτερης, από 11-2-2019, αίτησης αναιρέσεως του Δ. Λ.. Μ.. Α. Από τη διάταξη του άρθρ. 904 παρ.1 εδάφ. α' του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του πλουτισμού του εναγομένου και της επιβάρυνσης (παροχής ή ζημίας) του ενάγοντος, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Με άλλα λόγια, απαιτείται να υπάρχει άμεση περιουσιακή μετακίνηση μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας του άλλου. Τέτοια, όμως, μετακίνηση δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη, τρίτη, περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία εκείνου που πλουτίζει, χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 849/2019, ΑΠ 1524/2017, ΑΠ 279/2013).

Στερείται νόμιμης αιτίας και, ως εκ τούτου, είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια με αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Συνεπώς, αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση, δεν δόθηκε αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού η σύμβαση αποτελεί, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, νόμιμη αιτία και μπορεί κάθε συμβαλλόμενος, εφόσον αυτή είναι ισχυρή, να ασκήσει τα δικαιώματα του απ' αυτή.

Αξίωση έτσι κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνο αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιονδήποτε λόγο, όπως στην περίπτωσης λύσης της σύμβασης λόγω υπαναχώρησης ή πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης ή κατά το άρθρο 388 του ΑΚ, και πρέπει τα σχετικά περιστατικά, που συνεπάγονται το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης και συνιστούν τη βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να τα επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, αλλιώς η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ Ολομ. 22 και 23/2003, ΑΠ 2072/2017, ΑΠ 836/ 2017, ΑΠ 2266/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 206/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρα 666, 667 και 670 έως 676, 681Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από το ν. 4335/2015), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη: [...Στη …., στις …/20..1, περί ώρα 12:45, ο Ν.

Π. οδηγούσε επί της οδού ……, με κατεύθυνση από Β… προς Ν…., τη με αριθμό κυκλοφορίας …. δίκυκλη μοτοσικλέτα του. Η ανωτέρω οδός ….., διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διασταυρώνεται με τη δημοτική οδό Β….. – Λ……., η οποία είναι ομοίως διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα ανά κατεύθυνση.

Στην αριστερή αμέσως πριν τη διασταύρωση (της τελευταίας οδού με την πρώτη) πλευρά της, υφίσταται πινακίδα Ρ-2 "STOP", με την οποία ρυθμίζεται η προτεραιότητα των οχημάτων που οι οδηγοί τους προτίθενται να τη διασχίσουν, παρεχόμενη έτσι αυτή στα κινούμενα οχήματα επί της οδού …... Κατά τον ίδιο χρόνο στην οδό Β.

– Λ., ο πρώτος εναγόμενος Δ. Μ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ……. ΙΧΕ αυτοκίνητό του που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία "…….". Όταν τα δύο οχήματα έφθασαν στην εν λόγω διασταύρωση, υπό συνθήκες κατάλληλες για οδήγηση, δεδομένου ότι η ορατότητα δεν περιοριζόταν και επικρατούσε καλοκαιρία, ο πρώτος εναγόμενος Δ.

Μ. ακινητοποίησε προς στιγμή το αυτοκίνητό του προ της πινακίδας ΣΤΟΠ και, στη συνέχεια, διέσχισε κάθετα το προς τη Ν……. ρεύμα κυκλοφορίας και, διαμέσου του μεταξύ της διαχωριστικής νησίδας σχηματιζόμενου κενού, εισήλθε στο προς Β…. ρεύμα κυκλοφορίας. Έτσι, όμως, παρενεβλήθη τούτο στην πορεία του οδηγού της μοτοσικλέτας, Ν.Π., ο οποίος, όταν αντιλήφθηκε την κίνηση του αυτοκινήτου από απόσταση 23,78 μέτρων, τροχοπέδησε διαδοχικά σε μήκος 2,20 μέτρων και κατόπιν 1,80 μέτρων, αλλά, εκτιμώντας ότι δεν μπορούσε να ακινητοποιήσει το όχημά του, εγκατέλειψε τούτο και, πέφτοντας από τη μοτοσικλέτα, το σώμα του σύρθηκε και βρέθηκε στο πίσω κάτω τμήμα του αυτοκινήτου, ενώ η μοτοσικλέτα του με την αριστερή πλευρά της επέπεσε στην αντίστοιχη πίσω πλευρά εκείνου.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να προκληθεί ο σοβαρός τραυματισμός του Ν. Π. και να διαμετακομισθεί αυτός αρχικά στο Νοσοκομείο Βέροιας και από εκεί αμέσως μετά, διασωληνομένος και υπό καταστολή, στο ενάγον "Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κεφαλαιμάτωμα κροταφοβρεγματικά (ΔΕ), υποσκληρίδιο αιμάτωμα, υπαραχνοειδή αιμορραγία, οίδημα εγκεφάλου, θλάσεις στις βάσεις των πνευμόνων άμφω, κάταγμα δεξιού βραχιονίου και ωλεκράνου, συντριπτικό εξάρθρημα της 5ης μετακαρποφαλαγγικής άρθρωσης αριστεράς άκρας χειρός και εξάρθρημα εγγύς φάλαγγος μέσου δακτύλου αριστεράς άκρας χειρός.

Το ανωτέρω ατύχημα οφείλεται, όπως κρίθηκε με την προσκομιζόμενη 998/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, σε δίκη που αφορούσε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των οικείων του Ν. Π., σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, δηλαδή του ήδη πρώτου εναγομένου - εφεσιβλήτου, ο οποίος, κατά παράβαση των άρθρων 4 § 13, 12 § 1 και 26 §§ 1 και 4 του ΚΟΚ, οδηγούσε χωρίς τη δέουσα σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όπως είχε υποχρέωση και μπορούσε να πράξει και άλλωστε θα ενεργούσε κάθε μέσος συνετός οδηγός υπό παρόμοιες περιστάσεις.

Οι παραλείψεις αυτές συνετέλεσαν στο να παραβιάσει την προτεραιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας Ν.Π. και να εισέλθει στη διασταύρωση και ενώ ο τελευταίος βρισκόταν σε μικρή απόσταση, με συνέπεια, παρότι οδηγούσε με κανονική και επιτρεπόμενη εκεί ταχύτητα έως 50 χλμ. ωριαίως και ενήργησε τροχοπέδηση, να μην υφίσταται απαιτούμενος χρόνος, ώστε να είναι αποτελεσματική οποιαδήποτε αποφευκτική του ενέργεια.

Αντίθετα, αν ήλεγχε την κίνηση των οχημάτων που χρησιμοποιούσαν την άλλη, από αυτήν που ακολουθούσε, οδό και που είχαν προτεραιότητα και επέτρεπε σ' εκείνα τα αυτοκίνητα να προηγηθούν, θα μπορούσε μετά από αυτά να ξεκινήσει για τον προορισμό του ακίνδυνα και δε θα είχε προξενηθεί το ατύχημα. Στην επέλευση της έκτασης του σοβαρού τραυματισμού του Π.

συνετέλεσε και το γεγονός ότι πριν το ατύχημα ο Π. οδηγούσε χωρίς να φορά, παρά την υποχρέωση που είχε, προστατευτικό κράνος και η παράλειψη αυτή συνδέεται αιτιωδώς με τη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη εξαιτίας της πρόσκρουσης της κεφαλής του στο οδόστρωμα και που είχε ως αποτέλεσμα αργότερα τον θάνατό του, ενώ, αν έφερε κράνος, θα είχε προστατευθεί το κεφάλι του και οι συνέπειες θα περιορίζονταν, καθώς δε θα είχε τραύματα τέτοιας βαρύτητας.

Το ποσοστό συνυπαιτιότητάς κρίθηκε, με την ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, σε 30%. Όπως προεκτέθηκε, ο Ν. Π. διακομίστηκε, μετά το εν λόγω ατύχημα, στο Νοσοκομείο Βέροιας και από εκεί, διασωληνομένος και υπό καταστολή, στο ενάγον - εκκαλούν νοσοκομείο "Παπαγεωργίου". Στο νοσοκομείο αυτό νοσηλεύθηκε για 133 ημέρες, από 24.06.2011 έως 03.11.2011, όταν και πέθανε συνεπεία του ως άνω σοβαρότατου τραυματισμού του, αρχικά στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και, αφού εξήλθε αυτής, στη Νευροχειρουργική Κλινική.

Το κόστος νοσηλείας του ανήλθε, κατά τον παραπάνω χρόνο των 133 ημερών, στο ποσό των 48,655,27 ευρώ. Ειδικότερα αυτός υποβλήθηκε... Για το ως άνω ποσό το ενάγον-εκκαλούν εξέδωσε το με αριθμό …../20.. τιμολόγιο. Ο Ν. Π., ετών 45 κατά τον θανάσιμο τραυματισμό του, εργαζόταν πριν από το ως άνω ατύχημα ως υπάλληλος του Δήμου …… και ήταν ασφαλισμένος στον Τομέα Υγείας Δημοτικών Κοινοτικών Υπαλλήλων (Τ.Υ.Δ.Κ.Υ.) του Οργανισμού Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου (Ο.Π.Α.Δ.), όπως αυτός διαμορφώθηκε με βάση τις διατάξεις του ν. 3655/2008 και ο Ο.Π.Α.Δ.

εντάχθηκε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 13 § 17 του ν. 4052/2012, στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ο οποίος υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ο.Π.Α.Δ., ως καθολικός διάδοχος αυτού (άρθρα 17 §§ 1 και 2 και 29 § 1 του Ν. 3918/ 2011...). Το ενάγον-εκκαλούν "Γενικό Νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" είναι κοινωφελές Ν.Π.Ι.Δ.

και συστάθηκε με σκοπό την παροχή ιατρικών υπηρεσιών και νοσηλείας (άρθρο 1 σύμβασης) και ειδικότερα την παροχή πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας περίθαλψης, ισότιμα σε κάθε πολίτη ανεξάρτητα από την οικονομική, κοινωνική και επαγγελματική του θέση και σύμφωνα με τις διατάξεις του Ε.Σ.Υ...., στα πλαίσια των δυνατοτήτων του, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αποτελεσματικότητα, στην αποδοτικότητα και στην ποιότητα των υπηρεσιών του.

Με το Ελληνικό Δημόσιο συνήψε την από 24.5.1991 σύμβαση που κυρώθηκε με το ν. 1964/1991, όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις από 03.11.1997, 08.07.1999 και 19.09.2003 συμβάσεις που κυρώθηκαν με τους νόμους 2618/1998, 2737/1999 και 3204/2003, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα..., με τις οποίες συμβάσεις το εν λόγω νοσοκομείο ανέλαβε την παροχή των ως άνω ιατρικών υπηρεσιών και νοσηλείας.

Το Νοσοκομείο αυτό, σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του (ΥΑ 8342/1998 - ΦΕΚ Β' 711/14.7.1998) διασυνδέθηκε λειτουργικά με το Β' Πε.Σ.Υ.Π. Κεντρικής Μακεδονίας (άρθρο 1 § 3 του ΕΚΛ) και ήδη είναι διασυνδεμένο με το Εθνικό Σύστημα Υγείας, και υπόκειται ιεραρχικά στην 3η Υγειονομική Περιφέρεια και πραγματοποιεί εφημερίες όπως τα δημόσια νοσοκομεία.

Πόρους του Νοσοκομείου αυτού αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ΕΚΛ, εκτός των άλλων, τα εισπραττόμενα νοσήλια για τις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας που προσφέρονται προς ιδιώτες, τους ασθενείς του Δημοσίου και των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης. Τα έσοδα αυτά από τα νοσήλια διαμορφώνονται σύμφωνα με το άρθρο 28 § β' του Ν. 2519/1997, δηλαδή είναι διατιμημένα.

Οι χρεώσεις, που κάνει για τις υπηρεσίες του, προκύπτουν βάσει των προβλεπόμενων τιμολογήσεων στη σχετική νομοθεσία που διέπει την παροχή υπηρεσιών υγείας από όλα τα υπαγόμενα στο Ε.Σ.Υ. Νοσοκομεία. Το ενάγον, ως νοσηλευτικός οργανισμός με έντονο δημόσιο σκοπό, εντάσσεται και στους Φορείς Γενικής Κυβέρνησης και μάλιστα εκείνους εντός του Δημόσιου Τομέα και περιλαμβάνεται στο Μητρώο Υπηρεσιών και Φορέων της Ελληνικής Διοίκησης του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 6 ν. 1256/1982, όπως ισχύει, έχοντας την υποχρέωση να παρέχει ιατρικές υπηρεσίες στους ασφαλισμένους όλων των ασφαλιστικών ταμείων που είναι συστημένα ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

Στα πλαίσια των ανωτέρω υποχρεώσεών του, προέβη στη νοσηλεία του Ν. Π., από …./20… έως …./20.., και το κόστος των νοσηλίων αυτών ανήλθε, κατά τα προαναφερόμενα, στο ποσό των 48.655,27 ευρώ, που ανέμενε να εισπράξει από τον ΕΟΠΥΥ, καθόσον, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ο νοσηλευθείς ήταν ασφαλισμένος στον εν λόγω Οργανισμό.

Λόγω της οικονομικής κρίσης στη χώρα, το Ελληνικό Δημόσιο, υπό την εποπτεία του οποίου λειτουργούσε ο ΕΟΠΥΥ, ανέλαβε την υποχρέωση να χρηματοδοτήσει τον ΕΟΠΥΥ για την κάλυψη μέρους των υφιστάμενων κατά την 31.12.2011 οφειλών του Οργανισμού αυτού προς τρίτους (φαρμακεία, συμβεβλημένους παρόχους υπηρεσιών υγείας, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.).

Για να συμβεί αυτό ορίστηκαν ορισμένες προϋποθέσεις με το άρθρο 34, με υπότιτλο του άρθρου αυτού "Πληρωμή οφειλών του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", του νόμου 4038/2012 με τίτλο "Επείγουσες ρυθμίσεις που αφορούν την εφαρμογή του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015".

Με το άρθρο αυτό..., ορίστηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση να χρηματοδοτήσει τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μέχρι του ποσού του ενός δισεκατομμυρίου πεντακοσίων εκατομμυρίων ευρώ για την κάλυψη μέρους των υφιστάμενων κατά την 31.12.2011 οφειλών του Οργανισμού προς τα φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας κ.τ.λ.

Ως υφιστάμενες οφειλές νοούνται εκείνες, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση παραστατικά στοιχεία μέχρι τις 31.12.2011. Οι οφειλές αυτές ορίστηκε να εξοφλούνται υπό τις προϋποθέσεις α) να έχει παρασχεθεί ποσοστό επί τοις εκατό (ανάλογα με την περίπτωση) έκπτωση επί της καθαρής αξίας (αξία προ Φ.Π.Α.) της εναπομένουσας οφειλής και β) εφόσον οι δικαιούχοι παραιτηθούν από οποιαδήποτε άλλη αξίωση και ένδικο μέσο συμπεριλαμβανομένων και των τόκων υπερημερίας, κατά τα ειδικότερον προβλεπόμενα στο άρθρο αυτό.

Η υπαγωγή στις ρυθμίσεις του άρθρου αυτού είχαν προαιρετικό χαρακτήρα και όχι υποχρεωτικό, δηλαδή εξαρτάτο από την ελεύθερη βούληση εκείνου που έχει συμβληθεί με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.... Οι ανωτέρω ρυθμίσεις καταλάμβαναν και το ενάγον-εκκαλούν νοσοκομείο, το οποίο όμως δεν δέχθηκε να κάνει έκπτωση στις οφειλές του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

προς αυτό και στις οφειλές αυτές συμπεριλαμβάνονταν και τα νοσήλια του Ν. Π., καθόσον είχαν πραγματοποιηθεί πριν από την 31.12.2011.

Στη συνέχεια εκδόθηκε, κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω ν. 4038/2012, η ΚΥΑ Β2.α/Γ.Π.οικ.118526 (ΦΕΚ Β' 3390/31.12.2013), με τίτλο "Διαγραφή απαιτήσεων νοσηλευτικών ιδρυμάτων έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης", με την οποία αποφασίστηκε η διαγραφή των απαιτήσεων των νοσηλευτικών ιδρυμάτων (νομικών προσώπων και δημοσίων υπηρεσιών) Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης έναντι του ΕΟΠΥΥ και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης που προήλθαν από υπηρεσίες παρασχεθείσες σε ασφαλισμένους αυτών μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2011, ανεξαρτήτως του χρόνου τιμολόγησής τους, καθώς και των υποχρεώσεων του ΕΟΠΥΥ και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης έναντι των νοσηλευτικών ιδρυμάτων (νομικών προσώπων και δημοσίων υπηρεσιών) Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης που προήλθαν από τις προαναφερόμενες υπηρεσίες.

Με βάση την ανωτέρω ΚΥΑ διαγράφηκε και η απαίτηση του ενάγοντος-εκκαλούντος κατά του ΕΟΠΥΥ, για τα ως άνω νοσήλια του Ν. Π., ποσού 48.655,27 ευρώ. Το ποσό των νοσηλίων αυτών εάν το πλήρωνε ο ΕΟΠΥΥ, στον οποίο ήταν ασφαλισμένος ο θανών Ν. Π., θα το αναζητούσε (ο ΕΟΠΥΥ) στη συνέχεια αναγωγικά (και) από τον πρώτο εναγόμενο Δ.

Μ., που ήταν υπαίτιος της αδικοπραξίας και συγκεκριμένα του ως άνω τροχαίου δυστυχήματος, συνεπεία του οποίου ο Ν. Π. τραυματίστηκε θανάσιμα και νοσηλεύτηκε στο ενάγον - εκκαλούν νοσοκομείο. Με βάση τα ανωτέρω, το ποσό των 48.655,27 ευρώ (νοσήλια) τό επιβαρύνθηκε (κατέβαλε) το ενάγον νοσοκομείο από την περιουσία του.

Ο 1ος εναγόμενος, συνεπώς, ωφελήθηκε κατά το αντίστοιχο ποσό χωρίς νόμιμη αιτία, με ζημία του νοσοκομείου, και επομένως την ωφέλειά του αυτή είναι υποχρεωμένος από τον νόμο να την καταβάλει στο ενάγον νοσοκομείο, που πράγματι τελικώς ζημιώθηκε. Να σημειωθεί, ενταύθα, ότι με τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ καθιερώνεται αυτοτελής και αυτοδύναμη αξίωση υπό τους όρους και προϋποθέσεις που μόνον αυτή θεσπίζει...

και συνεπώς στην αξίωση που βασίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό (904 ΑΚ), όπου ο λήπτης δεν αποζημιώνει αλλά αποδίδει την ωφέλεια που απέκτησε, δεν μπορεί να προταθούν οι ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν στις αξιώσεις από αδικοπραξία (από τροχαίο ατύχημα), όπως και αυτή της συνυπαιτιότητας κατ' άρθρο 300 ΑΚ...

και παρεπόμενα τούτου δεν ασκεί στην προκειμένη περίπτωση έννομη επιρροή η προαναφερθείσα συνυπαιτιότητα του Ν. Π. (νοσηλευθέντος και μετά θανόντος) στον τραυματισμό του, γι' αυτό και παρέλκει να ερευνηθεί η ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος Ν. Π. (οδηγού της μοτοσικλέτας) στον θανάσιμο τραυματισμό του (ΑΚ 300), που (και) ο πρώτος εναγόμενος πρότεινε παραδεκτά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρει με τις προτάσεις του και στο παρόν Δικαστήριο.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει δεκτή στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί ο πρώτος των εναγομένων να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των 48.655,27 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη [και συγκεκριμένα, κατά ένα μέρος, ως προς την επικουρική βάση (του αδικαιολόγητου πλουτισμού) της ένδικης, από 6-2-2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 3378/9-2-2015, αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ"], την από 24-1-2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 284/26-1-2017 έφεση του αναιρεσιβλήτου, ως προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δ. Λ.. Μ., κατά της πρωτόδικης 7369/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κρίνει διαφορετικά με το να απορρίψει, στο σύνολό της, την αγωγή και, αφού την εξαφάνισε, κατά το μέρος τούτο, κράτησε και δίκασε την υπόθεση στην ουσία και δέχθηκε την αγωγή, κατά την παραπάνω επικουρική βάση της, υποχρεώνοντας τον πρώτο εναγόμενο - αναιρεσείοντα να καταβάλει στο ενάγον - αναιρεσίβλητο το ποσό των 48.655,27 ευρώ.

Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 παρ.1 εδάφ. α' ΑΚ που δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση, κατά την οποία, αφενός μεν, ο επικαλούμενος πλουτισμός επήλθε από έγκυρη σύμβαση, και ειδικότερα από τη σύμβαση, με ημερομηνία 24-5-1991, που, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το αναιρεσίβλητο συνήψε με το Ελληνικό Δημόσιο, της οποίας τα δικαιοπρακτικά αποτελέσματα δεν έχουν ανατραπεί, αφετέρου δε, δεν υπήρξε άμεση περιουσιακή μετακίνηση από την περιουσία του ζημιωθέντος ενάγοντος στην περιουσία του πρώτου εναγομένου που φέρεται ότι αδικαιολόγητα πλούτισε, αφού παρεμβλήθηκε η περιουσία τρίτου (του "ΕΘΝΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ", εφεξής "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.").

Το συνολικό χρηματικό ποσό των 48.655,27 ευρώ που το αναιρεσίβλητο δαπάνησε για τη νοσηλεία του Ν. Π. "δόθηκε" προς εκπλήρωση της υποχρέωσης που είχε αναληφθεί με τη σύμβαση αυτή και, κατά συνέπεια, δεν δόθηκε χωρίς αιτία. Άρα, δεν μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού που προϋποθέτει ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της αιτίας (η οποία -αιτία- μπορεί να έχει ως πηγή τη σύμβαση, την αδικοπραξία ή το νόμο), με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο υπόχρεος "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", στον οποίο ήταν ασφαλισμένος ο Ν. Π. (που τελικά πέθανε στις …./20.., μετά νοσηλεία 133 ημερών από τον τραυματισμό του κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα της …./20…), δεν κατέβαλε τα εν λόγω νοσήλια στο ενάγον - αναιρεσίβλητο, για την προαναφερόμενη αιτία (διαγραφή απαιτήσεων των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, μεταξύ των οποίων, και του αναιρεσιβλήτου, προς τον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." με την πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση για τις υπηρεσίες που παρείχαν σε ασφαλισμένους του μέχρι 31-12-2011), δεν ασκεί έννομη επιρροή.

Αντίθετα, ο τυχόν πλουτισμός, κατ' αρχήν του ίδιου του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", καλύπτεται επιπροσθέτως και από τη θέληση του νομοθέτη και δεν στερείται πλέον νόμιμης αιτίας και, ως εκ τούτου, δεν είναι αδικαιολόγητος. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις αυτές.

Πρέπει, τέλος, να επισημανθεί ότι οι αξιώσεις του παθόντος κατά του υπόχρεου - υπαίτιου του ατυχήματος (και, παρεπομένως, της ασφαλιστικής του εταιρείας) μεταβιβάζονται αυτοδίκαια στον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." (που συστάθηκε με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν.3918/2011) μόνο αν αφορούν σε ατυχήματα που έχουν λάβει χώρα μετά τις 11-7-2014, όταν, με το άρθρο 29 παρ.2 του ν.4272/2014 (ΦΕΚ Α'/145/11-7-2014), προστέθηκε η διάταξη της παραγράφου 5 στο άρθρο 29 του ν.3918/2011, κατά την οποία "οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960, καθώς και οι διατάξεις του β.δ. 226/23-2/21-3-1973, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στον ΕΟΠΥΥ, όσον αφορά την υγειονομική περίθαλψη σε είδος, σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας του ΕΟΠΥΥ...".

Άρα, αν το τροχαίο ατύχημα συνέβη πριν από τις 11-7-2014, όπως στην παρούσα περίπτωση, τότε εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 930 παρ.3 ΑΚ και ο παθών (ή οι κληρονόμοι του) δικαιούται σε αθροιστική απόληψη τόσο της παροχής από τον "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." όσο και της αποζημίωσης από τον υπόχρεο. Στην περίπτωση, λοιπόν, αυτή, δεν επέρχεται υποκατάσταση του "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." που έδωσε παροχή σε είδος (π.χ.

δαπάνη νοσηλίων) στον παθόντα, ώστε, στη συνέχεια, να την αναζητήσει από τον υπαίτιο του τροχαίου ατυχήματος και, γι' αυτό, στην ερευνώμενη υπόθεση, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για το ότι ο πρώτος εναγόμενος - υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος απαλλάχθηκε από το χρέος του, ως δήθεν, τελικά, πραγματικός οφειλέτης και υπόχρεος σε απόδοση του "πλουτισμού", επειδή κατέστη, τάχα, αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος του ζημιωθέντος αναιρεσιβλήτου.

Β. Μετά από αυτά, αφού η δεύτερη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του πρώτου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων δεύτερου και τρίτου λόγων της, από τους αριθμούς 1 (και, επιπλέον, 19 ο τρίτος λόγος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου, που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει το κεφάλαιο τούτο και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών που διατυπώνονται με την ερευνώμενη αίτηση αναίρεσης και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της πληττόμενης απόφασης, ως προς το κεφάλαιο της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που προεκτέθηκε και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).

Τέλος, το αναιρεσίβλητο που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 1 Μαρτίου 2018 (με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 48/1-3-2018) και από 11 Φεβρουαρίου 2019 (με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 46/11-2-2019) αιτήσεις για αναίρεση της 206/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την πρώτη, από 1-3-2018, αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ". Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Δέχεται τη δεύτερη, από 11-2-2019, αίτηση αναίρεσης του Δ. Λ.. Μ.

Αναιρεί τη 206/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους διαδίκους και το κεφάλαιο που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο, στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ