Legislator Case Law & Legislation
702/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court for failure to explicitly consider specific evidence in judgment.

Case Number 702/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Regional Court of Evia's decision of 16/2017. The appellants argued that the lower court failed to explicitly consider a specific sworn affidavit submitted by the appellants. The Court found that while the lower court claimed to have considered all evidence, the judgment did not sufficiently demonstrate this regarding the specific document, creating reasonable doubt. Consequently, the appeal was granted, and the case was remitted to the same court for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11 pt. g C.Pol.D.; Art. 335, 338-340, 346 C.Pol.D.; The Supreme Court holds that a lower court must consider all evidence presented, and an appeal based on failure to consider specific evidence is admissible if the lower court's judgment leaves reasonable doubt regarding whether that evidence was actually taken into account.

Keywords

AI generated
appeal admissibility failure to consider evidence sworn affidavit remittal for retrial judicial reasoning standard C.Pol.D. Article 559 regional court Evia

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 11 pt. g C.Pol.D.
Art. 335 C.Pol.D.
Art. 338 C.Pol.D.
Art. 339 C.Pol.D.
Art. 340 C.Pol.D.
Art. 346 C.Pol.D.
Art. 580 para. 3 C.Pol.D.
Art. 65 of Law 4139/2013
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
Art. 189 para. 1 C.Pol.D.
Art. 191 para. 2 C.Pol.D.
Art. 495 para. 3 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OLAP 8/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 702 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 702/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. συζύγου Γ. Δ., το γένος Π. Τ., κατοίκου ... και 2) Ν. Δ. του Γ., συζύγου D. M., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Τιτίκα Νικέα.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καμμένο, ο οποίος ανακάλεσε την από 22-11-2018 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2017 του Πολυμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2-10-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011).

Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον Ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1105/2015).

Περαιτέρω, η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται για πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 1461/2013). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση, που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του και η νόμιμη λήψη αυτού (αριθμός, όνομα εξετασθέντος μάρτυρα, νόμιμη κλήτευση του αντίδικου ή παράσταση αυτού, κατά την εξέταση του μάρτυρα), να προσδιορίζεται το περιεχόμενο της και το παραδεκτό της προσκόμισής της στο Δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίστηκε (ΑΠ 1690/2010).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη, είναι κατά κανόνα παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ή προξένου), που έχουν δοθεί νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο και πριν από τη συζήτηση της έφεσης, εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 17/2015, ΑΠ 1686/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες προς υποστήριξη του κατ' ουσία βάσιμου της από 18.12.2008 ένδικης αγωγής τους επικαλέστηκαν με τις προτάσεις, που υπέβαλαν κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από τις προτάσεις αυτές προκύπτει, και συγχρόνως προσκόμισαν (εφόσον δεν γίνεται μνεία περί του αντιθέτου στην εν λόγω απόφαση) την υπ.

αριθμ. 911/13.02.2015 ένορκη βεβαίωση της Ε. Χ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, και την υπ. αριθμ. ...81/06.02.2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θήβας Σ. Κ., για την απόδειξη της προηγούμενης νόμιμης και εμπρόθεσμης κλητεύσεως του αναιρεσίβλητου για παράσταση κατά την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση.

Το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι για το σχηματισμό της κρίσεως του, ως προς το κατ' ουσία αβάσιμο της ένδικης από 18.12.2008 αγωγής των αναιρεσειουσών, έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδρίασης, όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και 1) την από 29.10.2013 ένορκη βεβαίωση του Γ.

Δ. ενώπιον του επίτιμου προξένου στο ..., Χ. Φ., η οποία λήφθηκε νομότυπα και κατόπιν εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγομένου, 2) την 3753/2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που δόθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση του εναγομένου". Όμως από μόνη τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του και το σύνολο των αιτιολογιών αυτής, η οποία δεν μνημονεύει ειδικώς, όπως θα έπρεπε, ότι έλαβε υπόψη και την πιο πάνω υπ.

αριθμ. 911/13.02.2015 ένορκη βεβαίωση της Ε. Χ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο, ενόψει της αντίθετης ουσιαστικής κρίσεως, στην οποία κατέληξε ότι και η εν λόγω ένορκη βεβαίωση λήφθηκε υπόψη και εκτιμήθηκε από το Εφετείο. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη της πιο πάνω ένορκης βεβαίωσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση , λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η έρευνα των λοιπών.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς, που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 16/2017 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Ευβοίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ